ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Οικουμενικός Πατριάρχης: Το ουσιώδες νόημα του Σταυρού είναι ότι αποτελεί οδόν προς την Ανάστασιν

news room 6 λεπτά ανάγνωση
Βαρθολομαίος

“Το ουσιώ­δες νόημα του Σταυρού είναι ότι απο­τε­λεί οδόν προς την Ανά­στα­σιν”, τονίζει ο Οικου­με­νι­κός Πατριάρ­χης Βαρ­θο­λο­μαίος στο πασχα­λινό του μήνυμα

«Η ζωή των Ορθο­δό­ξων πιστών, εις όλας τας εκφάν­σεις και τας δια­στά­σεις αυτής, δια­πο­τί­ζε­ται και τρέ­φε­ται από την πίστιν εις την Ανά­στα­σιν, απο­τε­λεί καθη­με­ρι­νόν Πάσχα. Το πασχά­λιον αυτό βίωμα δεν είναι απλώς ανά­μνη­σις της Ανα­στά­σεως του Κυρίου, αλλά βίωσις και της ιδικής μας ανα­και­νί­σεως και ακλό­νη­τος βεβαιό­της περί της εσχα­το­λο­γι­κής τελειώ­σεως των πάντων», τονίζει, μεταξύ άλλων, στο πασχα­λινό του μήνυμα ο Οικου­με­νι­κός Πατριάρ­χης Βαρ­θο­λο­μαίος. Επι­πρό­σθετα, υπο­γραμ­μί­ζει ότι «Το ουσιώ­δες νόημα του Σταυρού είναι ότι απο­τε­λεί οδόν προς την Ανά­στα­σιν, προς το πλήρωμα της πίστεως ημών. Επί της βάσεως αυτής, οι Ορθό­δο­ξοι ανα­φω­νού­μεν ‘’Ιδού γαρ ήλθε διά του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω”. Είναι χαρα­κτη­ρι­στι­κόν ότι εις την Ορθο­δο­ξίαν η Ακο­λου­θία των Παθών δεν είναι κατα­θλι­πτική, αλλά σταυ­ρο­α­να­στά­σι­μος, αφού το Πάθος προ­σεγ­γί­ζε­ται και βιούται διά μέσου της Ανα­στά­σεως, η οποία είναι ‘’λύτρον λύπης”. Διά το Ορθό­δο­ξον αισθη­τή­ριον, η αμε­τά­θε­τος σύν­δε­σις Σταυρού και Ανα­στά­σεως είναι ασυ­βί­βα­στος με κάθε μορφής εσω­τε­ρι­κήν φυγήν εις μυστι­κι­σμούς ή εις ένα αυτά­ρε­σκον ευσε­βι­σμόν, οι οποίοι συνήθως είναι αδιά­φο­ροι διά τα παθή­ματα και τας περι­πε­τείας του ανθρώ­που εν τη ιστορία».

Ανα­λυ­τικά, το πασχα­λινό μήνυμα του Πανα­γιω­τά­του:

† Βαρ­θο­λο­μαίος

Ελέω Θεού Αρχιε­πί­σκο­πος

Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως – Νέας Ρώμης

Και Οικου­με­νι­κός Πατριάρ­χης

Παντί τω πλη­ρώ­ματι της Εκκλη­σίας Χάριν, Ειρήνην και Έλεος

Παρά Του Ενδόξως Ανα­στά­ντος Χριστού

Αδελφοί και τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,

Η εμπει­ρία της Ανα­στά­σεως του Χριστού, της παν­σω­στι­κής νίκης της Ζωής επί του Θανάτου, είναι ο πυρήν της πίστεως, της θείας λατρείας, του ήθους και του πολι­τι­σμού του χρι­στε­πω­νύ­μου ορθο­δό­ξου λαού του Θεού. Η ζωή των Ορθο­δό­ξων πιστών, εις όλας τας εκφάν­σεις και τας δια­στά­σεις αυτής, δια­πο­τί­ζε­ται και τρέ­φε­ται από την πίστιν εις την Ανά­στα­σιν, απο­τε­λεί καθη­με­ρι­νόν Πάσχα. Το πασχά­λιον αυτό βίωμα δεν είναι απλώς ανά­μνη­σις της Ανα­στά­σεως του Κυρίου, αλλά βίωσις και της ιδικής μας ανα­και­νί­σεως και ακλό­νη­τος βεβαιό­της περί της εσχα­το­λο­γι­κής τελειώ­σεως των πάντων.

