ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ομιλία του Νίκου Νικολάου στη Βουλή των Ελλήνων για την 69η επέτειο της Ενσωμάτωσης της Δωδεκανήσου

news room 25 λεπτά ανάγνωση
Νίκος Νικολάου

Νοιώθω τιμή, συγκί­νηση, αλλά και περη­φά­νια που εκπρο­σωπώ την πατρίδα μου τη Δωδε­κά­νησο, ως ομι­λη­τής, στην εκδή­λωση της Επι­τρο­πής των Περι­φε­ρειών της Βουλής των Ελλήνων, για την 69η επέτειο της Ενσω­μά­τω­σης της Δωδε­κα­νή­σου στη μητέρα Ελλάδα. Κι ευχα­ρι­στώ από καρδιάς, τον κ. Πρόεδρο της Βουλής, τον κ. υπουργό Ναυ­τι­λίας και Νησιω­τι­κής Πολι­τι­κής, τον πρόεδρο και τα μέλη της Επι­τρο­πής Περι­φε­ρειών, τους φίλους Δωδε­κα­νή­σιους βου­λευ­τές και τους παρό­ντες συμπα­τριώ­τες μας, αλλά και όλους, όσοι με την παρου­σία τους τιμούν την επέτειο-ορόσημο της δωδε­κα­νη­σια­κής και τη νεό­τε­ρης ελλη­νι­κής ιστο­ρίας.

Σπάνια ένας τόπος έχει δια­τρέ­ξει παρό­μοια ιστο­ρική δια­δρομή, όπως τα Δωδε­κά­νησα, με συνε­χείς συγκρού­σεις και αγώνες, στε­ρή­σεις και θυσίες, με προσ­δο­κίες και ανα­τρο­πές, μέχρι τη δικαί­ωση πόθων, ορα­μά­των και ελπίδων ενός λαού που μάτωσε, πάλεψε και στάθηκε πάντα όρθιος. Κάθε πέρασμα κατα­κτητή και μια δοκι­μα­σία, κάθε γύρισμα ιστο­ρι­κής σελίδας και μια απο­γο­ή­τευση, εξαι­τίας της αναλ­γη­σίας και την ανι­στό­ρη­της τακτι­κής των ισχυρών της γης.

Αξιό­τι­μοι, κυρίες και κύριοι,

Αφή­νουμε την κλε­ψύ­δρα του χρόνου να τρέχει κι ας ταξι­δέ­ψουμε, πίσω στα βάθη της δωδε­κα­νη­σια­κής ιστο­ρίας, που οι αρχές της χάνο­νται μέσα στο ημίφως της προϊ­στο­ρίας και της μυθο­λο­γίας. Ιχνη­λα­τώ­ντας τη μακραί­ωνη και πλούσια αυτή ιστορία, δεν θα δυσκο­λευ­τούμε να ανα­κα­λύ­ψουμε τη δική μας ταυ­τό­τητα.

Ο Όμηρος στη Β’ ραψωδία της Ιλιάδας, στον κατά­λογο των ελλη­νί­δων πόλεων και των καρα­βιών, με τα οποία μετεί­χαν στον Τρωικό πόλεμο, ανα­φέ­ρει ονο­μα­στικά και τα νησιά της Δωδε­κα­νή­σου. Διαβάζω τους σχε­τι­κούς στίχους, σε μετά­φραση:

«Και ο Τλη­πό­λε­μος τρανός και ωραίος Ηρα­κλεί­δης, εννέα πρύμνες έφερνε Ροδίων αγε­ρώ­χων, που εις τρεις μοι­ρά­σαν το νησί της Ρόδου χώρες όλο, της Λίνδου, της Ιαλυσού, της ασπρο­χώ­μα­της Καμίρου». Και συνε­χί­ζει:

«Τους άνδρες απ’ την Νίσυρον, την Κάρ­πα­θον, την Κάσον, και απ’ τες Καλύ­δνες και απ’ την Κω την πόλιν του Ευρυ­πύ­λου, εδιοι­κούσε ο Άντιφος και ο Φεί­διπ­πος, βλα­στά­ρια, του βασι­λέως Θεσ­σα­λού του γόνου του Ηρα­κλέ­ους. Κι είχαν τριάντα βαθουλά κατόπιν τους καράβια». Και τελειώ­νει με τη Σύμη.

«Από την Σύμην ο Νιρεύς καράβια φέρνει τρία, της Αγλαΐας ο Νιρεύς και του Χαρόπου αγόρι, οπού στο κάλλος, ο Νιρεύς, αν έλειπε ο Πηλεί­δης, θα επρώ­τευε των Δαναών όσ’ ήλθαν εις την Τροίαν».

Με τη μνεία αυτή, κατά τον Κων/νο Δεσπο­τό­πουλο, ο Όμηρος εκδίδει γεραρό, εγκυ­ρό­τατο πιστο­ποι­η­τικό της ελλη­νι­κής ιθα­γέ­νειας της Δωδε­κα­νή­σου!

Γύρω στον 6ο αιώνα οι τρεις ροδια­κές πόλεις, με τη συμ­με­τοχή της Κω και των μικρα­σια­τι­κών δωρικών πόλεων, της Κνίδου και της Αλι­καρ­νασ­σού ιδρύουν ένα είδος Κοι­νο­πο­λι­τείας, τη Δωρική Εξάπολη και αποι­κίες ως τις άκρες της Μεσο­γείου.

Τρανός άνδρας της εποχής, ο Κλε­ό­βου­λος ο Λίνδιος, ένας από τους εφτά σοφούς της αρχαιό­τη­τας.

Το 408 π.Χ. με τη συνέ­νωση των τριών πόλεων, Ιαλυσού, Καμίρου και Λίνδου, δημιουρ­γεί­ται η πόλη-κράτος Ρόδος, κτι­σμένη με το ιππο­δά­μειο ρυμο­το­μικό σύστημα. Πρω­το­στά­της, ο Δωριέας, γόνος της αρι­στο­κρα­τι­κής οικο­γέ­νειας των Δια­γο­ρι­δών, με τους ξακου­στούς ολυ­μπιο­νί­κες, τον Διαγόρα, τους γιους του Ακου­σί­λαο, Δαμά­γητο και Δωριέα, και τους εγγο­νούς του, Ευκλή και Πει­σί­ροδο.

Κατά την ελλη­νι­στική περίοδο, η Ρόδος, θα γνω­ρί­σει, πρω­τό­γνωρη πολι­τική, διπλω­μα­τική, εμπο­ρική και ναυτική ακμή και θα εξε­λι­χθεί σε παγκό­σμιο παι­δευ­τή­ριο του ελλη­νι­κού πολι­τι­σμού, πνευ­μα­τική πρω­τεύ­ουσα της Ελλάδος και της Μεσο­γείου. Είναι η πιο δημιουρ­γική περί­ο­δος της ιστο­ρίας της.

Ο ακα­δη­μαϊ­κός, Κων/νος Δεσπο­τό­που­λος, σε ομιλία του σε διεθνές συμπό­σιο στη Ρόδο, το 1992, λέει: «Η κατά Οράτιον πνευ­μα­τική άλωση της νική­τριας Ρώμης από την πολιτικο-στρατιωτικά υπο­ταγ­μένη Ελλάδα, είναι και επί­τευγμα των φιλο­σό­φων και επι­στη­μό­νων που γεν­νή­θη­καν ή έδρασαν στη Ρόδο. Κι αυτό το εύσημο, ελλη­νι­κό­τη­τας και οικου­με­νι­κό­τη­τας, ανήκει δίκαια στη Ρόδο». (Θέματα Ιστο­ρίας και Πολι­τι­σμού σελ.109).

Μεγάλες δόξες του νησιού, οι φιλό­σο­φοι, Παναί­τιος, και Ποσει­δώ­νιος, ο γλύπτης Λύσιπ­πος, ο Δει­νο­κρά­της, αρχι­τέ­κτο­νας του Μ. Αλε­ξάν­δρου, ο ζωγρά­φος Πρω­το­γέ­νης, ο μέγι­στος αστρο­νό­μος Ίππαρ­χος, ο Χάρης ο Λίνδιος, δημιουρ­γός του Κολοσ­σού, ενός από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, οι γλύπτες Αγή­σαν­δρος, Αθη­νό­δω­ρος και Πολύ­δω­ρος συν-δημιουργοί του συμπλέγ­μα­τος «Λαοκόων» και ο γλύπτης Πυθό­κρι­τος, με τη Νίκη της Σαμο­θρά­κης από λάρτιο (ροδί­τικο) μάρμαρο, αφιέ­ρωμα των Ροδίων στο ιερό των Καβεί­ρων, στη Σαμο­θράκη το 190 π.Χ.

