ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Προτάσεις της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ για ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών, επαναφορά του κατώτατου μισθού και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας

news room 1 λεπτό ανάγνωση
γακης

Προ­τά­σεις νόμου κατέ­θεσε προς ψήφιση στη Βουλή των Ελλήνων το σύνολο της Κοι­νο­βου­λευ­τι­κής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, ανάμεσά τους και ο Βου­λευ­τής Δωδε­κα­νή­σου Δ. Γάκης, για την απο­κα­τά­σταση του κατώ­τα­του μισθού και του δικαίου της συλ­λο­γι­κής δια­πραγ­μά­τευ­σης και των συλ­λο­γι­κών συμ­βά­σεων εργα­σίας και Ρύθ­μι­σης ληξι­πρό­θε­σμων οφειλών προς το δημόσιο και τα ασφα­λι­στικά ταμεία, με παράλ­ληλα Άμεσα μέτρα για την προ­στα­σία των οφει­λε­τών, όπως και άλλες δια­τά­ξεις.

ΠΡΟΤΑΣΗ ΝΟΜΟΥ Κ.Ο. ΣΥΡΙΖΑ

«Ρυθ­μί­σεις ληξι­πρό­θε­σμων οφειλών προς το δημόσιο και τα ασφα­λι­στικά ταμεία – Άμεσα μέτρα για την προ­στα­σία των οφει­λε­τών και άλλες δια­τά­ξεις»

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Εισα­γωγή

Το κύριο απο­τέ­λε­σμα της μνη­μο­νια­κής πολι­τι­κής της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης στην πραγ­μα­τική οικο­νο­μία υπήρξε η ύφεση, η οποία τα τελευ­ταία χρόνια 2010-2014 κινή­θηκε σε πρω­το­φανή, για μη πολε­μική περίοδο σε ευρω­παϊκή χώρα, επίπεδα.

Τα απο­τε­λέ­σματα της ύφεσης σε πραγ­μα­τικό επίπεδο είναι η διαρκής μείωση μισθών, η έκρηξη της ανερ­γίας, η σοβαρή μείωση των εισο­δη­μά­των, η υπο­τί­μηση της κινητής και ακί­νη­της περιου­σίας, η συνεχής εντει­νό­μενη φτω­χο­ποί­ηση των πολιτών.

Η αντι­κει­με­νική αυτή κατά­σταση επι­δει­νώ­νε­ται, από την υψηλή φορο­λο­γία, τα υψηλά επι­τό­κια των οφειλών προς τις Τρά­πε­ζες και τα πρω­το­φανή μέτρα εκτέ­λε­σης είσπρα­ξης φορο­λο­γι­κών και ασφα­λι­στι­κών υπο­χρε­ώ­σεων, που καταρ­ρα­κώ­νουν την ουσία της ατο­μι­κής προ­στα­σίας που παρέχει το Σύνταγμα, αλλά βρί­σκο­νται επίσης σε προφανή σύγκρουση με την κοινή λογική, αφού δια­πι­στώ­νε­ται συνεχής πραγ­μα­τική, πλήρης και αντι­κει­με­νική αδυ­να­μία να αντα­πο­κρι­θούν οι πολίτες στο σύνολο των υπο­χρε­ώ­σεών τους σε ποσοστό που υπερ­βαί­νει ήδη το 50%.

Η πολι­τική αυτή εντει­νό­μενη συνεχώς με νέα φορο­λο­γικά μέτρα και μέτρα ανα­γκα­στι­κής είσπρα­ξης οφειλών, έχει ως άμεσο απο­τέ­λε­σμα αφενός την συνέ­χιση του υφε­σια­κού κλί­μα­τος της οικο­νο­μίας, αλλά και την συσ­σώ­ρευση ανεί­σπρα­κτων βεβαιω­μέ­νων φορο­λο­γι­κών – ασφα­λι­στι­κών εισφο­ρών.

Όταν άρχισε η κρίση το σύνολο των ανεί­σπρα­κτων φορο­λο­γι­κών υπο­χρε­ώ­σεων ανήρ­χετο σε 35.000.000.000 ευρώ. Σήμερα το ποσό αυτό ανήλθε σε 65.000.000 ευρώ, ενώ προ­σαυ­ξά­νε­ται το 2014 κατά περίπου 1 δις ευρώ μηνιαίως.

Η επι­δεί­νωση της οικο­νο­μι­κής κατά­στα­σης της χώρας και η εξαι­ρε­τικά δυσχε­ρής θέση όσων πολιτών ακόμη εργά­ζο­νται ανα­δει­κνύ­ε­ται, αν ληφθεί υπόψη ότι καλού­νται από την Μνη­μο­νιακή Κυβέρ­νηση να εξυ­πη­ρε­τή­σουν συγ­χρό­νως ένα Δημόσιο Χρέος 170% του ΑΕΠ κι ένα ιδιω­τικό χρέος ίσο προς το 100% του ΑΕΠ.

Οι εισα­γό­με­νες με το παρόν νομο­σχέ­διο δια­τά­ξεις υλο­ποιούν δεσμεύ­σεις που ανα­λή­φθη­καν προς τους Έλληνες πολίτες στην Διεθνή Έκθεση Θεσ­σα­λο­νί­κης από το κόμμα της Αξιω­μα­τι­κής Αντι­πο­λί­τευ­σης.

