Ο κύριος Μιχάλης, πριν από μερικά χρόνια πήρε την μεγάλη απόφαση να κλείσει το μαγαζί του, ένα μαγαζί που διατηρούσε επί πολλά χρόνια σε κεντρικό σημείο της Ρόδου.Σήμερα, με συνέντευξή του στην «δημοκρατική» κάνει απολογισμό ζωής, μιλά για τα χρόνια του τότε και το σήμερα, εκφράζει την πίκρα μια ολόκληρης γενιάς που όταν ήρθε η ώρα για την σύνταξη πλήρωσε ακριβά το μάρμαρο της ευημερίας, και κρύβει το πρόσωπό του, για να μην καταλάβουν φίλοι και παλιοί πελάτες πως ο άλλοτε μποέμ που γλεντούσε τη ζωή, σήμερα δεν μπορεί να πληρώσει ούτε τον καφέ του στο καφενείο.
Λέει πως η Ρόδος, έγινε η «κουρελού» της Ελλάδας που δέχεται κάθε καρυδιάς καρύδι τα καλοκαίρια, όταν κάποτε είχε όλα εκείνα τα προσόντα να προσελκύει οικονομικά εύρωστους τουρίστες, που άφηναν χρήματα στην τοπική αγορά και γυρίζει το χρόνο πίσω, όταν γνώριζε τους πελάτες με τα μικρά τους ονόματα, τότε που τα «τεφτέρια» δεν είχαν αντικατασταθεί ακόμα από τις πιστωτικές κάρτες και που οι «καλημέρες» ήταν ειλικρινείς και από καρδιάς…
• Κύριε Μιχάλη πώς πήρατε την αποφασίσατε να κλείσετε το μαγαζί;
Πριν από μερικά χρόνια πήρα την απόφαση. Είπα ή θα το κλείσεις ή θα σε κλείσει αυτό στον τάφο!
• Βαριά κουβέντα.
Βαριά αλλά είναι η πραγματικότητα. Κάποτε είχα αυτό το μαγαζί, είχα και υπαλλήλους – τους είχα κοντά μου αρκετά χρόνια- αλλά με αυτή την κατάσταση, έφτασε ώρα που δεν μπορούσα να τους πληρώσω. Κάθε χρόνο όλο και χειρότερα. Από εκεί που ήμασταν νοικοκυραίοι, όχι πλούσιοι, αλλά βγάζαμε πέρα τις υποχρεώσεις μας, ήρθε η ώρα που μετράμε τα ευρώ για να δούμε αν φτάνουν να πάρουμε τα φάρμακά μας. Αν φτάνουν… έχει ο Θεός.
• Αν δεν φτάνουν;
Πάλι έχει ο Θεός…
• Εχει έρθει μήνας δηλαδή, που δεν μπορέσατε να πάρετε τα φάρμακά σας;
Εχει έρθει μήνας που έκοβα τα χάπια μου στη μέση, κι έπαιρνα τη μισή δόση για να με φτάσουν και για τον επόμενο μήνα.
• Θέτοντας σε κίνδυνο την υγεία σας.
Ναι, αλλά έπρεπε να διαλέξω αν θα φάω ή αν θα έχω φάρμακα. Διάλεξα λοιπόν, λίγο φαγητό και μισή δόση. Μετά από τόσα χρόνια αγώνα και δουλειάς, έφτασε αυτή η ώρα που έπρεπε να διαλέξω αν θα βάλει η γυναίκα μου κατσαρόλα στη φωτιά ή θα πάρω τα φάρμακα για την καρδιά, την πίεση και την χοληστερίνη. Με τόσα βάσανα και τόσες στενοχώριες, όλα με βρήκαν. Να ξέρεις, ότι οι αρρώστιες όλες από τη στενοχώρια προέρχονται.
• Η σύζυγος, παίρνει σύνταξη;
Η σύζυγος παίρνει μια μικρή σύνταξη κι εκείνη που μέχρι να φτάσει από την Τράπεζα στο σπίτι, έχει ήδη πάει στις υποχρεώσεις. Δεν είναι μόνο το φαγητό, είναι το ρεύμα, είναι το τηλέφωνο, είναι το νερό… Τι να λέμε κορίτσι μου, αλλιώς φανταζόμασταν την ζωή μας όταν θα βγαίναμε στη σύνταξη, κι αλλιώς είναι τώρα.
• Πώς πήρατε την απόφαση να κλείσετε το μαγαζί;
Δεν έβγαινε πια το μαγαζί. Χρέη πάνω στα χρέη… Ερχόταν ο λογιστής και κάθε φορά που τον έβλεπα με τα βιβλία με έπιανε το σύγκρυο, τι θα ακούσω πάλι. Κάθε μήνα και περισσότερα, κάθε μήνα και πιο πολλά χρέη. Φόροι από ΄δω, φόροι από ΄κει, έφτασα σε ένα σημείο να δίνω περισσότερα στο κράτος απ΄ότι μου έμεναν για να ζήσω.