Η Κως, με την πολυ­κύ­μα­ντη και ένδοξη ιστορία, γνώρισε εξαι­ρε­τική πνευ­μα­τική και καλ­λι­τε­χνική ακμή. Ο ποιητής Καλ­λί­μα­χος, απο­κα­λούσε τους Κώους, «σωτήρων ύπατον γένος». Κορυ­φαίος ανάμεσα στους ιερουρ­γούς της επι­στή­μης και της φιλο­σο­φίας που ανέ­δειξε το νησί, είναι ο πατέρας της Ιατρι­κής, ο Ιππο­κρά­της. Μετά το θάνατό του οι Κώοι έκτισαν το περί­φημο Ασκλη­πιείον, προς τιμήν του θεού Ασκλη­πιού. Από την ονο­μα­στή Ιατρική Σχολή της Κω προ­ήλ­θαν δια­πρε­πείς ιατροί στα ελλη­νι­στικά χρόνια, καθώς και ιερο­φά­ντες της λογο­τε­χνίας, ο Φιλητάς, ο Θεό­κρι­τος, ο Ηρώνδας.

Από τη Λέρο, το νησί της θεάς Άρτεμης, προ­ερ­χό­ταν ο ιστο­ρι­κός Φερε­κύ­δης και ο ποιητής Δημό­δι­κος.

Στην Τήλο, γεν­νή­θηκε η ποι­ή­τρια Ήριννα, που αν και νεότατη, θεω­ρή­θηκε ισάξια της Σαπφούς.

Η Κάρ­πα­θος, η «Ηνε­μό­εσσα», το σταυ­ρο­δρόμι των ανέμων, η αρχαία Τετρά­πο­λις, με το Ποτί­δαιον την Αρκεσία, την Βρυ­κού­ντα και τη Νίσυρο στη νησίδα της Σαρίας.

Η Κάσος, η αδά­μα­στη κυρά της θάλασ­σας, χάρισε στην Ελλάδα και στην παγκό­σμια ιστορία το Ολο­καύ­τωμα, στους αγώνες της εθνικής παλιγ­γε­νε­σίας.

Η Κάλυ­μνος, οι αρχαίες Κάλυ­δναι νήσοι, το νησί των σφουγ­γα­ρά­δων αλλά και των γραμ­μά­των, με την κορυ­φαία μορφή του δωδε­κα­νη­σια­κού αγώνα, τον εθνα­πό­στολο, Σκεύο Ζερβό.

Η ιερή Πάτμος η «Ιερου­σα­λήμ του Αιγαίου», είναι το νησί της Απο­κα­λύ­ψεως, έργο του Ευαγ­γε­λι­στή Ιωάννη, εξό­ρι­στου στην Πάτμο.

Οι Λειψοί η αρχαία “Λειψία”, κατά μία μυθο­λο­γική εκδοχή, η ομηρική Ωγυγία, το νησάκι της Καλυψώς, ανα­πό­σπα­στα δεμένη με την Πάτμο.

Η Σύμη, η αρχαία Μεγα­πο­πο­ντίς, και αργό­τερα Αίγλη, το νησί των ναυ­πη­γών αλλά και των γραμ­μά­των, πρω­το­στά­τησε σε όλους τους αγώνες των Δωδε­κα­νη­σίων. Η ονο­μα­στή Μονή του Πανορ­μίτη, απο­τε­λεί καύχημα και ιερό προ­σκύ­νημά της.

Η Νίσυρος, είναι δημιούρ­γημα της Γιγα­ντο­μα­χίας, μεταξύ του Ποσει­δώνα και του Γίγαντα Πολυ­βώτη, σύμφωνα με την ελλη­νική μυθο­λο­γία.

Από την Αστυ­πά­λαια, την Ιχθυό­εσσα, ήταν ο Φάλαρις, διά­ση­μος τύραν­νος του Ακρά­γα­ντα της Σικε­λίας, κι ο ολυ­μπιο­νί­κης Κλε­ο­μή­δης.

Η Χάλκη, νησί της παγκό­σμιας ειρήνης και φιλίας, ακο­λου­θεί τη Ρόδο στην ιστο­ρική της πορεία.

Το Καστελ­λό­ριζο ή Μεγίστη, το έσχατο σύνορο της ελλη­νι­κής επι­κρά­τειας και της Ευρώπης, με την εμβλη­μα­τική μορφή της «Κυράς της Ρω», που επί 40 χρόνια, ύψωνε την ελλη­νική σημαία.

Το Αγα­θο­νήσι, η αρχαία Υετούσα η βορειό­τερη νησίδα του δωδε­κα­νη­σια­κού συμπλέγ­μα­τος.

Ας μην ξεχά­σουμε τους βιγλά­το­ρες του Αιγαίου, την Τέλενδο και την Ψέριμο, τους Αρκιούς, την Κίναρο, τα Λέβιθα, το Μαράθι, τη Σύρνα, το Γυαλί, το Φαρ­μα­κο­νήσι, κου­κί­δες στο χάρτη, αλλά τερά­στιας στρα­τη­γι­κής σημα­σίας, με λίγους κατοί­κους, σύγ­χρο­νους Ροβιν­σώ­νες, κι ακόμα τις πολλές νησίδες και βρα­χο­νη­σί­δες του Δωδε­κα­νη­σια­κού Αρχι­πε­λά­γους. Γυρί­ζουμε και πάλι πίσω στην ιστορία.

Το 1309, θα ολο­κλη­ρω­θεί η κατά­ληψη της Ρόδου, της Κω και της Λέρου από τους Ιππότες του Τάγ­μα­τος του Αγίου Ιωάννη, των Ιερο­σο­λυ­μι­τών, αφού προη­γή­θη­καν δια­πραγ­μα­τεύ­σεις για την παρα­χώ­ρησή τους από τον τελευ­ταίο τιμα­ριούχο Vignolo di Vignoli. Λίγο αργό­τερα, θα ακο­λου­θή­σουν και τα υπό­λοιπα νησιά της σημε­ρι­νής Δωδε­κα­νή­σου, εκτός της Καρ­πά­θου και της Κάσου, που θα υπα­χθούν στην ενε­το­κρη­τική οικο­γέ­νεια των Κορ­νά­ρων, και της Αστυ­πά­λαιας, στους Quirini της Νάξου. Η Πάτμος, μετά την πτώση της Πόλης, θα τύχει μιας ιδιαί­τε­ρης αυτο­νο­μίας.

Η Ρόδος, θα απο­κτή­σει στα χρόνια της Ιππο­το­κρα­τίας μεγάλη στρα­τη­γική και οικο­νο­μική σπου­δαιό­τητα και το λιμάνι της θα γίνει μια από τις πύλες της δυτικής Ευρώπης προς την Ανατολή. Οι οκτώ Εθνότητες-Γλώσσες, του Τάγ­μα­τος του Αγίου Ιωάννη, από τις καθο­λι­κές χώρες της Ευρώπης, θα μπο­ρού­σαν να θεω­ρη­θούν ως πρό­πλα­σμα, της σημε­ρι­νής Ευρω­παϊ­κής Ένωσης.

Τον Ιούνιο του 1522, μετά από αλλε­πάλ­λη­λες απο­τυ­χη­μέ­νες πολιορ­κίες, οι Οθω­μα­νοί, υπό τον σουλ­τάνο, Σου­λεϊ­μάν τον Μεγα­λο­πρεπή, κατα­λαμ­βά­νουν τη Ρόδο και τα Δωδε­κά­νησα. Οι Ιππότες, θα απο­χω­ρή­σουν την 1η του Γενάρη του 1523 για την Κρήτη, για να εγκα­τα­στα­θούν, από το 1530, στη Μάλτα.

Η περί­ο­δος της Τουρ­κο­κρα­τίας, είναι μια από τις πιο ζοφερές και μακραί­ω­νες περιό­δους της δωδε­κα­νη­σια­κής ιστο­ρίας. Η Ρόδος και τα Δωδε­κά­νησα, θα ζήσουν το δικό τους μεσαί­ωνα, μέσα στο σκο­τα­δι­σμό και την απόλυτη ραστώνη των Οσμαν­λή­δων. Όμως, οι θεσμοί της Δημο­γε­ρο­ντίας και της Ορθο­δό­ξου Κοι­νό­τη­τας θα δια­φυ­λά­ξουν ανέπαφη τη θρη­σκεία και την ελλη­νι­κό­τητά των κατοί­κων τους.

