• Στην απολογία του μίλησε για κακοποίηση από τα 7 του, για ουλές που επέδειξε, για την ένταση της 26 Φεβρουαρίου 2026 και για το πώς, όπως υποστηρίζει, το θανατηφόρο χτύπημα έγινε μέσα σε καβγά χωρίς πρόθεση, ενώ η δικαιοσύνη αποφάσισε να αφεθεί ελεύθερος με όρο ψυχολογικής παρακολούθησης
Η απολογία του 17χρονου ημεδαπού για την σοκαριστική υπόθεση της Λέρου ενώπιον της Ανακρίτριας Κω αποτέλεσε το κεντρικό κομμάτι μιας δικογραφίας που εξετάζει όχι μόνο το περιστατικό της 26 Φεβρουαρίου 2026, αλλά και το οικογενειακό πλαίσιο μέσα στο οποίο, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, διαμορφώθηκε μια σχέση με έντονες εκρήξεις, καθημερινό φόβο και επαναλαμβανόμενα επεισόδια βίας, που οδήγησαν άθελα του, όπως τόνισε, στον θάνατο του πατέρα του από τραύμα που του προκάλεσε. Στην καρδιά της κατάθεσής του, ο ανήλικος επιμένει ότι δεν υπήρξε πρόθεση να σκοτώσει τον 49χρονο ημεδαπό πατέρα του, μιλώντας για ένα «ατύχημα πάνω στον καβγά», ενώ ταυτόχρονα περιγράφει ένα ιστορικό κακοποίησης που, όπως υποστηρίζει, ξεκινά από την παιδική του ηλικία και κορυφώνεται στον χώρο εργασίας, στο συνεργείο αυτοκινήτων στη Λέρο.
«Ήταν πάντα κακοποιητικός» και οι ουλές ως μέρος της απολογίας
Ερωτήθηκε όπως αποκαλύπτει σήμερα η «δημοκρατική», για το ποια ήταν η σχέση του με τον πατέρα του και αν υπήρχε κακοποιητική συμπεριφορά, ο ανήλικος απάντησε μονολεκτικά ως προς τη διάρκεια και την ένταση, «Πάντα», προσθέτοντας ότι έχει ουλές τις οποίες μπορεί να δείξει και ότι δεν ήθελε να του κάνει κακό. Ανέφερε περιστατικά που, κατά την περιγραφή του, άφησαν εμφανή σημάδια στο σώμα του.
Περιέγραψε ότι δέχθηκε συστηματικά χτυπήματα και εξυβρίσεις. Ανέφερε ότι ο πατέρας του τον αποκαλούσε με βαριές βρισιές, συνδέοντας την επιθετικότητα αυτή και με το γεγονός ότι του είχε χορηγηθεί φαρμακευτική αγωγή στο παρελθόν, κάτι που, όπως είπε, γινόταν αφορμή να τον υποτιμά και να τον χαρακτηρίζει ως «άρρωστο» και «πρεζάκι».
Στη συνέχεια, ο 17χρονος αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα τραύματα, λέγοντας ότι ο πατέρας του του πέταξε κατσαβίδι στην πλάτη, ότι του τρύπησε την παλάμη με κατσαβίδι με έξοδο από την άλλη πλευρά, καθώς και ότι του πέταξε κατσαβίδι στο κεφάλι. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με την απολογία, ο ανήλικος ανέφερε ότι επέδειξε τις αντίστοιχες ουλές στην Ανακρίτρια.
Στο ίδιο πλαίσιο, πρόσθεσε ένα επεισόδιο κατά το οποίο, όπως είπε, του «τρύπησε το πόδι» και ότι όταν η μητέρα του τον πήγε στην Αστυνομία, εκείνος τον «δικαιολόγησε», επιμένοντας ότι ήταν «δεμένος» μαζί του. Πρόκειται για σημείο που επανέρχεται ως μοτίβο στην κατάθεσή του, η συνύπαρξη δηλαδή της αγάπης και της εξάρτησης με τον φόβο και τη βία.