Είναι σαφές ότι δεν απο­τε­λούν ένα ολο­κλη­ρω­μένο πλαίσιο πολι­τι­κών για την παρα­γω­γική και οικο­νο­μική Ανα­συ­γκρό­τηση, ούτε πλήρες πλαίσιο Φορο­λο­γι­κής, Εργα­τι­κής και Κοι­νω­νι­κής Πολι­τι­κής.

Τα προ­τει­νό­μενα μέτρα, συνι­στούν μια άμεση, ανα­γκαία και μη επι­δε­χό­μενη αναβολή παρέμ­βαση, για την ανά­σχεση της κατα­στρε­πτι­κής πορείας της οικο­νο­μίας και της κοι­νω­νίας, απο­τε­λούν επίσης πρώτο δείγμα γραφής της δέσμευ­σης για την κατάρ­γηση των μνη­μο­νια­κών ρυθ­μί­σεων στο σκλη­ρό­τερο πυρήνα τους, δηλαδή, την εσω­τε­ρική υπο­τί­μηση, την φτω­χο­ποί­ηση, την άλωση της δημό­σιας και ιδιω­τι­κής περιου­σίας, την εξα­θλί­ωση και την καταρ­ρά­κωση του ηθικού των πολιτών.

Με τον ίδιο τρόπο θα καταρ­γη­θεί το σύνολο της μνη­μο­νια­κής νομο­θε­σίας και θα αντι­κα­τα­στα­θεί από ένα νέο εθνικό μοντέλο παρα­γω­γής ανα­συ­γκρό­τη­σης και ανά­πτυ­ξης, ως πρώτη νομο­θε­τική πρω­το­βου­λία της Κυβέρ­νη­σης ΣΥΡΙΖΑ.

Με το 1ο άρθρο προ­βλέ­πε­ται η ρύθμιση φορο­λο­γι­κών και ασφα­λι­στι­κών εισφο­ρών σε δόσεις που δεν υπερ­βαί­νουν ως ετήσια δαπάνη 20% του επί­ση­μου ετησίου εισο­δή­μα­τος του προη­γού­με­νου έτους και 30% εφόσον ρυθ­μί­ζο­νται μαζί και ασφα­λι­στι­κές εισφο­ρές. Με την ρύθμιση αυτή παρέ­χε­ται η δυνα­τό­τητα να εξυ­πη­ρε­τη­θούν τα ληξι­πρό­θε­σμα και τα τρέ­χο­ντα χρέη να λει­τουρ­γή­σουν οι επι­χει­ρή­σεις και να συντη­ρη­θεί στα απο­λύ­τως ανα­γκαία επίπεδα ο επαγ­γελ­μα­τίας και η οικο­γέ­νειά του. Να ανα­σχε­θεί έτσι το κύμα μικρο­με­σαίων επι­χει­ρή­σεων που κλεί­νουν καθη­με­ρινά.

Παρέ­χε­ται επίσης η δυνα­τό­τητα ταχείας Εξω­δι­κα­στι­κής Διοι­κη­τι­κής Επί­λυ­σης των Φορο­λο­γι­κών Δια­φο­ρών εφόσον ο πολίτης αμφι­σβη­τεί το ύψος των βεβαιω­θέ­ντων ποσών, την νομι­μό­τητα της αιτιο­λο­γίας και εν γένει την φορο­λο­γική υπο­χρέ­ωσή του. Η εξα­σφά­λιση ταχείας, δια­φα­νούς και αντι­κει­με­νι­κής δια­δι­κα­σίας Διοι­κη­τι­κής Επί­λυ­σης από το συλ­λο­γικό αντι­προ­σω­πευ­τικό όργανο της Περι­φε­ρεια­κής Επι­τρο­πής Διοι­κη­τι­κής Επί­λυ­σης Φορο­λο­γι­κών Δια­φο­ρών έχει διπλό όφελος. Για τον φορο­λο­γού­μενο, ο οποίος αφού θα ακου­σθεί ενώπιον της Επι­τρο­πής και θα κληθεί να εξο­φλή­σει την πραγ­μα­τική οφειλή του. Για το δημόσιο καθώς θα είναι σε θέση να γνω­ρί­ζει το πραγ­μα­τικό ύψος των ποσών που θα εισπρά­ξει αντί του ονο­μα­στι­κού ποσού που προ­κύ­πτει μονο­με­ρώς από τις πράξεις των ελεγ­κτι­κών και φορο­λο­γι­κών μηχα­νι­σμών, το οποίο συνήθως απο­δει­κνύ­ε­ται εξαι­ρε­τικά διο­γκω­μένο. Κατά τη διάρ­κεια της δια­δι­κα­σίας διοι­κη­τι­κής επί­λυ­σης και ρύθμιση των οφειλών και υπό όρων εξυ­πη­ρέ­τη­σης των δόσεων των ρυθ­μι­σμέ­νων οφειλών ανα­στέλ­λο­νται όλα τα μέτρα ανα­γκα­στι­κής είσπρα­ξης κατά των οφει­λε­τών.