Κατά την εθνε­γερ­σία του 1821, όλα τα νησιά, βρέ­θη­καν στο πλευρό του μαχό­με­νου Έθνους, πλη­ρώ­νο­ντας φόρο αίματος. Οι Τούρκοι κατέ­στρε­ψαν την Κάσο ολο­σχε­ρώς, το 1824, με το γνωστό Ολο­καύ­τωμα. Η Κως πλήρωσε με αίμα τη μεγάλη σφαγή του Ιουλίου του 1821. Η Ρόδος, ως έδρα του Τούρκου διοι­κητή και βάση των στρα­τευ­μά­των της περιο­χής, δεν μπόρεσε, να πάρει μέρος στην επα­νά­σταση. Συμ­βάλ­λουν όμως στον αγώνα του υπό­δου­λου Έθνους παντοιο­τρό­πως. Ξεχω­ρί­ζουν, ο Πάτμιος Εμμα­νουήλ Ξάνθος, ιδρυ­τικό μέλος της Φιλικής Εται­ρείας, ο Πανα­γιώ­της Ρόδιος, αγω­νι­στής και, αργό­τερα, υπουρ­γός επί Καπο­δί­στρια, ο Δημή­τριος Θέμελης και άλλοι εξίσου επι­φα­νείς αγω­νι­στές.

Το Πρω­τό­κολλο του Λον­δί­νου της 23ης Φεβρουα­ρίου του 1830, άφησε, δυστυ­χώς, τα Δωδε­κά­νησα έξω από τα σύνορα του ελεύ­θε­ρου κράτους, παρά τους αγώνες και τις θυσίες τους. Προ­τι­μή­θηκε η Εύβοια, για την ασφά­λεια του νεο­σύ­στα­του κράτους.

Τα νησιά μας, θα παρα­μεί­νουν υπό­δουλα μέχρι το 1912, όταν τους ανα­το­λί­τες δυνά­στες θα τους δια­δε­χθούν οι νέο-αποικιοκράτες Ιταλοί. Οι Δωδε­κα­νή­σιοι είδαν σ’ αυτήν την προ­σω­ρινή, όπως πίστευαν, κατοχή, πιο αισιό­δο­ξες προ­ο­πτι­κές. ¨Όμως, τα πολι­τικά διπλω­μα­τικά και στρα­τιω­τικά γεγο­νότα, που εξε­λίσ­σο­νται με ραγδαίο ρυθμό, τους δια­ψεύ­δουν. Ας τα παρα­κο­λου­θή­σουμε:

Τον Σεπτέμ­βρη του 1911, η Ιταλία, κηρύτ­τει τον πόλεμο στην Τουρκία, για τα εδάφη της Τρι­πο­λί­τι­δας και της Κυρη­ναϊ­κής (σημε­ρινή Λιβύη). Η παρά­ταση των επι­χει­ρή­σεων, τραυ­μά­τιζε το κύρος της Ιταλίας που για αντι­πε­ρι­σπα­σμό, θέλο­ντας να πλήξει τον εχθρό στην Ανατολή, στρά­φηκε προς τα νησιά μας.

Στις 4 Μαΐου 1912, οι Ιταλοί απο­βι­βά­ζουν στη Ρόδο πολυ­πληθή στρατό, υπό τον αντι­στρά­τηγο Giovanni Ameglio. Οι Τούρκοι, υπο­χω­ρούν στο εσω­τε­ρικό του νησιού και οι Ιταλοί με τη μάχη της Ψίνθου, τους υπο­χρε­ώ­νουν σε παρά­δοση. Μέχρι τις 20 Μαΐου, είχαν κατα­λά­βει και τα υπό­λοιπα νησιά, πλην του Καστελ­λο­ρί­ζου, που θα προ­στε­θεί σ’ αυτά τον Μάρτιο του 1921. Η ιστορία και πάλι έχει γυρίσει σελίδα.

Οι νησιώ­τες, οργα­νώ­νουν Παν­δω­δε­κα­νη­σιακό Συνέ­δριο στην Πάτμο, τον Ιούνιο του 1912, και με ψήφισμα, κηρύσ­σουν τα νησιά ενιαία αυτό­νομη «Πολι­τεία του Αιγαίου». Ο Ιταλός διοι­κη­τής, απο­κα­λύ­πτο­ντας πλέον τις πραγ­μα­τι­κές του προ­θέ­σεις, προ­βαί­νει σε συλ­λή­ψεις και διώξεις των αντι­προ­σώ­πων. Όμως, το ψήφισμα του Συνε­δρίου και οι δια­μαρ­τυ­ρίες για τη μη τήρηση των υπε­σχη­μέ­νων, αφυ­πνί­ζουν συνει­δή­σεις, ξεση­κώ­νουν αντι­δρά­σεις και καθι­στούν το «Δωδε­κα­νη­σιακό», διεθνές Ζήτημα.

Τον Οκτώβρη του 1912 ξεσπά ο Α΄ Βαλ­κα­νι­κός πόλεμος. Η Τουρκία, πανι­κό­βλητη, συν­θη­κο­λο­γεί και υπο­γρά­φει στο Ouchy της Λοζάνης, ιτα­λο­τουρ­κική συνθήκη, σύμφωνα με την οποία ανα­γνω­ρί­ζει την ιταλική κυριαρ­χία στη Λιβύη, με αντάλ­λαγμα την επι­στροφή των υπό κατοχή νησιών.

Κύμα ανα­τα­ρα­χής συγκλο­νί­ζει τα Δωδε­κά­νησα, αφού με την θριαμ­βευ­τική ελλη­νική πορεία στους βαλ­κα­νι­κούς πολέ­μους, ο ελλη­νι­κός στρατός και στόλος ελευ­θε­ρώ­νουν το ένα μετά το άλλο τα νησιά του Αιγαίου, και από μια τραγική συγκυ­ρία, για λίγους μόνο μήνες ιτα­λι­κής κατοχής, τα Δωδε­κά­νησα, χάνουν τη μεγάλη ευκαι­ρία να απε­λευ­θε­ρω­θούν ορι­στικά!

Τον Ιούλιο του 1914, αρχίζει ο πρώτος παγκό­σμιος πόλεμος, με την Ελλάδα στο στρα­τό­πεδο της Αντάντ. Η Ιταλία προ­σχω­ρεί αργό­τερα, με τη μυστική συνθήκη του Λον­δί­νου, με το δέλεαρ της παρα­χώ­ρη­σης σ’ αυτήν, της Δωδε­κα­νή­σου. Στο τέλος του πολέμου, το 1919, η Ελλάδα θα είναι με τους νικητές.

Το Δωδε­κα­νη­σιακό Ζήτημα βρί­σκε­ται στο προ­σκή­νιο στο συνέ­δριο των υπουρ­γών εξω­τε­ρι­κών των νικη­τριών δυνά­μεων, στο Παρίσι. Ο Ελευ­θέ­ριος Βενι­ζέ­λος ζητεί την απόδοση των Δωδε­κα­νή­σων στην Ελλάδα, επι­κα­λού­με­νος λόγους εθνι­κοϊ­στο­ρι­κούς, και τη δια­κή­ρυξη για την αυτο­διά­θεση των λαών.

Στις 29 Ιουλίου 1919, υπο­γρά­φε­ται στο Παρίσι, η συμ­φω­νία Τιττόνι– Βενι­ζέ­λου, όμως η Ιταλία, την καταγ­γέλ­λει, με το πρό­σχημα ότι δεν είχαν ικα­νο­ποι­η­θεί πλήρως τα δικά της συμ­φέ­ρο­ντα. Ο Ελευ­θέ­ριος Βενι­ζέ­λος απειλεί να μην υπο­γρά­ψει τη συνθήκη ειρήνης και με τη μεγάλη του διπλω­μα­τική δει­νό­τητα προ­σε­ται­ρί­ζε­ται τις μεγάλες Δυνά­μεις που ανα­γκά­ζουν την Ιταλία σε νέες δια­πραγ­μα­τεύ­σεις.

Στις 10 Αυγού­στου του 1920, υπο­γρά­φε­ται η θριαμ­βευ­τική για τις ελλη­νι­κές θέσεις συνθήκη των Σεβρών, που όμως έμελλε να απο­δει­χθεί θνη­σι­γε­νής. Η Τουρκία παραι­τεί­ται, υπέρ της Ιταλίας, από κάθε κυριαρ­χικό της δικαί­ωμα στα Δωδε­κά­νησα κι η Ιταλία παραι­τεί­ται, με τη σειρά της, των δικαιω­μά­των αυτών, υπέρ της Ελλάδας. Για τη Ρόδο προ­βλέ­πε­ται, μελ­λο­ντικά, η αυτο­διά­θεση.