Ο ρόλος της μητέρας και η διπλή εικόνα, «άλλος άνθρωπος στο σπίτι, άλλος στο συνεργείο»
Ο 17χρονος, μιλώντας για τη συμπεριφορά του πατέρα προς τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, υποστήριξε ότι ο κύριος στόχος ήταν ο ίδιος, επειδή βρισκόταν μαζί του στο μαγαζί. Για τη μητέρα του είπε ότι αντιδρούσε έντονα όταν υπήρχε ξυλοδαρμός και εξυβρίσεις, ενώ ανέφερε πως μετά από καταγγελία στην Αστυνομία ο πατέρας του φερόταν «άψογα» στο σπίτι, αλλά στο συνεργείο «έβγαζε τα απωθημένα» πάνω του.
Στο ίδιο κομμάτι, έκανε αναφορά και σε ένα περιστατικό με τον μικρότερο αδελφό του, ηλικίας 10 ετών, λέγοντας ότι δέχθηκε χαστούκι και ότι υπήρχε περίοδος που το παιδί δεν ήθελε να κοιμάται στο σπίτι. Η δικογραφία εξετάζει συνολικά το οικογενειακό περιβάλλον, καθώς στην οικογένεια υπάρχουν ακόμη 2 ανήλικα παιδιά, ηλικίας 5 και 10 ετών, στοιχείο που είχε τεθεί ήδη στο ανακριτικό στάδιο μέσα από την πολύωρη κατάθεση της ημεδαπής μητέρας.
Πώς αντιδρούσε ο ίδιος, φυγή, κλάμα και αίσθηση κλιμάκωσης με τα χρόνια
Ο ανήλικος περιέγραψε ότι τις περισσότερες φορές έκλαιγε και έφευγε με μηχανάκι, «εξαφανιζόταν» όπως είπε, ή ανέβαινε στη μητέρα του για να παραπονεθεί. Παράλληλα, υποστήριξε ότι όσο μεγάλωνε η συμπεριφορά του πατέρα γινόταν χειρότερη και ότι υπήρχε μια διπρόσωπη εικόνα, με διαφορετική συμπεριφορά στο σπίτι και διαφορετική στη δουλειά.
Σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές αναφορές, περιέγραψε ένα παλαιότερο εργατικό ατύχημα με κλαρκ, όπου, όπως είπε, ο πατέρας του του έκοψε κατά λάθος τον δείκτη του δεξιού χεριού. Ανέφερε ότι ακολούθησε δεύτερη επέμβαση στο ΚΑΤ, ενώ πρόσθεσε ότι αργότερα δέχθηκε χτύπημα στο ίδιο δάκτυλο ενώ κοιμόταν, με αποτέλεσμα να έχει περιορισμό στην κίνηση του δακτύλου.

Ιατρική και ψυχολογική παρακολούθηση
Στο σκέλος της ψυχιατρικής αξιολόγησης, ο 17χρονος ανέφερε ότι έχει εξεταστεί από παιδοψυχίατρο και ότι εξετάστηκαν και τα αδέλφια του. Είπε ότι είχε επαφή και με ψυχολόγο και ότι οι συνεδρίες, ιδίως όταν γίνονταν εξ αποστάσεως, δεν τον βοηθούσαν ουσιαστικά, γιατί το πρόβλημα, κατά την περιγραφή του, ήταν καθημερινό και συνδεόταν με τη συμπεριφορά του πατέρα του.
Ανέφερε επίσης ότι λάμβανε ψυχιατρική αγωγή μέχρι το 2024, αλλά τη διέκοψε, λέγοντας πως του προκαλούσε υπνηλία και ότι ο πατέρας του τον πίεζε ψυχολογικά χρησιμοποιώντας το θέμα της αγωγής για να τον μειώνει. Στο ίδιο σημείο περιέγραψε και περίοδο όπου έκανε 2 δουλειές, με εργασία και σε πιτσαρία ως διανομέας, αναφέροντας ότι εκεί υπήρξε μάρτυρας ενός επεισοδίου όπου ο πατέρας του τον χτύπησε με σφαλιάρες.