Με το άρθρο 2 ρυθ­μί­ζε­ται η ανα­στολή των ανα­γκα­στι­κών μέτρων είσπρα­ξης κάθε μορφής που έχουν ασκηθεί ή απει­λού­νται κατά του φορο­λο­γού­με­νου από τις ισχύ­ου­σες δια­τά­ξεις, από τον χρόνο υπο­βο­λής της αίτησης ρύθ­μι­σης ή της αίτησης εξώ­δι­κης Διοι­κη­τι­κής Επί­λυ­σης Φορο­λο­γι­κής Δια­φο­ράς, μέχρι την ολο­κλή­ρωση της ρύθ­μι­σης, υπό τον όρο κατα­βο­λής των δόσεων και των τρε­χου­σών δόσεων προς την εφορία και τους ασφα­λι­στι­κούς οργα­νι­σμούς.

Σκοπός των δια­τά­ξεων αυτών είναι η εκλο­γί­κευση των πλη­ρω­μών δόσεων τόσο παλαιό­τε­ρων οφειλών όσο και τρε­χου­σών κατά τρόπο που να επι­τρέ­πε­ται στην επι­χεί­ρηση η συνέ­χιση της λει­τουρ­γίας αυτής.

Με το άρθρο 3 ρυθ­μί­ζε­ται η συγκρό­τηση των Περι­φε­ρεια­κών Επι­τρο­πών Διοι­κη­τι­κής Επί­λυ­σης Φορο­λο­γι­κών Δια­φο­ρών, με δικα­στική εγγύηση και εκπρο­σώ­πηση των Φορο­λο­γι­κών Αρχών και των επαγ­γελ­μα­τι­κών τάξεων.

Η επι­τυ­χη­μένη εφαρ­μογή του μέτρου, ως προς την φορο­λο­γική δικαιο­σύνη και την εισπρα­ξι­μό­τητα φορο­λο­γι­κών υπο­χρε­ώ­σεων θα οδη­γή­σει στην πάγια εφαρ­μογή αντί­στοι­χων δια­δι­κα­σιών, εξώ­δι­κης διοι­κη­τι­κής επί­λυ­σης φορο­λο­γι­κών δια­φο­ρών.

Η προ­σφυγή στην Διοι­κη­τική Επίλυση δεν αναιρεί το δικαί­ωμα Προ­σφυ­γής στην Δικαιο­σύνη.

Με το άρθρο 4 ρυθ­μί­ζε­ται κατά ανάλογο τρόπο η δια­δι­κα­σία ρύθ­μι­σης των χρεών από μη κατα­βολή ασφα­λι­στι­κών εισφο­ρών.

Με τα άρθρα 5 και 6 λαμ­βά­νο­νται δύο άμεσα μέτρα τα οποία απο­κα­θι­στούν σε ένα βαθμό την Συνταγ­μα­τική Τάξη, και συμπλη­ρώ­νουν τις πολι­τι­κές για την επα­νεκ­κί­νηση της οικο­νο­μίας.

Με το άρθρο 5 καταρ­γεί­ται ο χαρα­κτη­ρι­σμός του ποι­νι­κού αδι­κή­μα­τος της μη πλη­ρω­μής χρεών προς το δημόσιο ως διαρ­κούς και εισά­γε­ται ως νέος λόγος για τη δυνα­τό­τητα του δικα­στη­ρίου να κρίνει την πράξη ατι­μώ­ρητη η αντι­κει­με­νική και ανυ­παί­τια αδυ­να­μία πλη­ρω­μής. Η επέ­κταση του χρόνου κίνησης της αυτό­φω­ρης δια­δι­κα­σίας για χρέη προς το Δημόσιο, συνιστά παρα­βί­αση κάθε έννοιας συνταγ­μα­τι­κό­τη­τας, ενώ η κατα­δίκη για χρέη που όχι λόγω δόλιας συμπε­ρι­φο­ράς αλλά λόγω προ­φα­νούς αντι­κει­με­νι­κής και ανυ­παί­τιας αδυ­να­μίας προ­κα­λεί αίσθημα ανα­σφά­λειας και κατα­στρα­τη­γεί τις αρχές της επιεί­κειας και της ανα­λο­γι­κό­τη­τας εισά­γο­ντας στην ελλη­νική έννομη τάξη μια ολο­κλη­ρω­τική αντί­ληψη για τα ατομικά δικαιώ­ματα και την απονομή της ποι­νι­κής δικαιο­σύ­νης.

Με το άρθρο 6 καταρ­γού­νται συγκε­κρι­μέ­νες μνη­μο­νια­κές ρυθ­μί­σεις για την κατά­σχεση σε χέρια πιστω­τι­κών ιδρυ­μά­των με κατε­πεί­γουσα και εξαι­ρε­τική δια­δι­κα­σία και απα­γο­ρεύ­ε­ται η διε­νέρ­γεια φορο­λο­γι­κού ελέγχου στην κατοι­κία του φορο­λο­γού­με­νου χωρίς την παρου­σία εισαγ­γε­λέα και σε κάθε περί­πτωση πριν από την ανατολή και μετά τη δύση του ήλιου ώστε να προ­στα­τευ­τεί απο­τε­λε­σμα­τικά το οικιακό άσυλο.