Το στριφογυρνούσα στο μυαλό μου καιρό, αλλά πώς παίρνεις την απόφαση να τραβήξεις την πόρτα; Δεν την παίρνεις εύκολα κορίτσι μου. Εχασα τον ύπνο μου.
Τα χρέη όλο και αυξάνονταν και από έσοδα, άστα μην τα συζητάς. Δεν είναι η Ρόδος αυτή που ξέραμε εμείς. Που οι άνθρωποι έμπαιναν στο μαγαζί σου το πρωί με το χαμόγελο, με την καλημέρα, με την καλή κουβέντα στο στόμα, που ανταλλάσσαμε δυο κουβέντες…
Τώρα ο κόσμος είναι βιαστικός, είναι αγχωμένος, σκέφτεται πώς θα τα βγάλει πέρα. Μπορείς να αδικήσεις τον κόσμο, που πάει όπου είναι φθηνότερα; Αφού δεν έχει λεφτά. Πού θα πάει; Εκεί που μπορεί να αγοράσει φθηνότερα. Και πού μπορεί να αγοράσει φθηνότερα, εκεί που γίνονται μεγάλες παραγγελίες. Και πού γίνονται μεγάλες παραγγελίες;
Στα μεγάλα μαγαζιά. Εμείς, συνοικιακό μαγαζί και τσίμα-τσίμα, πώς θα συναγωνιστούμε αυτά τα θηρία; Μήτε τις ίδιες τιμές μπορούσαμε να έχουμε μήτε τους ίδιους πελάτες.
Παλιά, η αγορά της Ρόδου βαστιόταν από Ροδίτες μαγαζάτορες, τώρα λίγοι είναι αυτοί που κρατάνε ακόμα τα μαγαζιά τους. Αμα θα κάμετε μια βόλτα θα δείτε και μόνοι σας, πως λίγοι Ροδίτες έχουν μαγαζιά στη Ρόδο και σιγά σιγά θα φύγουν κι αυτοί.
Πες μου ένα παιχνιδάδικο που έχει μείνει ανοιχτό στη Ρόδο. Κανένα. Πες μου ένα μαγαζί με είδη προικός ροδίτικο που να αντέχει. Κανένα.
• Θυμάστε την τελευταία ημέρα που λειτουργήσατε το μαγαζί;
Πώς δεν τη θυμάμαι κορίτσι μου… Ξεχνιέται; Μπήκα μέσα από το πρωί και τρέχανε τα μάτια μου. Όλα τα χρόνια περνούσαν από μπροστά μου, ο κόσμος που μπαινόβγαινε παλιά, οι καλημέρες, τα χαμόγελα, οι χαρές των πελατών που αγόραζαν προικιά… Οι χαρές τους ήταν και δικές μας χαρές, δεν ήταν τότε όπως σήμερα. Ξέραμε του πελάτες με τα μικρά τους ονόματα. Εβαζαν δόσεις κι άλλοι έρχονταν στην αρχή κάθε εβδομάδας, κι άλλοι κάθε μήνα. Αναλόγως πότε πληρώνονταν. Άλλες εποχές.
Τότε, τα «γαλόνια» του καλού εμπόρου, ήταν να είναι έντιμος.
Ο τίμιος έμπορος έφερνε και καλό εμπόρευμα για τους πελάτες του… Υπήρχε εμπιστοσύνη. Να, αυτά θυμόμουν εκείνη την ημέρα. Τις χαρές που ζήσαμε και πώς μετά από τόσα χρόνια έφευγα από το μαγαζί μου με κατεβασμένο κεφάλι.
Λιγόστεψε ο κόσμος, λιγόστεψαν οι δουλειές. Κάθε που ξεκάρφωνα ένα καρφί από τον τοίχο για να κατεβάσω τα ράφια, λες και το καρφί αυτό έμπαινε στην καρδιά μου. Στενάχωρα πράγματα. Ακόμα ξυπνάω πολλές φορές, και νομίζω ότι θα ετοιμαστώ να πάω να ανοίξω το μαγαζί. Αλλά αυτή είναι η δύναμη της συνήθειας.
• Να τολμήσω να ρωτήσω γιατί δεν θέλετε να φανεί το πρόσωπό σας;
Γιατί να φανεί; Για να με δουν παλιοί πελάτες μου, παλιοί φίλοι και να με λυπηθούν; Εγώ και η σύζυγός μου, ήμασταν κοινωνικοί άνθρωποι, βγαίναμε έξω με τις παρέες μας, γλεντούσαμε τη ζωή μας.  Και σήμερα, μετράμε κέρματα κορίτσι μου.