Ο λαός της Δωδε­κα­νή­σου πιστεύει ότι έφθασε η ώρα του και πανη­γυ­ρί­ζει, υψώ­νο­ντας παντού ελλη­νι­κές σημαίες. Ο πρό­ε­δρος Θεμι­στο­κλής Σοφού­λης, σε πανη­γυ­ρική συνε­δρί­αση της Βουλής, χαρα­κτη­ρί­ζει τα Δωδε­κά­νησα «μικρή, αλλά πανάρ­χαια και αμό­λυ­ντη, δια μέσου των αιώνων, κοιτίδα αγνού, ακραιφ­νούς και δυνατού Ελλη­νι­σμού».

Όμως, οι εκλογές του 1920, στερούν την Ελλάδα από τον ηγέτη της, τον Ελευ­θέ­ριο Βενι­ζέλο. Οι σύμ­μα­χοι εγκα­τα­λεί­πουν την Ελλάδα, που μένει αβο­ή­θητη απέ­να­ντι στους Τούρ­κους εθνι­κι­στές του Κεμάλ. Η Μικρα­σια­τική Κατα­στροφή του 1922, θα έχει ολέ­θριες συνέ­πειες για την Ελλάδα, και θα προ­κα­λέ­σει το ξερι­ζωμό του μικρα­σια­τι­κού ελλη­νι­σμού από τις πανάρ­χαιες κοι­τί­δες του.

Στις 28 Οκτω­βρίου 1922, το φασι­στικό καθε­στώς του Benito Mussolini επι­κρα­τεί στην Ιταλία.

Η Ελλάδα, αιμό­φυρτη κι εξου­θε­νω­μένη, σύρεται να υπο­γρά­ψει στις 24 Ιουλίου 1923, τη συνθήκη της Λοζάν­νης με διπλω­μα­τικό εκπρό­σωπο τον Ελ. Βενι­ζέλο που τις τρα­γι­κές εκείνες στιγμές τίθεται επι­κε­φα­λής της ελλη­νι­κής απο­στο­λής, προ­κει­μέ­νου να συνα­φθεί «έντιμος ειρήνη». Η Συνθήκη αυτή, σημα­το­δο­τεί και την de jure ιταλική πλήρη κυριαρ­χία της Δωδε­κα­νή­σου. Και πάλι η ιστορία έχει αλλάξει, για μια ακόμη φορά, σελίδα.

Η Ιταλία, με κυβερ­νήτη τον διπλω­μάτη Mario Lago, στο­χεύει στην εθνο­λο­γική αλλοί­ωση των νησιών, για να νοθεύ­σει την ελλη­νι­κό­τητά τους. Υπο­σκά­πτει τα θεμέλια του πυλώνα της Εκκλη­σίας, επι­χει­ρώ­ντας να την ανα­κη­ρύ­ξει Αυτο­κέ­φαλο. Επεμ­βαί­νει ωμά στην Παιδεία, με την επιβολή της ιτα­λι­κής γλώσσας, σε όλες τις βαθ­μί­δες της εκπαί­δευ­σης, για να αφελ­λη­νί­σει τις ευαί­σθη­τες παι­δι­κές ψυχές.

Πλήττει την Οικο­νο­μία, με μέτρα δυσμενή προς τους Έλληνες, αλλά ευνοϊκά υπέρ των Ιταλών, Εβραίων και Φρα­γκο­λε­βα­ντί­νων. Επι­διώ­κει την εξα­θλί­ωσή τους για να κάνει ευκο­λό­τερη την υποταγή του πλη­θυ­σμού. Στο­χεύει στη Δημο­γρα­φική αλλοί­ωση, με εκτο­πί­σεις, εξορίες, και την μετα­φορά Ιταλών εποίκων, στους αγρο­τι­κούς οικι­σμούς της Ρόδου και της Κω.

Με τον διάδοχο του Mario Lago, τετράρχη του φασι­σμού, Cesare Maria De Vecchi, αρχίζει η πιο σκληρή περί­ο­δος δια­κυ­βέρ­νη­σης των νησιών, από την αρχή της ιτα­λι­κής στρα­τιω­τι­κής κατοχής. Ο De Vecchi, θέλει να ανα­πλη­ρώ­σει το «χαμένο χρόνο», αφού θεω­ρούσε σκαν­δα­λώ­δες το γεγονός ότι, 24 συνο­λικά χρόνια ιτα­λι­κής Κατοχής, και δη τα 14 επί φασι­στι­κής περιό­δου, ο λαός συνε­χί­ζει να ομιλεί Ελλη­νικά. Το κορύ­φωμα των μέτρων του De Vecchi, υπήρξε η κατάρ­γηση όλων των ελλη­νι­κών σχο­λείων και ο πλήρης εξο­στρα­κι­σμός της ελλη­νι­κής γλώσσας.

Για τη σημασία της ελευ­θε­ρίας και της γλώσσας, ο αεί­μνη­στος Ρόδιος, φιλό­λο­γος, ποιητής και συγ­γρα­φέας, Φώτης Βαρέλης, στην επε­τειακή του ομιλία στη Ρόδο, με την παρου­σία του, τότε, προ­έ­δρου της Δημο­κρα­τίας, Χρήστου Σαρ­τζε­τάκη τονίζει:

΄»…Μιλή­σαμε για το παρελ­θόν και τις αρετές των προ­γό­νων μας. Όσο για το μέλλον τούτα τα δυο, θα σας πω. “Το πρώτο είναι: Προ­σέ­ξετε την ελευ­θε­ρία μας. Είναι η πρώτη ύλη της ευδαι­μο­νίας του ανθρώ­που και ζητάει: Αυτο­γνω­σία, αυτο­πει­θαρ­χία, σεβασμό και τιμιό­τητα στην εργασία μας. Ζητάει αγάπη, ανθρω­πιά και δικαιο­σύνη.

Το δεύτερο είναι: Προ­σέ­ξετε τη γλώσσα μας γιατί: Τίποτε άλλο, πιο ακριβό από τη γλώσσα, δεν κλη­ρο­νο­μή­σαμε από τους πατε­ρά­δες μας. Και τίποτε άλλο, πιο ακριβό από τη γλώσσα, δεν πρό­κει­ται να δώσουμε κλη­ρο­νο­μιά στα παιδιά μας. Σ’ όλη της την πορεία. Από τις πρώτες της πηγές μέχρι σήμερα. Όχι κομμένη από κάποιο σημείο και ύστερα γιατί θα ξεραθεί. Από κει αντλούμε την ιστορία μας, από κει αντλούμε τις δυνά­μεις του έθνους μας».

Η κήρυξη του ελλη­νοϊ­τα­λι­κού πολέμου, στις 28 Οκτω­βρίου 1940 και το περή­φανο «ΟΧΙ» του ελλη­νι­κού λαού στους Ιταλούς εισβο­λείς, ανα­θερ­μαί­νει τις ελπίδες των Δωδε­κα­νη­σίων. Δωδε­κα­νή­σιος είναι ο πρώτος νεκρός αξιω­μα­τι­κός του πολέμου, ο υπο­λο­χα­γός Αλέ­ξαν­δρος Διάκος από τη Χάλκη.

Οι Δωδε­κα­νή­σιοι που ζουν στην ελεύ­θερη Ελλάδα, κατα­τάσ­σο­νται στον ελλη­νικό στρατό και συγκρο­τούν το «Σύνταγμα Εθε­λο­ντών Δωδε­κα­νη­σίων», με πρω­το­στάτη τον Ρόδιο Ιωάννη Καζούλλη και διοι­κητή τον ταγ­μα­τάρχη Μάρκο Κλαδάκη από τη Σύμη.

Στις 27 Απρι­λίου 1941, η πατρίδα μας, καταρ­ρέει κάτω από τα χτυ­πή­ματα των γερ­μα­νι­κών στρα­τευ­μά­των. Οι Γερ­μα­νοί, εγκα­θι­στούν δικές τους φρουρές στα μεγα­λύ­τερα από τα νησιά της Δωδε­κα­νή­σου.

Η πτώση του Mussolini, στις 25 Ιουλίου 1943 κι η συν­θη­κο­λό­γηση της Ιταλίας στις 8 Σεπτεμ­βρίου 1943, το γνωστό Armistizio, σημα­το­δο­τεί δρα­μα­τι­κές εξε­λί­ξεις στα Δωδε­κά­νησα. Οι Ιταλοί, παρα­δί­δο­νται στους πρώην συμ­μά­χους τους, Γερ­μα­νούς. Όσοι αντι­τά­χθη­καν, βρήκαν κατα­φύ­γιο στους Δωδε­κα­νη­σί­ους που, ξεχνώ­ντας τα όσα υπέ­φε­ραν, έγραψαν ακόμα μια σελίδα απα­ρά­μιλ­λης ανθρω­πιάς και μεγα­λείου.