Στο άρθρο 7 προ­βλέ­πε­ται ενδιά­μεση ρύθμιση για την προ­στα­σία των μικρο­ο­φει­λε­τών στις Τρά­πε­ζες, για χρέη από την πρώτη κατοι­κία, την επαγ­γελ­μα­τική στέγη, κατα­να­λω­τικά δάνεια, ώστε να υπάρξει ο ανα­γκαίος χρόνος για την ολο­κλή­ρωση της πλήρους νομικής επε­ξερ­γα­σίας της Νέας Σει­σά­χθειας. Η δημο­σί­ευση όμως και η εφαρ­μογή του ν. 4224/2003, καθιστά τη μετα­βα­τική αυτή ρύθμιση απο­λύ­τως ανα­γκαία, διότι εάν δεν ανα­σχε­θεί η εφαρ­μο­ζό­μενη πολι­τική, η κατα­στροφή των οφει­λε­τών θα είναι αμε­τά­κλητη και χωρίς δυνα­τό­τητα. Εν’ όψει αυτών το προ­τει­νό­μενο άρθρο εντασ­σό­μενο στο άμεσο πλαίσιο επα­νεκ­κί­νη­σης της οικο­νο­μίας έχει χαρα­κτήρα κατε­πεί­γο­ντος και αντα­πο­κρί­νε­ται στην προσ­δο­κία εκα­το­ντά­δων χιλιά­δων πολιτών για την παροχή προ­στα­σίας από το κράτος στην απειλή των κερ­δο­σκο­πι­κών distress funds και των Τρα­πε­ζών.

Με το τελευ­ταίο άρθρο 8 εισά­γε­ται μετα­βα­τική ρύθμιση για την εφαρ­μογή των δια­τά­ξεων αυτών. Η διάταξη είναι ανα­γκαία διότι το μνη­μο­νιακό πλέγμα δια­τά­ξεων της τελευ­ταίας τετρα­ε­τίας είναι εξαι­ρε­τικά εκτε­τα­μένο, αντι­φα­τικό και ανε­πί­δε­κτο ερμη­νείας και ορθής εφαρ­μο­γής, είναι τεχνι­κώς αδύ­να­τος ο απο­τε­λε­σμα­τι­κός προσ­διο­ρι­σμός των καταρ­γου­μέ­νων ή ανα­στελ­λό­με­νων δια­τά­ξεων. Προ­κει­μέ­νου να απο­φευ­χθούν προ­βλή­ματα εφαρ­μο­γής ή καθυ­στε­ρή­σεις, με την μετα­βα­τική διάταξη ορί­ζο­νται οι ρυθ­μί­σεις του νόμου ως απο­κλει­στικά εφαρ­μο­ζό­με­νες στα θέματα αυτά, εξου­σιο­δο­τού­νται δε αρμό­διοι Υπουρ­γοί να εκδώ­σουν διευ­κρι­νι­στι­κές Υπουρ­γι­κές Απο­φά­σεις όπου εντο­πί­ζο­νται προ­βλή­ματα εφαρ­μο­γής ώστε το σύνολο των ρυθ­μι­ζό­με­νων υπο­θέ­σεων να υπαχθεί στο πεδίο εφαρ­μο­γής του νόμου αυτού.

Άρθρο 1

Ρύθμιση φορο­λο­γι­κών υπο­χρε­ώ­σεων.

α.

1. Το σύνολο των βεβαιω­μέ­νων ληξι­πρό­θε­σμων φορο­λο­γι­κών υπο­χρε­ώ­σεων μέχρι την κατά­θεση της πρό­τα­σης νόμου υπά­γε­ται σε ρύθμιση, κατόπιν αίτησης του οφει­λέτη προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Η ρύθμιση του συνο­λι­κού ποσού της οφειλής, γίνεται μεχρι και σε 84 μηνιαίες δόσεις. Το ετήσιο σύνολο των κατα­βο­λών δεν μπορεί να υπερ­βαί­νει το 20% του ετήσιου εισο­δή­μα­τος του οφει­λέτη όπως αυτό βεβαιώ­θηκε το προη­γού­μενο της υπα­γω­γής στην ρύθμιση οικο­νο­μικό έτος. Σε περί­πτωση υπέρ­βα­σης του ορίου του προη­γού­με­νου εδαφίου οι δόσεις επε­κτεί­νο­νται ανα­λο­γικά μέχρι την εξά­λειψη της υπέρ­βα­σης.

2. Οφει­λέ­τες που έχουν ήδη υπαχθεί σε ρύθμιση και το ετήσιο σύνολο των κατα­βο­λών τους υπερ­βαί­νει το 20% του ετήσιου εισο­δή­μα­τος τους δύνα­νται να υπα­χθούν στις δια­τά­ξεις της παρα­γρά­φου α) του άρθρου αυτού.