Κατ᾿ εξοχήν εις την ευχα­ρι­στια­κήν Λει­τουρ­γίαν, η οποία συν­δέ­ε­ται αρρή­κτως με την «κλητήν και αγίαν ημέραν» της Κυρια­κής, η Ορθό­δο­ξος Εκκλη­σία εορ­τά­ζει αυτήν την υπαρ­ξια­κήν μετοχήν εις την Ανά­στα­σιν του Χριστού και την εμπει­ρι­κήν πρό­γευ­σιν των ευλο­γιών της Βασι­λείας του Θεού. Εντυ­πω­σιά­ζει ο ανα­στά­σι­μος και ευφρό­συ­νος χαρα­κτήρ της Θείας Ευχα­ρι­στίας, η οποία τελεί­ται πάντοτε εν ατμο­σφαίρα χαράς και αγαλ­λιά­σεως και εικο­νί­ζει την τελικήν και­νο­ποί­η­σιν των όντων, την πεπλη­ρω­μέ­νην χαράν, την πλη­ρό­τητα της ζωής, την μέλ­λου­σαν υπέρ­χυ­σιν της αγάπης και της γνώσεως.

Πρό­κει­ται περί της λυτρω­τι­κής θεάσεως του παρό­ντος υπό το φως των Εσχάτων και της δυνα­μι­κής πορείας προς την Βασι­λείαν, περί της ακα­τα­λύ­του σχέσεως και συνυ­φάν­σεως της παρου­σίας και του εσχα­το­λο­γι­κού χαρα­κτή­ρος της εν Χριστώ σωτη­ρίας του ανθρώ­που και του κόσμου, η οποία δίδει εις την εκκλη­σια­στι­κήν ζωήν μονα­δι­κόν δυνα­μι­σμόν και λει­τουρ­γεί διά τους πιστούς ως έναυσμα καλής μαρ­τυ­ρίας εν τω κόσμω. Ο Ορθό­δο­ξος πιστός έχει ιδιαί­τε­ρον λόγον και ισχυρόν κίνη­τρον διά να αγω­νί­ζε­ται κατά του κοι­νω­νι­κού κακού, διότι ζη εντόνως την αντί­θε­σιν μεταξύ των Εσχάτων και των εκά­στοτε ιστο­ρι­κών δεδο­μέ­νων. Εξ επόψεως Ορθο­δό­ξου, η φιλάν­θρω­πος δια­κο­νία, η βοήθεια προς τον εμπε­ρί­στα­τον αδελφόν, κατά το Κυρια­κόν «εφ᾿ όσον εποι­ή­σατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελα­χί­στων, εμοί εποι­ή­σατε» (Ματθ. κε’, 40), και η έμπρα­κτος αγάπη του Καλού Σαμα­ρεί­του (βλ. Λουκ. ι’, 30-37), συμ­φώ­νως και προς το Πατε­ρι­κόν «Εκείνον μάλιστα ηγού είναι πλησίον, τον δεό­με­νον, και αυτε­πάγ­γελ­τος επί την βοή­θειαν βάδιζε» (Ισί­δω­ρος ο Πηλου­σιώ­της), απο­τε­λούν προ­έ­κτα­σιν και έκφρα­σιν του ευχα­ρι­στια­κού ήθους της Εκκλη­σίας, απο­κά­λυ­ψιν ότι η αγάπη είναι η βιω­μα­τική πεμ­πτου­σία της εν Χριστώ ζωής, εν τε τω παρόντι και εν τη Βασι­λεία των Εσχάτων.

Εν τη συνα­φεία ταύτη κατα­νο­εί­ται και το γεγονός ότι η λει­τουρ­γική ζωή εις την Ορθό­δο­ξον Εκκλη­σίαν δονεί­ται από την βίωσιν της «κοινής σωτη­ρίας», της δωρεάς της «κοινής ελευ­θε­ρίας» και της «κοινής βασι­λείας», και από την προσ­δο­κίαν της «κοινής ανα­στά­σεως». Κυριαρ­χούν το «ημείς», η κοι­νό­της της ζωής, η συμ-μετοχή και το συν-είναι, η αγια­στική ταύ­τι­σις της εν Χριστώ ελευ­θε­ρίας με την θυσια­στι­κήν και δοξο­λο­γι­κήν αγάπην. Αυτό είναι και το συγκλο­νι­στι­κόν μήνυμα της ολο­λά­μπρου εικόνος της Ανα­στά­σεως, της Καθόδου του Χριστού εις τον ‘Αδην. Ο Κύριος της δόξης, κατελ­θών εν τοις κατω­τά­τοις της γης και συντρί­ψας τας πύλας του ‘Αδου, ανα­δύ­ε­ται νικη­φό­ρος και ολό­φω­τος εκ του τάφου, όχι μόνος και φέρων το λάβαρον της νίκης, αλλά ομού μετά του Αδάμ και της Εύας, συνα­νι­στών, συγκρα­τών και κρα­τύ­νων αυτούς και, εν τω προσώπω αυτών, άπαν το ανθρώ­πι­νον γένος και ολό­κλη­ρον την κτίσιν.