Με την επο­ποιϊα της Εθνικής Αντί­στα­σης του λαού, ξημέ­ρωσε η πολυ­πό­θητη ημέρα της απε­λευ­θέ­ρω­σης της πατρί­δας μας, αλλά τα Δωδε­κά­νησα συνέ­χι­σαν να στε­νά­ζουν κάτω από τη ναζι­στική μπότα.

Τα χρόνια της γερ­μα­νι­κής κατοχής ήταν σκληρά για τους Δωδε­κα­νη­σί­ους, με θανά­τους από τη φοβερή πείνα και τις εκτε­λέ­σεις πατριω­τών. Ο ναζι­στι­κός αντι­ση­μι­τι­σμός θέτει σε διωγμό τους Εβραί­ους της Ρόδου και της Κω, που οδη­γού­νται στα γερ­μα­νικά κολα­στή­ρια.

Κάτω από τις τρα­γι­κές αυτές συν­θή­κες εκδη­λώ­θηκε η αντί­σταση των Δωδε­κα­νη­σίων. Οργα­νώ­θη­καν ομάδες κατα­σκο­πείας και δολιο­φθο­ρών σ’ όλα τα νησιά. Σε έρημα ακρο­γιά­λια, σε σπήλαια, σε δύσβατα βουνά, οι ντόπιοι, με κίνδυνο της ζωής τους, συνερ­γά­ζο­νταν με Άγγλους και Έλληνες κατα­δρο­μείς.

Εκα­το­ντά­δες αγω­νι­στές, πλή­ρω­σαν την πατριω­τική και εθνική τους δράση με περιο­ρι­σμούς, εξορίες και φυλακές και πολλοί καθα­γί­α­σαν με το αίμα τους τον αγώνα για τη λευ­τε­ριά. Ας παρα­μεί­νουν αθά­να­τοι στη μνήμη μας.

Επι­τρέψτε μου, όμως, να ανα­δείξω την ιδιαι­τε­ρό­τητα που χαρα­κτή­ριζε τη δωδε­κα­νη­σιακή αντί­σταση, ίσως όχι γνωστή σε όλους.

Με τη συνθήκη της Λωζάνης οι Δωδε­κα­νή­σιοι θεω­ρού­νταν Ιταλοί υπήκοοι, και οποια­δή­ποτε πράξη τους αντι­στρα­τευό­ταν την Ιταλία, θεω­ρείτο πράξη εσχάτης προ­δο­σίας που μπο­ρούσε να επι­σύ­ρει, εξορίες, φυλα­κί­σεις και εκτε­λέ­σεις. Γι’ αυτό κι έχει ιδιαί­τερη αξία η δωδε­κα­νη­σιακή αντί­σταση, διότι συνει­δητά οι νησιώ­τες απο­φά­σι­ζαν να αντι­στα­θούν, γνω­ρί­ζο­ντας ότι δεν θα τύχουν της μετα­χεί­ρι­σης του αιχ­μα­λώ­του πολέμου, αλλά θα αντι­με­τω­πί­σουν τις κατη­γο­ρίες του αρνητή της δήθεν πατρί­δας τους, της Ιταλίας.

Οφεί­λουμε, όμως, να τονί­σουμε και την τερά­στια συμβολή στους απε­λευ­θε­ρω­τι­κούς αγώνες, τόσο των κομά­ντος του Ιερού Λόχου του Χρι­στό­δου­λου Τσι­γά­ντε, όσο και των αγω­νι­στών του Από­δη­μου Ελλη­νι­σμού, ιδιαί­τερα της Αιγύ­πτου, της Αθήνας, και της δωδε­κα­νη­σια­κής ομο­γέ­νειας των ΗΠΑ.

Κι ακόμα, να στρέ­ψουμε τη ματιά μας στους απλούς κι «ανώ­νυ­μους» ανθρώ­πους και στα απλά συμ­βά­ντα της καθη­με­ρι­νής τους ζωής, που μπορεί να μην επη­ρέ­α­σαν απο­φα­σι­στικά τον «ρουν της ιστο­ρίας», συνέ­βα­λαν, όμως, με την αθόρυβη πάλη τους, στο να ενι­σχυ­θεί η συνοχή του λαού και να δια­τη­ρη­θεί αναλ­λοί­ωτη η εθνική τους συνεί­δηση και ταυ­τό­τητα. Ο έγκυρος νομικός και συγ­γρα­φέας, Μανόλης Μακρής, από την Κάρπαθο, σε κείμενό του, παρου­σιά­ζει τη δική του οπτική.

«Οι ιστο­ρι­κοί, είθι­σται να κατα­γρά­φουν τα πιο σημα­ντικά γεγο­νότα που σημά­δε­ψαν μεγά­λους αγώνες του Έθνους μας και να ανα­δει­κνύ­ουν τους πρω­τα­γω­νι­στές τους στο πολι­τικό, στο διπλω­μα­τικό πεδίο, αλλά και στο πεδίο των μαχών. Και καλώς πράττει.

Όμως, αληθινή ιστορία της Δωδε­κα­νή­σου δεν μπορεί να είναι η ιστορία των όποιων κατα­κτη­τών της. Είναι η ιστορία του ανώ­νυ­μου Έλληνα, του ανώ­νυ­μου χωρικού που επι­βιώ­νει επί χιλιε­τίες ριζω­μέ­νος στη γη της, όσο κι αν για αιώνες ολό­κλη­ρους βρέθηκε έξω από τους προ­βο­λείς του ενδια­φέ­ρο­ντος των ιστο­ρι­κών, απα­σχο­λη­μέ­νων με τους άρχο­ντες και τους ισχυ­ρούς των εποχών. Αυτός ο ανώ­νυ­μος, ήταν ο μέγας πρω­τα­γω­νι­στής και λαμπα­δη­δρό­μος της ιστο­ρίας, που μέσα από τη δική του καρ­τε­ρι­κό­τητα και τη δική του δημιουρ­γία επι­βί­ωσε η ελλη­νική ιδέα. Έδωσε έναν τιτάνιο αγώνα και νίκησε».

»…Κι εκείνοι οι ποι­κι­λώ­νυ­μοι κατα­κτη­τές, άλλοι, γκρε­μί­στη­καν και χάθηκαν, μια και «το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους». Έφυγαν αφή­νο­ντας μαύρες μνήμες και ματω­μέ­νες πληγές, εγκα­τα­λεί­πο­ντας τα κάστρα, τα παλάτια και τα τεμένη τους…».

Ο δεύ­τε­ρος παγκό­σμιος πόλεμος, τερ­μα­τί­ζε­ται στις 8 Μαΐου 1945, με την άνευ όρων παρά­δοση της χιτλε­ρι­κής Γερ­μα­νίας στο Βερο­λίνο. Την ίδια μέρα, στη Σύμη, υπο­γρά­φε­ται το πρω­τό­κολλο της παρά­δο­σης της Δωδε­κα­νή­σου από τους Γερ­μα­νούς, στους συμ­μά­χους και στον Ιερό Λόχο. Αρχίζει η περί­ο­δος της Αγγλο­κρα­τίας, και της Βρε­τα­νι­κής Στρα­τιω­τι­κής Διοί­κη­σης.

Στις 9 Μαΐου 1945, ο αρχιε­πί­σκο­πος και αντι­βα­σι­λέας Δαμα­σκη­νός, θα είναι ο πρώτος Έλληνας αρχηγός που επι­σκέ­πτε­ται τα ελεύ­θερα Δωδε­κά­νησα, προ­πο­μπός της ένωσής τους με την Ελλάδα. Στην μνη­μειώδη ομιλία του θα κατα­λή­ξει: Το Πανελ­λή­νιον ας ευφρανθή. Η Δωδε­κά­νη­σος είναι ελευ­θέρα και ελλη­νική.

Η επί­σκεψή του, πράξη υψίστης διπλω­μα­τι­κής σημα­σίας, έγινε την πιο κατάλ­ληλη στιγμή, την ώρα που προ­βάλ­λο­νταν απαι­τή­σεις για τη Δωδε­κά­νησο, στο τραπέζι των δια­πραγ­μα­τεύ­σεων.