β. Σε περί­πτωση αμφι­σβή­τη­σης της βεβαιω­θεί­σας συνο­λι­κής οφειλής ή άλλης πράξης επι­βο­λής της Δ.Ο.Υ. ο φορο­λο­γού­με­νος προ­σφεύ­γει στην κατά τόπο αρμόδια Περι­φε­ρειακή Επι­τροπή Διοι­κη­τι­κής Επί­λυ­σης Φορο­λο­γι­κών Δια­φο­ρών του Υπουρ­γείου Οικο­νο­μι­κών που ιδρύ­ε­ται και λει­τουρ­γεί κατά τις δια­τά­ξεις των επό­με­νων άρθρων.

γ. Για ήδη βεβαιω­μέ­νες οφειλές η αίτηση για την υπαγωγή στην παρά­γραφο (Α) ή την παραγρ. (Β) κατα­τί­θε­ται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ή στην αρμόδια Επι­τροπή Διοι­κη­τι­κής Επί­λυ­σης Φορο­λο­γι­κών Δια­φο­ρών αντι­στοί­χως εντός 60 ημερών από την δημο­σί­ευση του παρό­ντος, σε κάθε άλλη περί­πτωση εντός 30 ημερών από την κοι­νο­ποί­ηση της βεβαί­ω­σης της οφειλής. Σε περί­πτωση προ­σφυ­γής στην Επι­τροπή Διοι­κη­τι­κής Επί­λυ­σης Φορο­λο­γι­κών Δια­φο­ρών, η οφειλή όπως ορι­στικά καθο­ρί­ζε­ται με την απόφαση της Επι­τρο­πής, ρυθ­μί­ζε­ται με αίτηση του οφει­λέτη σύμφωνα με τους όρους της παραγρ. (α)

δ. Η πρώτη δόση κατα­βάλ­λε­ται με την επίδοση της από­φα­σης υπα­γω­γής στον οφει­λέτη, που εκδί­δε­ται εντός 10 ημερών από την αίτηση από τον προϊ­στά­μενο της αρμό­διας Δ.Ο.Υ. Με την ίδια απόφαση καθο­ρί­ζε­ται το ποσό κάθε δόσης ο αριθμός των δόσεων και κάθε άλλη ανα­γκαία ρύθμιση.

ε. Κάθε διαφορά του φορο­λο­γου­μέ­νου με τον προϊ­στά­μενο της Δ.Ο.Υ. ως προς το συνο­λικό ποσό της οφειλής ή τις δόσεις επι­λύ­ε­ται άμεσα με απόφαση της Γενικής Διεύ­θυν­σης Φορο­λο­γι­κών Εσόδων του Υπουρ­γείου Οικο­νο­μι­κών.

στ. Από την δημο­σί­ευση του παρό­ντος στην εφη­με­ρίδα της Κυβέρ­νη­σης καταρ­γεί­ται το άρθρο 70Β του ν.2238/1994 (Α’ 151/16-09-1994) όπως αντι­κα­τα­στά­θηκε από τον νέο Κώδικα Φορο­λο­γι­κού Εισο­δή­μα­τος ν.4172/2013 (Α’ 167/23-07-2013) Εκκρε­μείς υπο­θέ­σεις ενώπιον της Επι­τρο­πής αυτής εισά­γο­νται στην κατά τόπο αρμόδια Επι­τροπή Διοι­κη­τι­κής Επί­λυ­σης Φορο­λο­γι­κών Δια­φο­ρών, με αίτηση του φορο­λο­γού­με­νου, σύμφωνα με την §β του αρθρ.1.

Άρθρο 2

Ανα­στολή μέτρων ανα­γκα­στι­κής είσπρα­ξης.

α. Από την υποβολή της αίτησης ρύθ­μι­σης της οφειλής στις Περι­φε­ρεια­κές Επι­τρο­πές Διοι­κη­τι­κής Επί­λυ­σης Φορο­λο­γι­κών Δια­φο­ρών ή της ρύθ­μι­σης της οφειλής σε δόσεις, ανα­στέλ­λο­νται και δεν εκτε­λού­νται κατά του οφει­λέτη τυχόν επι­βλη­θέ­ντα ήδη μέτρα ανα­γκα­στι­κής είσπρα­ξης, μέτρα δια­σφά­λι­σης των συμ­φε­ρό­ντων του Δημο­σίου, ποινική δίωξη και κάθε άλλο μέτρο που προ­βλέ­πε­ται από την ισχύ­ουσα νομο­θε­σία για την ανα­γκα­στική είσπραξη της οφειλής.

Με την προ­ϋ­πό­θεση πλη­ρω­μής των δόσεων προ­ση­κό­ντως και εμπρο­θέ­σμως και της μη ύπαρξης άλλων ληξι­πρό­θε­σμων μη ρυθ­μι­σμέ­νων οφειλών, χορη­γεί­ται φορο­λο­γική ενη­με­ρό­τητα τρι­μή­νου διαρ­κείας η οποία ανα­νε­ώ­νε­ται στην λήξη της με τις ίδιες προ­ϋ­πο­θέ­σεις χορή­γη­σης της άμεσα και χωρίς άλλη δια­δι­κα­σία.

β. Σε περί­πτωση απο­δε­δειγ­μέ­νου μηδε­νι­κού εισο­δή­μα­τος κατά τους τελευ­ταί­ους 12 μήνες μέχρι την δημο­σί­ευση του παρό­ντος, ανα­στέλ­λο­νται το σύνολο των εισπρα­κτι­κών μέτρων και διώξεων κατά του οφει­λέτη για περίοδο 12 μηνών μετά την πάροδο των οποίων υπά­γε­ται στην ρύθμιση της παραγρ. 1α.