Σε ερώτηση για το αν εργαζόταν μαζί με τον πατέρα του στο συνεργείο, ο ανήλικος επιβεβαίωσε ότι δούλευε από μικρός. Περιέγραψε μάλιστα ότι σε ηλικίες 7 έως 10 βρισκόταν κοντά σε φανοποιό, έναν ενήλικα που, όπως είπε, «βρήκε τα κουμπιά της ψυχολογίας» του, τον έκανε χαρούμενο και τον έμαθε να αγαπά τη δουλειά. Τον παρουσίασε ως πρόσωπο που μπήκε πολλές φορές στη μέση για να τον προστατεύσει από επεισόδια με τον πατέρα, προσθέτοντας ότι όταν εκείνος πέθανε, ο ίδιος βρέθηκε ουσιαστικά ξανά δίπλα στον πατέρα, στο συνεργείο.
Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρθηκε και σε χτυπήματα με λάστιχο, λέγοντας ότι του προκαλούσε έντονο «κάψιμο», ένα στοιχείο που συνδέεται και με όσα μεταφέρθηκαν δημόσια από τον δικηγόρο του κ/ Παναγιώτη Αβρίθη, σχετικά με την περιγραφή της κακοποίησης και τα σημάδια στο σώμα του ανηλίκου.
Σχολείο, εσπερινό λύκειο και επαγγελματικός στόχος
Ο 17χρονος συνέδεσε την επιλογή του εσπερινού λυκείου με πίεση από τον πατέρα του, ώστε να εργάζεται το πρωί στο συνεργείο. Δήλωσε ότι ο ίδιος ήθελε να πάει σε ΕΠΑΛ και να τελειώσει τεχνική σχολή, αλλά όπως είπε, ο πατέρας του τον έκοψε από αυτή τη διαδρομή. Στην κατάθεσή του ανέφερε ότι θέλει να συνεχίσει στο ΕΠΑΛ και στη συνέχεια να κάνει μαθητεία σε άλλο συνεργείο για να αποκτήσει επίσημο τίτλο σπουδών, ώστε να μπορέσει στο μέλλον να έχει δικό του συνεργείο.
Η προοπτική αυτή, συνδέεται με την ανάγκη σταθερής υποστήριξης από ειδικούς, ενώ η δικαιοσύνη, μετά την απολογία, αποφάσισε την αποφυλάκιση του ανηλίκου με περιοριστικό όρο παρακολούθησης από ψυχολόγους του Κρατικού Θεραπευτηρίου Λέρου.

Η κρίσιμη μέρα, από το ΚΕΠ μέχρι το απόγευμα στο συνεργείο
Στο πιο κρίσιμο κομμάτι της απολογίας του, ο 17χρονος κατέθεσε τη δική του εκδοχή για την 26 Φεβρουαρίου 2026. Ανέφερε ότι πήγε στο ΚΕΠ για να φτιάξει «χαρτιά του στρατού, περιοδεύων», ότι τελείωσε γύρω στις 10:00 με 10:20 και στη συνέχεια, όπως είπε, βγήκε βόλτα με φίλους και επέστρεψε στο σπίτι γύρω στις 15:00. Εκεί, κατά την περιγραφή του, ο πατέρας του άρχισε να τον στολίζει με βρισιές επειδή άργησε, χωρίς ο ίδιος να απαντήσει.
Σύμφωνα με την κατάθεσή του, κατέβηκαν στο συνεργείο περίπου στις 17:00. Ο ίδιος είπε ότι έκανε εργασία σε αυτοκίνητο, ενώ ο πατέρας ήταν με άλλους εργαζόμενους σε χώρο φανοποιείου. Κάποια στιγμή, όπως περιέγραψε, ο πατέρας μπήκε στο συνεργείο και άρχισε να τον βρίζει επειδή «δεν είχε κάνει πολύ δουλειά εκείνη την ημέρα».