O Ιωάννης Γεωρ­γά­κης, ακα­δη­μαϊ­κός, νομικός και πολι­τι­κός σύμ­βου­λος του Αντι­βα­σι­λέα Δαμα­σκη­νού και Γενικός Διοι­κη­τής Δωδε­κα­νή­σου το 1951, απο­κα­λύ­πτει το παρα­σκή­νιο της έλευσης του Δαμα­σκη­νού στη Ρόδο.

»…Το Μάιο του 1945, πλη­ρο­φο­ρού­μεθα από το ΥΠΕΞ ότι ο Τίτο, ζήτησε και έλαβε άδεια για να επι­σκε­φτεί την Τερ­γέ­στη, την οποία διεκ­δι­κούσε η Γιου­γκο­σλα­βια. Γιατί όχι και ο Δαμα­σκη­νός στη Ρόδο, σκέ­φθηκα, παρόλο που εκεί ήταν ακόμη οι Βρε­τα­νοί. Ενη­με­ρώνω τον Αρχιε­πί­σκοπο, που απαντά μονο­λε­κτικά, λες;

Συναντώ τον Βρετανό πρέσβη Λίπερ, και του ζητώ να κάνουν κι αυτοί κάτι για την Ελλάδα, πέρα από τα ευχο­λό­για. Ο Λίπερ λέει: «Μα εδώ είναι σε εξέλιξη η μάχη των Αρδεν­νών, και συ ζητάς να απα­σχο­λήσω τον Τσόρ­τσιλ με ένα τέτοιο θέμα; Επιμένω, να σταλεί το τηλε­γρά­φημα, είπα. 24 ώρες μετά, με καλεί στην πρε­σβεία και μου λέει: Με εξέ­πληξε η απά­ντηση. Να πάτε εκεί επι­σή­μως, αλλά προ­σέξτε, μην προ­βείτε σε δηλώ­σεις περί ενσω­μα­τώ­σεως, είναι ακόμα νωρίς.

Για λόγους συμ­βο­λι­κούς, ζήτησα να πάμε στη Ρόδο με το θωρηκτό Αβέρωφ. Στις 14 Μαΐου του 1945, σαλ­πά­ραμε, με κάποια αμη­χα­νία. Πηγαί­ναμε στο άγνωστο, δεν ξέραμε τι θα συνα­ντού­σαμε εκεί, μετά από τόσα χρόνια. Σε απορία του Δαμα­σκη­νού σε ποια γλώσσα θα συνεν­νοη­θούμε, απαντώ. «Πανα­γιό­τατε στη Ρόδο και στα νησιά μιλούν ελλη­νικά καλύ­τερα από μας…».

Ο Αβέρωφ αγκυ­ρο­βο­λεί στον λιμένα της Ρόδου, με εορ­τα­στι­κούς κανο­νιο­βο­λι­σμούς. Βλέ­πουμε μια ανθρώ­πινη μάζα να κινεί­ται και ένας-ένας, να πέφτουν στη θάλασσα από τον ενθου­σια­σμό τους. Αδύνατο να περι­γρα­φεί η σκηνή»..

Αλλά και η Ιωάννα Τσάτσου, στο βιβλίο της «Κατα­γρα­φές», απο­κα­λύ­πτει: Ο μακα­ριό­τα­τος Δαμα­σκη­νός, στον γυρισμό του από τη Ρόδο, μας έλεγε: «Δεν ξεχώ­ριζα τη γη από τη θάλασσα. Αλήθεια, πού τις είχαν κρυμ­μέ­νες όλες αυτές τις γαλα­νό­λευ­κες;». Ήταν η μόνη φορά που τον είδαμε δακρυ­σμένο».

Οι υπουρ­γοί εξω­τε­ρι­κών των μεγάλων δυνά­μεων, Αγγλίας, ΗΠΑ, Γαλλίας και Ρωσίας συνέ­χι­ζαν τις δια­πραγ­μα­τεύ­σεις στο Παρίσι με βάση τα συμ­φέ­ρο­ντά τους, για την τύχη των λαών. Στις 28 Ιουνίου 1946, μετά από πολύ­ω­ρες συνε­δριά­σεις, σε μια παρα­τε­τα­μένη διπλω­μα­τική διελ­κυ­στίνδα, που φαι­νό­ταν να οδηγεί σε αδιέ­ξοδο, επι­τέ­λους, ανα­κοι­νώ­νε­ται το μεγάλο γεγονός της συμ­φω­νίας. Οι Δωδε­κα­νή­σιοι παρα­λη­ρούν και πανη­γυ­ρί­ζουν.

Το σχέδιο της Συν­θή­κης Ειρήνης των Παρι­σίων, εγκρί­νε­ται στις 10 Φεβρουα­ρίου 1947. Ανα­γνω­ρί­στη­καν έμπρα­κτα οι βαριές θυσίες των Δωδε­κα­νη­σίων και η Ελλάδα αποκτά νομικό τίτλο κυριαρ­χίας στα νησιά.

Στις 31 Μαρτίου 1947 υπο­στέλ­λε­ται η βρε­τα­νική σημαία από τον ιστό του διοι­κη­τη­ρίου της Ρόδου και υψώ­νε­ται περή­φανα η ελλη­νική. Είναι η στιγμή της απε­λευ­θέ­ρω­σης της Δωδε­κα­νή­σου. Ο Έλληνας στρα­τιω­τι­κός διοι­κη­τής, αντι­ναύ­αρ­χος, Περι­κλής Ιωαν­νί­δης, δια­βά­ζει την προ­κή­ρυξη:

«Έχων υπ’ όψιν την από­φα­σιν των Συμ­μά­χων όπως παρα­δώ­σουν την διοί­κη­σιν της Δωδε­κα­νή­σου, προ­κη­ρύσσω, ανα­λαμ­βάνω από της 12ης ώρας σήμερον την στρα­τιω­τι­κήν διοί­κη­σιν της Δωδε­κα­νή­σου».

Ο αεί­μνη­στος Μιχαήλ Στα­σι­νό­που­λος, πρώην Πρό­ε­δρος της Ελλη­νι­κής Δημο­κρα­τίας, πολι­τι­κός και νομικός σύμ­βου­λος του Αντι­ναυάρ­χου Περικλή Ιωαν­νίδη, περι­γρά­φει, ένα χρόνο μετά, το πώς έζησε την ημέρα αυτή στη Ρόδο.

»…Η τελετή της έπαρσης της ελλη­νι­κής σημαίας τελεί­ωσε, αλλά πολλοί έμειναν να κοιτούν, αχόρ­ταγα, τη σημαία μας να κυμα­τί­ζει, ποιος ξέρει, πόσες φορές ξανα­γύ­ρι­σαν για να την καμα­ρώ­σουν και πάλι. Ο κόσμος δεν εννο­ούσε να δια­λυ­θεί, αλλά σαν ένας άνθρω­πος βάδιζαν σε μια κατεύ­θυνση. Πού να πηγαί­νουν άραγε; Ε, λοιπόν, μετά την πρώτη χαρά, μετά τη δοξο­λο­γία, μετά το πρώτο ξέσπα­σμα του ενθου­σια­σμού τους, τι σκέ­φτη­καν να κάμουν οι αγνοί αυτοί νησιώ­τες, οι καθαροί αυτοί Έλληνες της Δωδε­κα­νή­σου. Πήγαι­ναν στο νεκρο­τα­φείο για να πούνε στους νεκρούς τους ότι η Δωδε­κά­νη­σος ελευ­θε­ρώ­θηκε… κάτι σαν τήρηση μιας υπό­σχε­σης, σε όσους δεν ευτύ­χη­σαν να είναι παρό­ντες…Ήταν μια σκηνή συντα­ρα­κτική».

Με το Ν. 518/3.1.1948, της Βουλής των Ελλήνων, «Περί προ­σαρ­τή­σεως της Δωδε­κα­νή­σου εις την Ελλάδα», ορί­ζε­ται: «Αι νήσοι της Δωδε­κα­νή­σου Ρόδος, Κάλυ­μνος, Κάρ­πα­θος, Αστυ­πά­λαια, Νίσυρος, Πάτμος, Χάλκη, Κάσος, Σύμη, Κως, Λέρος, Τήλος και Καστελ­λό­ρι­ζον, ως και αι παρα­κεί­με­ναι νησίδες, προ­σαρ­τώ­νται εις το Ελλη­νι­κόν Κράτος». Ο νόμος αυτός, με τη συμ­βο­λική ημε­ρο­μη­νία έναρξης ισχύος, την 28η Οκτω­βρίου 1947, απο­τε­λεί τη ληξιαρ­χική πράξη της Ενσω­μά­τω­σης των νησιών μας στον εθνικό κορμό. Το ποτάμι δεν γυρίζει πια πίσω.

