Με το βλέμμα στραμμένο στο καλοκαίρι και στην αναμενόμενη αύξηση της ταξιδιωτικής κίνησης, οι πρώτες δυσλειτουργίες από την πλήρη εφαρμογή του νέου ευρωπαϊκού συστήματος ελέγχου εισόδου-εξόδου στα εξωτερικά σύνορα της ζώνης Σένγκεν προκαλούν έντονη ανησυχία. Ήδη, σε αρκετά ευρωπαϊκά αεροδρόμια καταγράφονται μεγάλες ουρές, καθυστερήσεις στους ελέγχους και τεχνικά προβλήματα, την ώρα που ενισχύονται οι φόβοι ακόμη και για χαμένες πτήσεις.
Το Entry/Exit System (EES) σχεδιάστηκε με στόχο να εκσυγχρονίσει τους συνοριακούς ελέγχους, ενισχύοντας την ασφάλεια και την ακρίβεια στην καταγραφή των ταξιδιωτών. Ωστόσο, η μετάβαση από τη χειροκίνητη σφράγιση διαβατηρίων στη βιομετρική καταγραφή αποδεικνύεται πιο απαιτητική στην πράξη.
Το νέο σύστημα αφορά σε ταξιδιώτες από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης που εισέρχονται στη ζώνη Σένγκεν για σύντομη παραμονή. Πλέον, η είσοδος, η έξοδος ή η άρνηση εισόδου καταγράφονται ψηφιακά, ενώ κατά την πρώτη διέλευση συλλέγονται βιομετρικά δεδομένα, όπως φωτογραφία προσώπου και δακτυλικά αποτυπώματα. Στόχος είναι η πιο αποτελεσματική παρακολούθηση των μετακινήσεων και ο εντοπισμός όσων υπερβαίνουν το επιτρεπόμενο διάστημα παραμονής.
Στην πράξη, ωστόσο, η εφαρμογή του συστήματος έχει ήδη προκαλέσει “ανταράξεις” επί εδάφους. Σε ορισμένα ευρωπαϊκά αεροδρόμια, οι αναμονές μπροστά από τα σημεία ελέγχου διαβατηρίων και τα ηλεκτρονικά κιόσκια φτάνουν ακόμη και τις τρεις ώρες, με επιβάτες να περιμένουν ανήσυχοι, κρατώντας στο χέρι διαβατήρια και κάρτες επιβίβασης, υπό τον φόβο ότι η καθυστέρηση θα τους κοστίσει την πτήση. Δεν είναι τυχαίο ότι αεροπορικές εταιρείες, όπως η Ryanair, ζητούν την αναστολή του μέτρου έως τον Σεπτέμβριο, υποστηρίζοντας ότι τα προβλήματα είναι εντονότερα σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Μάλτα και επηρεάζουν ιδιαίτερα τους Βρετανούς ταξιδιώτες.
Από την πλευρά της, η Κομισιόν επιχειρεί να περιορίσει την εικόνα γενικευμένης δυσλειτουργίας. Ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για θέματα Εσωτερικών Υποθέσεων, Markus Lammert, επισήμανε ότι στη μεγάλη πλειονότητα των κρατών-μελών το σύστημα λειτουργεί κανονικά. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, από την έναρξη της σταδιακής εφαρμογής του τον Οκτώβριο του 2025 έχουν καταγραφεί περισσότερες από 61 εκατομμύρια είσοδοι και έξοδοι, περίπου 3.000 αρνήσεις εισόδου, ενώ 770 άτομα εντοπίστηκαν ως απειλή για την ασφάλεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο εκπρόσωπος της Κομισιόν σημείωσε ότι ο μέσος χρόνος διεκπεραίωσης διαμορφώνεται στα περίπου 70 δευτερόλεπτα ανά ταξιδιώτη, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις πέφτει ακόμη και στα 30 δευτερόλεπτα. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν αεροδρόμια και αεροπορικές εταιρείες, ακόμη και μικρές καθυστερήσεις ανά επιβάτη μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντική συμφόρηση, όταν φτάνουν ταυτόχρονα πολλές πτήσεις.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Κομισιόν άφησε περιθώρια “ευελιξίας” στην εφαρμογή του EES, επιτρέποντας στα κράτη-μέλη να προσαρμόζουν τη διαδικασία ανάλογα με τις συνθήκες, ιδίως σε περιόδους αιχμής. Στην πράξη, αυτό μεταφράζεται στη δυνατότητα προσωρινού περιορισμού πιο χρονοβόρων ελέγχων, όπως η συλλογή βιομετρικών δεδομένων, όταν παρατηρούνται μεγάλες ουρές.
Με τις εικόνες ταλαιπωρίας σε άλλα ευρωπαϊκά αεροδρόμια να λειτουργούν ως σαφές προειδοποιητικό σήμα, η Ελλάδα επέλεξε να κινηθεί γρήγορα, επιχειρώντας να προλάβει αντίστοιχα φαινόμενα. Έτσι αποφάσισε να εξαιρέσει τους Βρετανούς ταξιδιώτες από τη διαδικασία βιομετρικής καταγραφής, διατηρώντας για αυτούς την απλή καταχώρηση στοιχείων εισόδου και εξόδου. Η απόφαση αναμένεται να περιορίσει την πίεση στους ελέγχους, δεδομένου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή τουριστών για την Ελλάδα, με περίπου 5 εκατομμύρια αφίξεις το 2025.
Την ίδια ώρα, τόσο το αεροδρόμιο της Αθήνας όσο και οι αεροπορικές εταιρείες καλούν τους επιβάτες που υπάγονται στο νέο σύστημα να προσέρχονται τουλάχιστον δύο έως τρεις ώρες πριν από την πτήση τους, προκειμένου να περιοριστεί ο κίνδυνος καθυστερήσεων.
Μέχρι στιγμής δεν έχουν καταγραφεί περιστατικά απώλειας πτήσεων ή σοβαρές καθυστερήσεις που να αποδίδονται αποκλειστικά στις νέες διαδικασίες, ωστόσο ο προβληματισμός παραμένει. Ήδη εξετάζονται εναλλακτικά σενάρια διαχείρισης της αυξημένης επιβατικής κίνησης, καθώς τους επόμενους μήνες αναμένεται περαιτέρω άνοδος των αφίξεων, ιδιαίτερα από αγορές όπως η αμερικανική, που αποτελεί μία από τις πλέον δυναμικές για το αεροδρόμιο “Ελευθέριος Βενιζέλος”.
Πηγή: capital.gr


















