• Το Δικαστήριο διέταξε επανάληψη της συζήτησης και όρισε πραγματογνώμονα γραφολόγο, ζητώντας απαντήσεις για γνησιότητα γραφής και υπογραφής, χρήση ίδιου ή διαφορετικού στυλογράφου και τυχόν προϊχνογράφηση, ενώ παράλληλα τέθηκε και ζήτημα αποδείξεων καταχώρισης ως προς τα ακίνητα
Σημαντική διαδικαστική εξέλιξη καταγράφει η υπ’ αριθ. 17/2026 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, σε υπόθεση που αφορά αγωγή ακύρωσης ιδιόγραφης διαθήκης.
Το Δικαστήριο κατέληξε ότι με τα διαθέσιμα αποδεικτικά μέσα δεν μπορεί να σχηματίσει ασφαλή δικανική πεποίθηση για τη γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής στο επίδικο κείμενο και, γι’ αυτό, παραγγέλθηκε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, με σαφώς διατυπωμένα ερωτήματα, πριν από οποιαδήποτε οριστική κρίση επί της ουσίας.
Για την ενάγουσα κατέθεσε προτάσεις η δικηγόρος κ. Κυριακούλα Χριστίνα Αυγερινού, ενώ για τον εναγόμενο κατέθεσε προτάσεις η δικηγόρος κ. Πολυξένη Χατζηγιάννη.
Η αγωγή αφορά ιδιόγραφη διαθήκη με ημερομηνία 8 Σεπτεμβρίου 2018, η οποία δημοσιεύθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου και στη συνέχεια κηρύχθηκε κυρία. Η ενάγουσα, όπως προκύπτει από το ιστορικό που εκτίθεται, αμφισβητεί τη γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής και στηρίζει την κύρια βάση της αγωγής στην ακυρότητα λόγω πλαστότητας. Παράλληλα προβάλλει επικουρική βάση ακυρότητας για έλλειψη ουσιωδών στοιχείων κύρους, με αναφορές σε ελλείψεις ως προς την ιδιόχειρη υπογραφή και εξωτερικά ελαττώματα, ενώ σωρεύει αιτήματα αναγνώρισης ότι είναι η εξ αδιαθέτου κληρονόμος συγκεκριμένων ακινήτων και επικουρικά αξίωση νόμιμης μοίρας.
Σύμφωνα με όσα περιλαμβάνονται στους κρίσιμους ισχυρισμούς, η ενάγουσα εκθέτει ότι είναι η μοναδική πλησιέστερη συγγενής και εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα της, κατοίκου εν ζωή Ρόδου, ο οποίος απεβίωσε στις 10 Σεπτεμβρίου 2021. Υποστηρίζει ότι ως κληρονομιαία περιουσία καταλείφθηκαν 6 ακίνητα, στην Ρόδο και στο Παραδείσι αλλά και στην Μεγίστη.
Η ενάγουσα αναφέρει ακόμη ότι μετά τον θάνατο του πατέρα της, με τον οποίο τηρούσαν τυπικές σχέσεις, ο εναγόμενος, ως αδελφός του αποβιώσαντος και θείος της, την ενημέρωσε ότι υπήρχε διαθήκη με την οποία η περιουσία θα περιερχόταν στα τέκνα του εναγόμενου και την παρότρυνε να προχωρήσει σε αποποίηση κληρονομιάς. Κατά την εκδοχή της, ακολούθησε έλεγχος της φερόμενης διαθήκης από την πληρεξούσια δικηγόρο της, από τον οποίο προέκυψε ότι η από 10 Φεβρουαρίου 2015 διαθήκη δεν ήταν ιδιόγραφη, καθώς ήταν δακτυλογραφημένη σε υπολογιστή.
Στη συνέχεια, αφού έλαβε τα απαιτούμενα πιστοποιητικά ότι δεν είχε δημοσιευθεί άλλη διαθήκη ούτε στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο Ρόδου ούτε στο Πρωτοδικείο Αθηνών, προέβη, όπως υποστηρίζει, σε συμβολαιογραφική αποδοχή κληρονομιάς για τα 6 ακίνητα, με 2 πράξεις αποδοχής κληρονομιάς συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης , οι οποίες, κατά τον ισχυρισμό της, μεταγράφηκαν νομίμως στα αρμόδια βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου και του Υποθηκοφυλακείου Μεγίστης.
Στο ίδιο πλαίσιο, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έκτοτε νέμεται και κατέχει τα ακίνητα, ότι άλλαξε τις κλειδαριές σε όλα και ότι έχει εκμισθώσει 2 εξ αυτών, ενώ αναφέρει και ύπαρξη χρημάτων σε τραπεζικό λογαριασμό του πατέρα της, για τα οποία προέβη στη νομιμοποίησή της ως κληρονόμος προσκομίζοντας τα απαιτούμενα έγγραφα στην τράπεζα.