Και ήλθε, επι­τέ­λους, το πλήρωμα του χρόνου. Στις 7 Μαρτίου 1948, με την παρου­σία των, τότε, βασι­λέων Παύλου και Φρει­δε­ρί­κης, της Κεντρι­κής Δωδε­κα­νη­σια­κής Επι­τρο­πής, με επι­κε­φα­λής τους αγω­νι­στές Σκεύο Ζερβό και Μιχαήλ Βολο­νάκη, τις θρη­σκευ­τι­κές και πολι­τι­κές αρχές, αντι­προ­σω­πείες των χωριών και των νησιών με τοπικές ενδυ­μα­σίες και πλήθος αμέ­τρητο, αρχίζει το τελε­τουρ­γικό με καθο­λική κι έκδηλη τη συγκί­νηση.

Ο υπουρ­γός Εσω­τε­ρι­κών, Πέτρος Μαυ­ρο­μι­χά­λης, δια­βά­ζει, το βασι­λικό διά­ταγμα, περί προ­σάρ­τη­σης των Δωδε­κα­νή­σων στο ελλη­νικό κράτος.

Ο αντι­πρό­ε­δρος της κυβερ­νή­σεως, Σοφούλη, Κων/νος Τσαλ­δά­ρης, εκφωνεί πανη­γυ­ρικό λόγο, κατα­λή­γο­ντας: «Η σημε­ρινή πραγ­μα­το­ποί­η­σις του προ­αιω­νίου πόθου των Δωδε­κα­νη­σίων, ας χαι­ρε­τι­σθή ως απαρχή ανα­γνω­ρί­σεως των θυσιών και των ιστο­ρι­κών τίτλων της Ελλάδος, αλλά και ως αρχή απο­δό­σεως δικαιο­σύ­νης».

Ο ιατρός και πρω­τα­γω­νι­στής του δωδε­κα­νη­σια­κού αγώνα, από την Κάσο, Νικό­λαος Μαυρής, θα είναι ο πρώτος Γενικός Διοι­κη­τής Δωδε­κα­νή­σου.

Τα Δωδε­κά­νησα, είναι πλέον ανα­πό­σπα­στο κομμάτι της Ελλάδας, τελευ­ταίος κρίκος στην αλυσίδα της εθνικής ολο­κλή­ρω­σης του νεο­ελ­λη­νι­κού κράτους. Σ’ όλη τη μακραί­ωνη ιστορία τους, τα Δωδε­κά­νησα ακο­λού­θη­σαν τις τύχες του Ελλη­νι­σμού και στα χρόνια της ελεύ­θε­ρης ζωής και της ακμής του και στα δίσεκτα χρόνια της πτώσης και της παρακ­μής του.

Ίσως καμιά άλλη περιοχή της Ελλάδος να μην είχε υποστεί τόσους κατα­κτη­τές, τόσες ξένες επι­δρά­σεις, χωρίς να καμ­φθούν οι ιδέες των κατοί­κων τους. Κι όπως λέει ο ποιητής, Ντίνος Χρι­στια­νό­που­λος, «έκαναν ό,τι μπό­ρε­σαν για να θάψουν τις ιδέες μου, παρά­βλε­ψαν όμως ότι είναι σπόροι».

Μέσα από τους αδιά­κο­πους αυτούς αγώνες, σφυ­ρη­λα­τή­θη­καν χαρα­κτή­ρες που άντεξαν και δεν αλλοιώ­θη­καν στο διάβα του χρόνου. Γι’ αυτό και καμιά δύναμη δεν μπόρεσε να της αφαι­ρέ­σει την εθνι­κό­τητα, την ταυ­τό­τητά, την πνοή της την ελλη­νική. Δια­τη­ρή­θηκε ανό­θευτη στη ψυχή, μέσα σε αβά­στα­χτες κατα­στά­σεις και όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου ενώθηκε με την ελεύ­θερη Πατρίδα, τελευ­ταίο βλα­στάρι μιας ηρωικής και πολυ­βα­σα­νι­σμέ­νης Μάνας.

Κυρίες και κύριοι,

Στις 5 Μαρτίου του 1950, οι Δωδε­κα­νή­σιοι καλού­νται, για πρώτη φορά, να εκλέ­ξουν τους δικούς τους εκπρο­σώ­πους στη Βουλή των Ελλήνων. Πρώτοι βου­λευ­τές εκλέ­γο­νται οι: Στέλιος Κωτιά­δης, από τη Ρόδο και ο Ιωάννης Ζίγδης, από τη Λίνδο, με το κόμμα των Φιλε­λευ­θέ­ρων. Ο Γεώρ­γιος Ιωαν­νί­δης, από την Κω με το Λαϊκό κόμμα, και ο Γεώρ­γιος Χατζη­σταυ­ρί­δης, από την Κάλυμνο, με το κόμμα της ΕΠΕΚ.

Κατά την πανη­γυ­ρική συνε­δρί­αση της νέας Βουλής, όλοι οι βου­λευ­τές από όλες τις πτέ­ρυ­γες, ζητω­κραυ­γά­ζουν υπέρ της Δωδε­κα­νή­σου. Ο Βασι­λιάς Παύλος, σε μια απο­στροφή του λόγου του θα πει: Με μεγάλην χαράν δύναμαι σήμερον να χαι­ρε­τίσω τους εκπρο­σώ­πους της ελευ­θέ­ρας Δωδε­κα­νή­σου, οι οποίοι δια πρώτην φοράν ευρί­σκο­νται μεταξύ των εκλε­κτών του Λαού.

Ο πρό­ε­δρος της Κυβέρ­νη­σης, Νικό­λαος Πλα­στή­ρας: «Με βαθείαν συγκί­νη­σιν υπο­δε­χό­μεθα τους πρώτους αιρε­τούς αντι­προ­σώ­πους της ελευ­θέ­ρας Δωδε­κα­νή­σου. Η Κυβέρ­νη­σις θα δείξει, εμπρά­κτως, αμέ­ρι­στον ενδια­φέ­ρον επί των ζωτικών ζητη­μά­των της πολυ­πα­θούς και ηρωικής των Πατρί­δος.

Οι πρώτοι Δωδε­κα­νή­σιοι βου­λευ­τές δηλώ­νουν με περισσή συγκί­νηση:

Στέλιος Κωτιά­δης: «Ως πρώτοι εκπρό­σω­ποι της ελευ­θέ­ρας ελλη­νι­κής Δωδε­κα­νή­σου, απευ­θυ­νό­μεθα, προς την Εθνικήν Αντι­προ­σω­πείαν. Η Δωδε­κά­νη­σος, μετά μακραί­ωνα δου­λείαν υπό ποι­κι­λω­νύ­μους κατα­κτη­τάς, ελευ­θέρα πλέον, εισέρ­χε­ται σήμερον, επι­σή­μως, εις τον δημό­σιον βίον της μητρός πατρί­δος.

Ιωάννης Ζίγδης «Την επί­ση­μον αυτήν στιγμήν, καθ΄ ήν η ηρωική Δωδε­κά­νη­σος κατα­λαμ­βά­νει την θέσιν της εις την Εθνικήν Αντι­προ­σω­πείαν, η σκέψις ημών στρέ­φε­ται προς τους ηρω­ι­κούς νεκρούς, οίτινες, διά του αίματός των και της πεί­σμο­νος καρ­τε­ρι­κό­τη­τος, εξη­σφά­λι­σαν ακη­λί­δω­τον την ελλη­νι­κό­τητα της Δωδε­κα­νή­σου».

Γεώρ­γιος Ιωαν­νί­δης »…ημείς οι τιμη­θέ­ντες δια της ψήφου τού, επί μακρούς αιώνας τελέ­σα­ντος υπό δου­λείαν, λαού της ελλη­νι­κής Δωδε­κα­νή­σου, εισερ­χό­μεθα εις την Βουλήν των Ελλήνων, εις την Βουλήν της Μητρός Πατρί­δος, χαι­ρε­τί­ζο­ντες εκ βάθους ψυχής τον ελλη­νι­κόν λαόν.

Γεώρ­γιος Χατζη­σταυ­ρής Η Δωδε­κά­νη­σος, παρά την μακραί­ωνα δου­λείαν της, διε­τή­ρη­σεν την ελλη­νι­κό­τητά της, διότι οι προ­πά­το­ρες ημών δεν επέ­τρε­ψαν να μολυν­θώ­μεν ουδ’ επ’ ελά­χι­στον. Εισήλ­θο­μεν εις τας αγκάλας της Μητρός Ελλάδος υπε­ρή­φα­νοι, διότι συμ­με­τέ­σχο­μεν εις όλους τους αγώνας αυτής.