γ. Η προ­σφυγή στην Επι­τροπή Διοι­κη­τι­κής Επί­λυ­σης Φορο­λο­γι­κών Δια­φο­ρών επι­φέ­ρει τα απο­τε­λέ­σματα άσκησης ενδι­κο­φα­νούς προ­σφυ­γής και ανα­στέλ­λει μέχρι της κοι­νο­ποί­η­σης της από­φα­σης στον φορο­λο­γού­μενο την προ­θε­σμία προ­σφυ­γής στο Δικα­στή­ριο

δ. Η κάθε υπόθεση υπά­γε­ται απαξ στην ρύθμιση των παρ. 1α και β, η ρύθμιση δε θεω­ρεί­ται καταρ­γη­θείσα σε περί­πτωση καθυ­στέ­ρη­σης πέρα του ενός μηνός δύο συνεχών δόσεων. Μετά την κατάρ­γηση της ρύθ­μι­σης η οφειλή εισπράτ­τε­ται κατά τις ισχύ­ου­σες γενικές δια­τά­ξεις.

Τα ποσά που υπά­γο­νται στην παρα­πάνω ρύθμιση προ­σαυ­ξά­νο­νται με 0,5% μηνιαίως, χωρίς οποια­δή­ποτε άλλη προ­σαύ­ξηση, επι­βά­ρυνση ή ποινή. Σε κάθε περί­πτωση τα ήδη βεβαιω­μένα πρό­στιμα και προ­σαυ­ξή­σεις δεν μπορούν να υπερ­βαί­νουν το 30% του αρχικώς οφει­λό­με­νου κεφα­λαίου. Τα πρό­στιμα και οι προ­σαυ­ξή­σεις επα­νέρ­χο­νται σε περί­πτωση έκπτω­σης από την ρύθμιση.

ε. Με την άσκηση δικα­στι­κής προ­σφυ­γής η αρμόδια Δ.Ο.Υ. βεβαιώ­νει ποσοστό 15% της συνο­λι­κής οφειλής. Το ποσό αυτό πρέπει να εξο­φλη­θεί μέχρι την πρώτη συζή­τηση επί ποινή απα­ρά­δε­κτου της συζή­τη­σης.

Η κατα­βολή του ποσού αυτού δύναται να ανα­στα­λεί εν μέρει ή εν όλω με απόφαση του αρμό­διου Δικα­στη­ρίου κατόπιν αιτή­σεως του οφει­λέτη, λόγω απο­δε­δειγ­μέ­νης αδυ­να­μίας κατα­βο­λής του συνο­λι­κού ποσού της βεβαί­ω­σης.

Άρθρο 3

Η Περι­φε­ρειακή Επι­τροπή Διοι­κη­τι­κής Επί­λυ­σης Φορο­λο­γι­κών Δια­φο­ρών.

α. Συνί­στα­ται στην έδρα κάθε Περι­φέ­ρειας πεντα­με­λής Επι­τροπή Διοι­κη­τι­κής επί­λυ­σης Φορο­λο­γι­κών δια­φο­ρών απο­τε­λού­μενη από δύο συντα­ξιού­χους Δικα­στι­κούς λει­τουρ­γούς εκ των οποίων ο ένας του­λά­χι­στον της Διοι­κη­τι­κής Δικαιο­σύ­νης ως Πρό­ε­δρος, έναν Διευ­θυ­ντή Υπη­ρε­σίας Δ.Ο.Υ της Περι­φέ­ρειας, έναν εκπρό­σωπο της επαγ­γελ­μα­τι­κής ένωσης του προ­σφεύ­γο­ντος και έναν εκπρό­σωπο του οικο­νο­μι­κού επι­με­λη­τη­ρίου της Ελλάδος. Οι Επι­τρο­πές συγκρο­τού­νται εντός 15 ημερών από την δημο­σί­ευση του νόμου με απόφαση του οικείου Περι­φε­ρειάρχη.

Με την ίδια απόφαση ρυθ­μί­ζο­νται τα θέματα στέ­γα­σης της Επι­τρο­πής καθώς και κάθε ανα­γκαίας για την λει­τουρ­γία της λεπτο­μέ­ρειας .

β. Με απόφαση του Υπουρ­γού Οικο­νο­μι­κών μπορεί να ορί­ζο­νται ανάλογα με τις ανάγκες και άλλες πόλεις κάθε περι­φέ­ρειας ως έδρες Επι­τρο­πών Διοι­κη­τι­κής Επί­λυ­σης Φορο­λο­γι­κών Δια­φο­ρών.