Κρίσιμο σημείο στο αφήγημα της αγωγής αποτελεί ο ισχυρισμός ότι τον Οκτώβριο του 2022, όταν ο δικηγόρος της επισκέφθηκε τη Ρόδο, διαπίστωσε πως ο εναγόμενος είχε δημοσιεύσει άλλη ιδιόγραφη διαθήκη, διαφορετική από εκείνη που είχε αρχικά τεθεί υπό συζήτηση, με μεταγενέστερη χρονολογία 8 Σεπτεμβρίου 2018.
Η διαθήκη αυτή, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, δημοσιεύθηκε με πρακτικό του Ειρηνοδικείου Ρόδου και κηρύχθηκε κυρία με διάταξη του ίδιου Δικαστηρίου, ενώ με βάση αυτήν εκδόθηκε στη συνέχεια διαταγή κληρονομητηρίου του Ειρηνοδικείου Ρόδου. Κατά το περιεχόμενο που επικαλείται η ενάγουσα, ο αποβιώσας φέρεται να κατέλειπε μοναδικό κληρονόμο στο σύνολο της περιουσίας του τον εναγόμενο.
Ως προς την αμφισβήτηση της γνησιότητας, η ενάγουσα αναφέρει ότι ανέθεσε σε ειδικό δικαστικό γραφολόγο και δικηγόρο τη διενέργεια γραφολογικής γνωμάτευσης για τη διαθήκη που δημοσιεύθηκε με το πρακτικό. Κατά τους ισχυρισμούς της, μετά από έλεγχο του πρωτοτύπου και αντιπαραβολή με έγγραφα που του παρείχε η ίδια και τα οποία περιλαμβάνουν υπογραφές και πρωτότυπη γραφή του αποβιώσαντος, ο γραφολόγος κατέληξε στο πόρισμα ότι η διαθήκη δεν γράφτηκε και δεν υπογράφηκε από τον διαθέτη αλλά από τρίτο πρόσωπο.
Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζητεί, κατά τους ισχυρισμούς που παραθέτει, να αναγνωριστεί η ακυρότητα λόγω πλαστότητας της από 8 Σεπτεμβρίου 2018 ιδιόγραφης διαθήκης που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία. Επικουρικά, σε περίπτωση μη αποδοχής του αιτήματος περί πλαστότητας, ζητεί να αναγνωριστεί η ακυρότητα λόγω έλλειψης ουσιωδών στοιχείων κύρους, με ειδική επίκληση έλλειψης ιδιόχειρης υπογραφής και εξωτερικών ελαττωμάτων κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα. Επιπλέον ζητεί να αναγνωριστεί ότι είναι η μοναδική νόμιμη εξ αδιαθέτου κληρονόμος στα 6 ακίνητα που περιγράφει και επικουρικά, σε περίπτωση που δεν αναγνωριστεί ακυρότητα της διαθήκης, ζητεί να αναγνωριστεί ότι η διαθήκη είναι άκυρη στο μέτρο που προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα της και ότι η ίδια είναι, ως μόνη νόμιμη μεριδούχος και αναγκαία κληρονόμος, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε όλη την περιουσία.
Ο διορισμός
πραγματογνώμονα και τα συγκεκριμένα ερωτήματα για τη διαθήκη
Το Δικαστήριο διέταξε τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και όρισε πραγματογνώμονα γραφολόγο, με υποχρέωση όρκισης εντός 30 ημερών από τη νόμιμη κοινοποίηση της απόφασης και κατάθεση πλήρως αιτιολογημένης έκθεσης εντός 60 ημερών από την όρκιση. Τα ερωτήματα που τίθενται είναι συγκεκριμένα και αφορούν το αν η διαθήκη γράφτηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από τον διαθέτη, αν έχει γραφεί και υπογραφεί στο σύνολό της με τον ίδιο ή με διαφορετικό στυλογράφο, καθώς και αν υπάρχουν ίχνη προϊχνογράφησης με μολύβι στον χώρο της υπογραφής. Με τον τρόπο αυτό, η πραγματογνωμοσύνη καλείται να απαντήσει όχι μόνο στο τελικό συμπέρασμα της γνησιότητας, αλλά και σε τεχνικά χαρακτηριστικά που, κατά τη δικαστική κρίση, είναι ικανά να φωτίσουν τον τρόπο σύνταξης του εγγράφου.