Ας είναι η αναφορά αυτή ένα μνη­μό­συνο για όσα πρό­σφε­ραν στην πατρίδα μας.

Οι Δωδε­κα­νή­σιοι, αρχί­ζουν, από τις πρώτες μέρες του ελεύ­θε­ρου βίου τους, τον δύσκολο αγώνα, πρώτα της επι­βί­ω­σης και μετά της ανα­συ­γκρό­τη­σης. Με βήματα σταθερά προ­χω­ρούν στο δρόμο της προόδου, δημιουρ­γούν και πολύ γρήγορα καλύ­πτουν το χαμένο έδαφος, μετά από 638 χρόνια σκλα­βιάς. Η Ρόδος και τα Δωδε­κά­νησα γίνο­νται ξανά το σταυ­ρο­δρόμι των λαών που συνα­ντώ­νται σε μια ειρη­νική πια συνύ­παρξη, για να χαρούν τον ήλιο και τις φυσικές τους ομορ­φιές, τα απα­ρά­μιλλα μνημεία, αδιά­ψευ­στους μάρ­τυ­ρες της ιστο­ρίας, του πολι­τι­σμού και της ελλη­νι­κό­τη­τάς τους.

Κυρίες και κύριοι

Η γνώση της ιστο­ρίας ενός τόπου, δια­μορ­φώ­νει τη συλ­λο­γική μνήμη. Γιατί η ιστορία είναι μνήμη, μύθος, όχημα της παρά­δο­σης, κριτική συνεί­δηση και οδη­γη­τική φωνή για το βημα­τι­σμό του παρό­ντος, πρόληψη του μέλ­λο­ντος. Τα χνάρια και τα ιστο­ρικά απο­τυ­πώ­ματα όλων των περιό­δων, είναι το γενε­α­λο­γικό μας δέντρο, το παλίμ­ψη­στο της μνήμης και το στίγμα του ελλη­νι­κού, αλλά και του ευρω­παϊ­κού πολι­τι­σμού.

Το νόημα μιας εθνικής επε­τείου απορ­ρέει από το πνεύμα του αγώνα που τιμάται. Πιστεύω, όμως, ότι στο διάβα του χρόνου, πρέπει το νόημα να αντι­στοι­χεί στην τρέ­χουσα επι­και­ρό­τητα και ο εορ­τα­σμός να μην περιο­ρί­ζε­ται σε απλή επα­νά­ληψη ιστο­ρι­κών γεγο­νό­των και ημε­ρο­μη­νιών.

Στους χαλε­πούς καιρούς που ζει η χώρα μας, υπάρχει η ανάγκη να ανα­τρέ­ξουμε στα ορόσημα της ελλη­νι­κής ιστο­ρίας, να διδα­χθούμε από αυτά, να μάθουμε από τα λάθη μας, και να στρέ­ψουμε την κατεύ­θυνση των συλ­λο­γι­κών μας ενερ­γειών, με βάση τα σημε­ρινά δεδο­μένα.

Σε όλη τη μακραί­ωνη ιστορία μας το προζύμι για να δια­μορ­φω­θεί ο συλ­λο­γι­κός χαρα­κτή­ρας, σχη­μα­τί­στηκε από την επίπονη ανα­μέ­τρηση με αντι­πά­λους, με συνέ­πεια το ελα­τή­ριο της εγρή­γορ­σης να τινά­ζε­ται αυτο­μά­τως, όποτε χρειά­στηκε.

Τα πρόσωπα του τότε, μετα­στοί­χειω­σαν το εγώ τους και πέτυχαν τη σύζευξη ανάμεσα στο εγώ και στο εμείς. Απέ­να­ντι στον εγωισμό ορθώ­θηκε μια αυτα­πάρ­νηση τόσο πηγαία που κατέ­πληξε και συνε­πήρε τους πάντες.

Και σήμερα, περισ­σό­τερο από ποτέ, που η χώρα μας ζει κατα­στά­σεις που μόνο σε εποχές πολέμου γνώρισε, είναι απα­ραί­τητη η εθνική συνεν­νό­ηση, η κοι­νω­νική συναί­νεση και η συν-διαμόρφωση μιας κοινής πρό­τα­σης, από όλους τους πολι­τι­κούς σχη­μα­τι­σμούς και τους κοι­νω­νι­κούς φορείς, για την απο­τε­λε­σμα­τική αντι­με­τώ­πιση και λύση των πολ­λα­πλών πιε­στι­κών προ­βλη­μά­των που μαστί­ζουν το λαό μας. Οι καιροί ου μενετοί.

Κι αυτό γίνεται ακόμη πιο επι­τα­κτικό, αφού σε πέντε χρόνια, θα γιορ­τά­σουμε τα δια­κό­σια χρόνια από το φωτεινό ορόσημο του 1821. Εμπνε­ό­με­νοι από την ιστο­ρική αυτή επέτειο, ας προ­σπα­θή­σουμε να φανούμε αντά­ξιοι της ιστο­ρίας και των αγώνων του λαού μας, για μια νέα εθνική παλιγ­γε­νε­σία.

Κι ακόμα, για το ίδιο έτος, το 2021, φιλο­δο­ξούμε η Ρόδος και τα Δωδε­κά­νησα να είναι η πολι­τι­στική πρω­τεύ­ουσα της Ευρώπης! Ανα­δει­κνύ­ο­ντας και αξιο­ποιώ­ντας, ποι­κι­λο­τρό­πως, την ελλη­νική ιστορία και τον δια­χρο­νικό πολι­τι­σμό μας, ας στεί­λουμε μήνυμα ηχηρό προς κάθε κατεύ­θυνση για το τι σημα­το­δο­τεί για την Ευρώπη η Ελλάδα, μάνα και φύτρα του ευρω­παϊ­κού πολι­τι­σμού.

Τα νησιά μας, κλη­ρο­νό­μοι μιας πλού­σιας ιστο­ρίας και πολι­τι­σμού, είναι χώροι παγκό­σμιου αρχαιο­λο­γι­κού και του­ρι­στι­κού ενδια­φέ­ρο­ντος, τα περισ­σό­τερα, όμως, με μεγάλα μειο­νε­κτή­ματα από την έλλειψη ακόμη και βασικών υπο­δο­μών, με ένα απα­γο­ρευ­τικό κόστος μετα­φο­ρών που πλήττει την αντα­γω­νι­στι­κό­τητα της τοπικής οικο­νο­μίας. Κι όμως, βρί­σκο­νται στην εμπρο­σθο­φυ­λακή της Ευρώπης στην αντι­με­τώ­πιση του τερά­στιου προ­σφυ­γι­κού και ανθρω­πι­στι­κού προ­βλή­μα­τος. Έδειξαν, έμπρα­κτα, περισσή ανθρω­πιά, σώζο­ντας και περι­θάλ­πο­ντας ανθρώ­πι­νες ψυχές, όπως και άλλα ακρι­τικά νησιά του Αιγαίου. Και τους αξίζει, να θωρα­κι­στούν από κάθε πλευρά, με βάση τις πραγ­μα­τι­κές τους ανάγκες, τη διαρκή τους προ­σφορά στην πατρίδα και τον δια­χρο­νικό ιστο­ρικό τους ρόλο.

Κυρίες και κύριοι,

Μαζί με τους προ­βλη­μα­τι­σμούς μας, ας στεί­λουμε κι ένα μήνυμα πίστης κι αισιο­δο­ξίας. Γι’ αυτό θα κλείσω με τους τέσ­σε­ρις τελευ­ταί­ους στίχους από ένα ποίημα του Φώτη Βαρέλη, με πολύ συμ­βο­λι­σμό, «Το Τρα­γούδι του Σκλάβου».

Γιαλό γιαλόν Ανατολή στην άκρη του Αιγαίου

αράδα δώδεκα νησιά λαμπρά μαρ­γα­ρι­τά­ρια

ηλιο­φεγ­γί­ζουν στο λαιμό της μάνας τους στολίδι

κι απλώ­νουν μες στη θάλασσα δαντέ­λες τ’ ακρο­γιά­λια.

Ήταν Ελλάδα μια φορά και θάναι αιώνια Ελλάδα!

Σας ευχα­ρι­στώ από καρδιάς για την προσοχή σας.

Νίκος Νικο­λάου

Αίθουσα Γερου­σίας της Βουλής των Ελλήνων

Αθήνα, Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.