Επίσης με απο­φά­σεις του Υπουρ­γού Οικο­νο­μι­κών, ορί­ζο­νται ο αριθμός των μελών της Γραμ­μα­τείας της Επι­τρο­πής, η δια­δι­κα­σία στε­λέ­χω­σης από υπαλ­λή­λους του Υπουρ­γείου Οικο­νο­μι­κών και της Περι­φέ­ρειας, το ύψος της απο­ζη­μί­ω­σης των μελών της Επι­τρο­πής και ο κωδικός του Υπουρ­γείου Οικο­νο­μι­κών από τον οποίο καλύ­πτο­νται οι σχε­τι­κές δαπάνες ως και η δια­δι­κα­σία διά­θε­σης και είσπρα­ξης των ανα­γκαίων κον­δυ­λίων.

γ. Οι κατά τόπους επι­τρο­πές λει­τουρ­γούν μέχρι εξα­ντλή­σεως των αιτή­σεων που θα έχουν υπο­βλη­θεί μέχρι 31/3/2015. Ο ορισμός της συζή­τη­σης των αιτή­σεων γίνεται με πράξη του Προ­έ­δρου επί της αιτή­σεως η οποία γνω­στο­ποιεί­ται με έγγραφο (τηλε­ο­μοιο­τυ­πία ή ηλε­κτρο­νικό ταχυ­δρο­μείο) 10 του­λά­χι­στον ημέρες προ της συζή­τη­σης, αναρ­τά­ται δε επίσης στην ηλε­κτρο­νική διεύ­θυνση της Επι­τρο­πής.

δ. Η συζή­τηση της υπό­θε­σης μπορεί να ανα­βλη­θεί με απόφαση του Προ­έ­δρου μια μόνο φορά, ή δε μη νόμιμη και προ­σή­κουσα εμφά­νιση του αιτού­ντος (ερη­μο­δι­κία) συνε­πά­γε­ται την απόρ­ριψη της αίτησης. Για την συζή­τηση της υπό­θε­σης εκδί­δε­ται γραμ­μά­τιο δημο­σίου 75 ευρώ υπέρ του Κωδικού κάλυψης των δαπανών λει­τουρ­γίας των Επι­τρο­πών.

Στην Επι­τροπή δεν γίνο­νται δεκτές αιτή­σεις διοι­κη­τι­κής επί­λυ­σης φορο­λο­γι­κής δια­φο­ράς όταν το συνο­λικό αντι­κεί­μενο της δια­φο­ράς είναι κατώ­τερο των 20.000,00 ευρώ, αλλά αυτές υπά­γο­νται στην ρύθμιση της §1α, εφόσον ο οφει­λέ­της υπο­βάλ­λει την σχετική αίτηση, αλλιώς επι­λύ­ο­νται δικα­στι­κώς.

Άρθρο 4

Ρύθμιση ασφα­λι­στι­κών εισφο­ρών

Οι δια­τά­ξεις της παρ. α, του άρθρου 1 και 2 εφαρ­μό­ζο­νται ανα­λό­γως για την ρύθμιση ασφα­λι­στι­κών εισφο­ρών οι οποίες κατέ­στη­σαν ληξι­πρό­θε­σμες μέχρι 31.12.2014.

Σε περι­πτώ­σεις ρύθ­μι­σης συγ­χρό­νως φορο­λο­γι­κών και ασφα­λι­στι­κών εισφο­ρών το ποσό των δόσεων δεν θα υπερ­βαί­νει ποσοστό 30% του βεβαιω­θέ­ντος εισο­δή­μα­τος του φορο­λο­γου­μέ­νου του προη­γού­με­νου έτους, στην περί­πτωση δε αυτή προη­γεί­ται η έκδοση από­φα­σης ρύθ­μι­σης της φορο­λο­γι­κής οφειλής και ακο­λου­θεί η ρύθμιση της οφειλής από ασφα­λι­στι­κές εισφο­ρές.

Οι απο­φά­σεις ρύθ­μι­σης εκδί­δο­νται από τον Διευ­θυ­ντή του αρμο­δίου υπο­κα­τα­στή­μα­τος του Ασφα­λι­στι­κού Οργα­νι­σμού. Η αποδοχή από τον φορο­λο­γού­μενο της ρύθ­μι­σης απο­τε­λεί ορι­στική επίλυση της δια­φο­ράς. Προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την ανα­στολή των μέτρων ανα­γκα­στι­κής είσπρα­ξης του αρθ. 2 είναι η κατα­βολή των δόσεων και εξό­φληση των τρε­χου­σών οφειλών.

Άρθρο 5

Ποινικό αδίκημα μη κατα­βο­λής χρεών προς το Δημόσιο

1. Η διάταξη της παρα­γρά­φου 1 του άρθρου 25 του νόμου 1882/1990 (Α’43/23-03-1990) σύμφωνα με την οποία “ χρόνος τέλεσης του αδι­κή­μα­τος είναι το χρονικό διά­στημα από την παρέ­λευση των τεσ­σά­ρων μηνών μέχρι την συμπλή­ρωση χρόνου αντί­στοι­χου με το 1/3 της κατά περί­πτωση προ­βλε­πό­με­νης προ­θε­σμίας παρα­γρα­φής” καταρ­γεί­ται.

2. Στο τέλος της παρα­γρά­φου 1 του άρθρου 25 του ανωτέρω νόμου προ­στί­θε­ται η φράση: “ Η πράξη μπορεί επίσης να κριθεί ατι­μώ­ρητη εάν απο­δει­χθεί αντι­κει­με­νική και ανυ­παί­τια αδυ­να­μία κατα­βο­λής του οφει­λέτη.”