Ακολούθως, ο 17χρονος κατέθεσε ότι ο πατέρας πήγε σε ράφι με «ακριβά ανταλλακτικά μηχανών, κυλίνδρους και πιστόνια» και άρχισε να τα πετάει προς το μέρος του. Είπε ότι κάποια στιγμή έπιασε «ένα κυλινδροπίστονο πολύ ακριβό», ότι ο ίδιος του ζήτησε να μην το πετάξει, όμως ο πατέρας το πέταξε και τον χτύπησε στη δεξιά πλευρά της κοιλιακής χώρας, προκαλώντας μελανιά την οποία, όπως ανέφερε, είχε δείξει ήδη σε αστυνομικούς στη Λέρο και την επέδειξε και στην Ανακρίτρια.
Στο ερώτημα πώς αντέδρασε μετά το χτύπημα, ο ανήλικος είπε ότι έπιασε το κυλινδροπίστονο «στον αέρα» και «χωρίς να κοιτάξει» το πέταξε πίσω, όπως το είχε πιάσει. Στη διαδικασία τέθηκαν και λεπτομέρειες για το αντικείμενο, με αναφορά ότι ζυγίζει περίπου 1 κιλό, ότι είναι από αλουμίνιο και αγωνιστικής χρήσης.
Ο 17χρονος δήλωσε ότι δεν γύρισε το βλέμμα να δει ακριβώς την κίνηση του πατέρα του, ενώ πρόσθεσε ότι όταν σήκωσε το βλέμμα «ήταν πολύ αργά». Περιέγραψε ότι ο πατέρας δεν έπεσε αμέσως, αλλά κάθισε και ζήτησε νερό, προτού επιδεινωθεί η κατάσταση.
Ιδιαίτερη βαρύτητα στην απολογία του έδωσε ο ανήλικος στις ενέργειες που, όπως είπε, έκανε αμέσως μετά. Κατέθεσε ότι φώναξε εργαζόμενους να φέρουν νερό και χαρτί για να σκουπίσει τα αίματα και ότι ο ίδιος κρατούσε με το χέρι του την πληγή για να μειώσει την αιμορραγία. Όταν ο 49χρονος κατέρρευσε, ο 17χρονος δήλωσε ότι ξεκίνησαν αμέσως ΚΑΡΠΑ, προσθέτοντας ότι είχε παρακολουθήσει στο σχολείο μαθήματα πρώτων βοηθειών.
Ανέφερε ότι όταν τον έβγαλαν έξω, συνέχισαν την ΚΑΡΠΑ μέχρι να έρθει ασθενοφόρο, ότι έστειλε γείτονα να φέρει απινιδωτή από διπλανό κατάστημα και ότι ο απινιδωτής μπήκε και στο ασθενοφόρο. Κατέθεσε ότι δεν υπήρχε σφυγμός και ότι η προσπάθεια συνεχίστηκε και εντός ασθενοφόρου, με τη μητέρα του παρούσα.
Για τη δική του μετακίνηση στο νοσοκομείο, είπε ότι δεν πήγε αμέσως επειδή τα ρούχα του ήταν λερωμένα με αίματα και ότι άλλαξε και πήγε μετά. Στην εκτίμησή του για τη σοβαρότητα, κατέθεσε ότι είχε καταλάβει από τη στιγμή που τον έβγαλαν έξω ότι «μπορεί να είχε τελειώσει», περιγράφοντας ότι το πρόσωπο του πατέρα του είχε μελανιάσει.
Ο 17χρονος επανέλαβε, σύμφωνα με το περιεχόμενο της απολογίας, ότι δεν ήθελε να πάθει κακό ο πατέρας του και ζήτησε επιείκεια. Εξήγησε ότι στη Λέρο βρίσκεται το σχολείο του και ότι υπάρχει «ένα συνεργείο μόνο του», συνδέοντας την επόμενη μέρα της ζωής του με την επιστροφή σε μια καθημερινότητα που, όπως λέει, διακόπηκε βίαια.














