• Το 7ήμερο, που έδωσε λύση στην υποστελέχωση, μετατρέπεται σε «παγίδα» προστίμων λόγω ερμηνευτικής ασάφειας • Οι συμβάσεις εμφανίζονται ως «ενεργές» στο σύστημα, αλλά οι ελεγκτές από την Αθήνα επιβάλλουν κυρώσεις
Η τουριστική αυλαία για τη Ρόδο άνοιξε ωστόσο, πίσω από την πυρετώδη προετοιμασία των επιχειρήσεων και την ετοιμότητα του προσωπικού, το καίριο ζήτημα της εφαρμογής των τοπικών συμβάσεων παραμένει χωρίς οριστική διευθέτηση.
Παρά το γεγονός ότι από τις αρχές Μαρτίου το Εργατικό Κέντρο Ρόδου (ΕΚΡ) και οι τοπικοί επαγγελματικοί φορείς είχαν επισημάνει με κάθε επίσημο τρόπο την ανάγκη για σαφείς κανόνες πριν από την πρώτη άφιξη επισκεπτών, η σεζόν ξεκίνησε χωρίς ακόμα να έχει δοθεί η πολυπόθητη απάντηση από το Υπουργείο Εργασίας.
Η έλλειψη μιας ξεκάθαρης ερμηνευτικής γραμμής γύρω από τις Τοπικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΤΣΣΕ) στην εστίαση και στα ξενοδοχεία δημιουργεί ένα περιβάλλον έντονης ανασφάλειας, θέμα το οποίο ανέδειξε η «δ». Ενώ οι συμβάσεις αυτές αποτελούν το προϊόν ενός γόνιμου και επίπονου κοινωνικού διαλόγου στη Ρόδο και εμφανίζονται ως «ενεργές» στα επίσημα ψηφιακά μητρώα του κράτους, η πρακτική τους εφαρμογή συνεχίζει να προσκρούει σε σοβαρές δυσκολίες κατά τη διάρκεια των ελέγχων που διενεργούνται στο νησί.
Το πρόβλημα, το οποίο είχε αναδειχθεί ήδη από την προηγούμενη τουριστική περίοδο, επανέρχεται φέτος με ακόμα πιο επιτακτικό τρόπο. Οι τοπικές συμφωνίες στη Ρόδο αποτελούν το αποτέλεσμα μιας ώριμης στάσης των κοινωνικών εταίρων που αναγνώρισαν ότι οι ιδιαιτερότητες του νησιού απαιτούν ειδικές ρυθμίσεις. Στόχος ήταν να προσφερθούν λύσεις σε χρόνια προβλήματα, όπως η οξεία έλλειψη προσωπικού, διασφαλίζοντας παράλληλα τα δικαιώματα, τις αμοιβές και την εργασιακή ειρήνη.
Ωστόσο, η απουσία μιας ενιαίας οδηγίας από την κεντρική διοίκηση έχει οδηγήσει σε αυτό που οι φορείς αποκαλούν «ελεγκτική διγλωσσία». Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπόψη των σωματείων και των επαγγελματικών ενώσεων, παρατηρείται το φαινόμενο η τοπική Επιθεώρηση Εργασίας στη Ρόδο να αναγνωρίζει το πλαίσιο των τοπικών συμβάσεων, ενώ κλιμάκια που καταφθάνουν στο νησί από την Αθήνα ή άλλες περιοχές της χώρας να υιοθετούν μια εντελώς διαφορετική ερμηνεία.
Το αποτέλεσμα είναι να επιβάλλονται εξοντωτικά πρόστιμα σε επιχειρήσεις που εφαρμόζουν πιστά τους όρους των ίδιων αυτών συμβάσεων, τις οποίες το κράτος θεωρεί ψηφιακά έγκυρες! Αυτό το νομικό παράδοξο ναρκοθετεί την εμπιστοσύνη στην αγορά εργασίας, καθώς οι εργοδότες βρίσκονται εκτεθειμένοι παρά τη νομιμότητά τους, και οι εργαζόμενοι στερούνται ενός σταθερού πλαισίου αναφοράς.
Κεντρικό σημείο της τριβής αποτελεί η πρόβλεψη για τη δυνατότητα απασχόλησης την έβδομη ημέρα της εβδομάδας. Πρόκειται για μια ρύθμιση-κλειδί που εντάχθηκε στην τοπική σύμβαση ως μια αναγκαία «βαλβίδα αποσυμπίεσης» για τη διαχείριση της αυξημένης ζήτησης κατά την περίοδο αιχμής. Η ρύθμιση αυτή προβλέπει απασχόληση μόνο υπό την προϋπόθεση της ρητής συναίνεσης του εργαζομένου και την καταβολή σημαντικών προσαυξήσεων στην αμοιβή του.