Το ευαγ­γέ­λιον της Ανα­στά­σεως, της «κοινής των όλων πανη­γύ­ρεως», της καταρ­γη­σά­σης το κράτος του θανάτου παν­σθε­νούς Αγάπης, ηχεί σήμερον εις ένα κόσμον σοβού­σης κοι­νω­νι­κής αδικίας, φαλ­κι­δεύ­σεως του ανθρω­πί­νου προ­σώ­που, εις μίαν οικου­μέ­νην – Γολ­γο­θάν προ­σφύ­γων και μυριά­δων αθώων παιδίων. Αναγ­γέλ­λει εκ βαθέων ότι, ενώπιον του Θεού, η ζωή των ανθρώ­πων έχει από­λυ­τον αξίαν. Δια­κη­ρύτ­τει ότι τα παθή­ματα και τα δεινά, ο σταυρός και ο Γολ­γο­θάς, δεν έχουν τον τελευ­ταίον λόγον. Δεν είναι δυνατόν να θριαμ­βεύ­σουν οι σταυ­ρω­ταί επί των τρα­γι­κών θυμάτων των. Εις την Ορθό­δο­ξον Εκκλη­σίαν, ο Σταυρός ευρί­σκε­ται εις το κέντρον της ευσε­βείας, δεν είναι όμως η εσχάτη πραγ­μα­τι­κό­της, αυτός που ορίζει και το τελικόν σημείον προ­σα­να­το­λι­σμού της εκκλη­σια­στι­κής ζωής. Το ουσιώ­δες νόημα του Σταυρού είναι ότι απο­τε­λεί οδόν προς την Ανά­στα­σιν, προς το πλήρωμα της πίστεως ημών. Επί της βάσεως αυτής, οι Ορθό­δο­ξοι ανα­φω­νού­μεν: «Ιδού γαρ ήλθε διά του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω». Είναι χαρα­κτη­ρι­στι­κόν, ότι εις την Ορθο­δο­ξίαν, η Ακο­λου­θία των Παθών δεν είναι κατα­θλι­πτική, αλλά σταυ­ρο­α­να­στά­σι­μος, αφού το Πάθος προ­σεγ­γί­ζε­ται και βιούται διά μέσου της Ανα­στά­σεως, η οποία είναι «λύτρον λύπης». Διά το Ορθό­δο­ξον αισθη­τή­ριον, η αμε­τά­θε­τος σύν­δε­σις Σταυρού και Ανα­στά­σεως είναι ασυ­βί­βα­στος με κάθε μορφής εσω­τε­ρι­κήν φυγήν εις μυστι­κι­σμούς ή εις ένα αυτά­ρε­σκον ευσε­βι­σμόν, οι οποίοι συνήθως είναι αδιά­φο­ροι διά τα παθή­ματα και τας περι­πε­τείας του ανθρώ­που εν τη ιστορία.

Το κήρυγμα του Σταυρού και της Ανα­στά­σεως ευρί­σκε­ται, εις την εποχήν μας, επίσης αντι­μέ­τω­πον τόσον με την αλα­ζο­νι­κήν αυτο­α­πο­θέ­ω­σιν του συγ­χρό­νου εκκο­σμι­κευ­μέ­νου, λογο­κρα­του­μέ­νου, πεπει­σμέ­νου διά την παντο­δυ­να­μίαν της επι­στή­μης, εαυ­το­κε­ντρι­κού και προ­σκε­κολ­λη­μέ­νου εις τα γεώδη και πρό­σκαιρα ανθρώ­που, του ανθρώ­που χωρίς πόθον της αιω­νιό­τη­τος, όσον και με την απώ­θη­σιν συνόλου της Ενσάρ­κου Θείας Οικο­νο­μίας και του «σκαν­δά­λου» του Σταυρού, εν ονόματι της απο­λύ­του υπερ­βα­τι­κό­τη­τος του Θεού και του αγε­φυ­ρώ­του χάσμα­τος ουρανού και γης.

Επί πάσι τούτοις, ημείς οι Ορθό­δο­ξοι πιστοί, τιμιώ­τα­τοι αδελφοί και πεφι­λη­μένα τέκνα εν Κυρίω, έμπλεοι της πείρας της λαμπρο­φό­ρου Ανα­στά­σεως, λαβό­ντες φως εκ του ανε­σπέ­ρου φωτός, εν παντί ευχα­ρι­στού­ντες, τα άνω φρο­νού­ντες, έχοντες δε εντεύ­θεν ήδη τον αρρα­βώνα και τα ενέχυρα της εσχα­το­λο­γι­κής πλη­ρώ­σεως της Θείας Οικο­νο­μίας, ανα­βο­ώ­μεν, εν Εκκλη­σία, το «Χριστός Ανέστη!», δεό­με­νοι όπως ο παθών, ταφείς και αναστάς Κύριος καταυ­γάζη τας δια­νοίας, τας καρδίας και πάσαν την ζωήν ημών, κατευ­θύνη δε τα δια­βή­ματα ημών προς παν έργον αγαθόν και ενισχύη τον λαόν Αυτού προς μαρ­τυ­ρίαν του Ευαγ­γε­λίου της Αγάπης «έως εσχάτου της γης» (Πραξ. α’, 8), εις δόξαν του «υπέρ παν όνομα» ονό­μα­τος Αυτού.

Φανά­ριον, ‘Αγιον Πάσχα, βιή

† Ο Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως διά­πυ­ρος προς Χριστόν Ανα­στά­ντα ευχέτης πάντων υμών

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.