Εχουμε δύο παιδιά, και τα δύο παιδιά έφυγαν έξω, να βρουν καλύτερη τύχη. Ευτυχώς που έφυγαν. Ο ένας παντρεύτηκε ο άλλος ακόμα. Κανένας από τους δυο δεν θέλει να γυρίσει. Μας ρωτάνε πώς περνάμε, μια χαρά λέμε. Τι να πούμε στα παιδιά… Όχι ότι δεν καταλαβαίνουν, αλίμονο. Μας στέλνουν χρήματα και έτσι κάπως τα βγάζουμε πέρα. Τι να δείξω το πρόσωπό μου; Κάποτε βοηθούσα εγώ τους φίλους μου και σήμερα ντρέπομαι να πάω μέχρι το καφενείο, όχι γιατί δεν έχω να τους κεράσω αλλά γιατί δεν έχω να πληρώσω ούτε τον καφέ μου. Τι να πω… Ποιος φταίει, τι φταίει και φτάσαμε ως εδώ δεν ξέρω. Κράτος είναι αυτό; Που δεν μπορεί να μας δώσει τα λεφτά μας πίσω; Αυτά που πληρώναμε τόσα χρόνια, δεν θέλουμε άλλα. Τα λεφτά που δώσαμε στο κράτος πού πήγαν; Φόροι, ασφαλιστικές εισφορές… Πού πήγαν αυτά τα λεφτά; Ποια δωρεάν υγεία, που άμα πούμε να πάμε στους γιατρούς θα πρέπει να κόψουμε από το φαγητό; Αυτή είναι η κατάσταση. Να δουν επιτέλους λίγο και τους συνταξιούχους, που φτάσαμε σε αυτή την ηλικία για να στερηθούμε όσα δεν στερηθήκαμε σε όλη μας την ζωή. Ντρέπομαι.
• Γιατί λέτε ότι ντρέπεστε;
Για όλα αυτά που ζω σήμερα. Δεν έζησες εσύ κορίτσι μου, την εποχή εκείνη που η Ρόδος μεσουρανούσε. Που είχε ποιότητα, που είχε ταυτότητα, που ξεχώριζε από την υπόλοιπη Ελλάδα. Σήμερα δεν υπάρχει αυτό. Τι είναι σήμερα η Ρόδος; Νησί με ταυτότητα μεγαλούπολης, αυτό είναι.
• Εσείς ζήσατε τη Ρόδο μιας άλλης εποχής και είναι δύσκολο να προσαρμοστείτε στο σήμερα.
Θέλεις και δεν θέλεις προσαρμόζεσαι. Αλλά αν μου έλεγαν πριν από μερικά χρόνια, ότι η Ρόδος θα έφτανε να γίνει «κουρελού» της Ελλάδας και να δέχεται κάθε καρυδιάς καρύδι, δεν θα το πίστευα. Στο δικό μου μαγαζί έμπαιναν κάποτε πελάτες που έρχονταν για διακοπές στο νησί και γέμιζαν τις βαλίτσες τους με σεντόνια, υφάσματα, τραπεζομάντηλα και εργόχειρα της καλύτερης ποιότητας. Και του χρόνου που ξανάρχονταν, πάλι ξαναγέμιζαν τις βαλίτσες τους γιατί τους ένοιαζε η ποιότητα, την μετρούσαν. Οι τουρίστες που έρχονται σήμερα, δεν αγοράζουν ούτε φλιτζανάκι. Πώς να βαστήξουν τα μαγαζιά όρθια αυτοί οι τουρίστες; Δεν το βλέπουν αυτοί που πρέπει ότι πάμε κατά διαόλου; Και καλά εμείς, κουτσά στραβά τη φάγαμε τη ζωή μας. Εσείς, οι πιο νέοι τι θα κάμετε; Αυτό λέω και στα παιδιά μου. Κάτσετε εκεί που είστε, τους λέω, η Ελλαδίτσα μας αγκομαχά. Μήπως εγώ δεν θέλω τα παιδιά μου κοντά μου; Και ποιος γονιός είναι εκείνος που δεν τα θέλει; Αλλά γιατί να έρθουν να τυραννιούνται κι αυτά; Ισως σε μερικά χρόνια τα πράγματα να είναι καλύτερα, έτσι εύχομαι. Λέω καμιά φορά στη γυναίκα μου να μην στενοχωράται, γιατί ζήσαμε καλά, άλλο που σήμερα μάλλον φτωχοί είμαστε. Ας είναι κι έτσι. Αλλά αλίμονο στην γενιά εκείνη που θα σηκώσει στις πλάτες της όλα τα βάρη για να ξαναγίνει η Ελλάδα μας αυτή που πρέπει… Για ΄μας, έχει ο Θεός.

Ένα σχόλιο στο O κ. Mιχάλης, ένας μποέμ, που κάποτε γλεντούσε τη ζωή και σήμερα δεν μπορεί να πληρώσει ούτε τον καφέ του, εξομολογείται…

  1. Avatar Ο/Η Νικος λέει:

    Αντε ψόφα ρε μακακα …

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