Ενώ πέρυσι η πρωτοβουλία αυτή χαιρετίστηκε από πολλές τουριστικές περιοχές της Ελλάδας ως μια υποδειγματική λύση τοπικής συνεργασίας που δίνει διέξοδο στο πρόβλημα της υποστελέχωσης, η φετινή έναρξη της σεζόν βρίσκει τη ρύθμιση αυτή σε καθεστώς αμφισβήτησης. Οι επιχειρηματίες του κλάδου βρίσκονται σε απόγνωση. Από τη μία πλευρά καλούνται να αντεπεξέλθουν στις υψηλές απαιτήσεις των επισκεπτών και από την άλλη κινδυνεύουν με κυρώσεις λόγω της ερμηνευτικής ασάφειας που επικρατεί στην Αθήνα.
Την ίδια στιγμή, οι χιλιάδες εργαζόμενοι στον τουρισμό βρίσκονται σε μια «γκρίζα ζώνη». Πολλοί από αυτούς επιθυμούν την πρόσθετη εργασία με το ανάλογο οικονομικό όφελος, όμως η νομική προστασία που παρέχουν οι τοπικές συμφωνίες φαίνεται να εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εκάστοτε ελεγκτή. Αυτή η αβεβαιότητα επηρεάζει άμεσα την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών αλλά και την ψυχολογία των ανθρώπων που αποτελούν τη «βιτρίνα» του νησιού μας.
Ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Ρόδου, Παναγιώτης Εγγλέζος, μαζί με τους εκπροσώπους των σωματείων εστίασης και ξενοδοχοϋπαλλήλων, έχουν καταστήσει σαφές σε όλους τους τόνους ότι η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον. Ο «αγώνας δρόμου» που ξεκίνησε τον Μάρτιο για μια σειρά επαφών με την ηγεσία του Υπουργείου Εργασίας είχε ως μοναδικό στόχο, την οριστική αποσαφήνιση του τοπίου πριν από την επίσημη πρεμιέρα της σεζόν.
Η απουσία, ωστόσο, μιας έγκυρης και γραπτής απάντησης μέχρι σήμερα, μεταφέρει το βάρος της εκκρεμότητας και στη φετινή τουριστική περίοδο. Οι τοπικοί φορείς επισημαίνουν ότι η Ρόδος, δεν μπορεί να λειτουργεί υπό καθεστώς πειραματισμού ή αβεβαιότητας. Η εργασιακή ειρήνη, η οποία διαφυλάχθηκε με κόπο και αμοιβαίες υποχωρήσεις μέσω των τοπικών συμφωνιών, απειλείται πλέον από την έλλειψη συντονισμού μεταξύ των ελεγκτικών μηχανισμών και της κεντρικής διοίκησης.
Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι οι επαφές στην Αθήνα αναμένεται να κλιμακωθούν τις επόμενες ημέρες, καθώς η πίεση από την αγορά είναι πλέον αφόρητη. Το ζητούμενο παραμένει η έκδοση μιας σαφούς, δεσμευτικής και ενιαίας οδηγίας προς όλους τους ελεγκτικούς μηχανισμούς της χώρας, η οποία θα κατοχυρώνει την ισχύ των τοπικών συλλογικών συμβάσεων που παραμένουν αναρτημένες και ενεργές.
Σε μια χρονική συγκυρία όπου ο τουρισμός καλείται να αποτελέσει για άλλη μια φορά το στήριγμα της εθνικής οικονομίας, η διατήρηση τέτοιων εκκρεμοτήτων κρίνεται τουλάχιστον οξύμωρη. Η Ρόδος έχει αποδείξει διαχρονικά ότι διαθέτει τα αντανακλαστικά να αυτορυθμίζεται μέσω του υγιούς κοινωνικού διαλόγου, εξασφαλίζοντας την εργασιακή ειρήνη ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες.
Το ζήτημα που ανακύπτει πλέον υπερβαίνει τα στενά όρια της γραφειοκρατικής διευθέτησης και όπως επισημαίνει ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Ρόδου η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εργασίας οφείλει να αντιληφθεί ότι η σιωπή και η αναμονή δεν αποτελούν λύση, αλλά επιτείνουν το πρόβλημα.
Η τοπική κοινωνία, οι εργαζόμενοι και οι επιχειρηματίες του νησιού αναμένουν πλέον πράξεις καθώς οποιαδήποτε περαιτέρω καθυστέρηση στην έκδοση των απαραίτητων διευκρινίσεων, την ώρα που η σεζόν έχει ήδη ανοίξει, θα βαρύνει αποκλειστικά εκείνους που αρνούνται να δώσουν καθαρές απαντήσεις σε ξεκάθαρα ερωτήματα.