Άρθρο 6

Απα­γό­ρευση φορο­λο­γι­κού ελέγχου στην κατοι­κία χωρίς παρου­σία εισαγ­γε­λι­κού λει­τουρ­γού – Προ­στα­σία οφει­λε­τών

1. Απα­γο­ρεύ­ε­ται η διε­νέρ­γεια φορο­λο­γι­κών ελέγχων και ερευνών στην κατοι­κία του φορο­λο­γού­με­νου χωρίς την παρου­σία εισαγ­γε­λι­κού λει­τουρ­γού και σε κάθε περί­πτωση πριν από την ανατολή και μετά την δύση του ήλιου.

2. Μετά το τέλος του εδ. β’ του άρθρου 30 Α του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) όπως αυτό ισχύει προ­στί­θε­ται το εξής:

Το κατα­σχε­τή­ριο έγγραφο απαι­τεί­ται επί ποινή ακυ­ρό­τη­τας της πράξεως να κοι­νο­ποι­η­θεί στον οφει­λέτη, του­λά­χι­στον 48 ώρες πριν από την εκτέ­λεση της κατά­σχε­σης.

3. Το άρθρο 30Β του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) όπως αυτό ισχύει καταρ­γεί­ται.

Άρθρο 7

Ρύθμιση δανεια­κών υπο­χρε­ώ­σεων.

α. Στε­γα­στικά και κατα­να­λω­τικά δάνεια που έχουν συνα­φθεί την τελευ­ταία δεκα­ε­τία μεταξύ νομίμως λει­τουρ­γού­ντων στην χώρα τρα­πε­ζι­κών και πιστω­τι­κών ιδρυ­μά­των και Ελλήνων πολιτών ή μόνιμων κατοί­κων Ελλάδος, απα­γο­ρεύ­ε­ται να εκχω­ρη­θούν υπό οποια­δή­ποτε μορφή, αμέσως ή εμμέσως σε τρίτους, μη Τρα­πε­ζικά ιδρύ­ματα τα οποία δεν λει­τουρ­γούν νόμιμα σε χώρα της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης, ή να χορη­γη­θούν εγγυ­ή­σεις επ’ αυτών από την εκτέ­λεση των οποίων επέρ­χε­ται ουσια­στικά μετα­βολή του προ­σώ­που του δανει­στή χωρίς προη­γού­μενη σύμφωνη γνώμη του οφει­λέτη.

β. Οι τυχόν εκχω­ρή­σεις της προη­γού­με­νης παρα­γρά­φου, γενό­με­νες μετά την ψήφιση του παρό­ντος είναι άκυρες και δεν δημιουρ­γούν νόμιμα δικαιώ­ματα του τρίτου κατά του οφει­λέτη.

γ.

i) Απα­γο­ρεύ­ο­νται οι δια­δι­κα­σίες πλει­στη­ρια­σμών σε κάθε περί­πτωση για οφειλές κάτω των δια­κο­σίων χιλιά­δων (200.000) ευρώ.

ii) Για οφειλές άνω των δια­κο­σίων χιλιά­δων ευρώ απα­γο­ρεύ­ο­νται οι πλει­στη­ρια­σμοί πρώτης κατοι­κίας και επαγ­γελ­μα­τι­κής στέγης αντι­κει­με­νι­κής αξίας μέχρι 350.000 ευρώ για τρα­πε­ζικά δάνεια, χρέη προς το δημόσιο και ασφα­λι­στι­κούς οργα­νι­σμούς, ως και ο πλει­στη­ρια­σμός ακι­νή­των των εγγυ­η­τών των ανωτέρω οφειλών μέχρι 31/12/2015, τυχόν δε δια­δι­κα­σίες που είναι εκκρε­μείς ανα­στέλ­λο­νται μέχρι την άνω ημε­ρο­μη­νία.

δ. Από την δημο­σί­ευση του παρό­ντος καταρ­γεί­ται το άρθρο 2 του ν. 4224/2013 (Α’288/ 31-12-2013) και ανα­στέλ­λε­ται κάθε σχετική δια­δι­κα­σία.

Άρθρο 8

Μετα­βα­τική διάταξη.

Από την δημο­σί­ευση του παρό­ντος νόμου στο ΦΕΚ, οι δια­τά­ξεις αυτές, κατι­σχύ­ουν και εφαρ­μό­ζο­νται απο­κλει­στικά εις τα ρυθ­μι­ζό­μενα θέματα, έναντι κάθε άλλης διά­τα­ξης νόμου, Υπουρ­γι­κής από­φα­σης, εγκυ­κλίου, που έχει προη­γου­μέ­νως εκδοθεί.

Κατα­λαμ­βά­νο­νται από τις δια­τά­ξεις αυτές, όλες οι εκκρε­μείς υπο­θέ­σεις για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί τελε­σί­δι­κες δικα­στι­κές απο­φά­σεις, ή δεν έχουν γίνει Διοι­κη­τι­κές ρυθ­μί­σεις με την συμ­φω­νία του οφει­λέτη. Με απο­φά­σεις του Υπουρ­γού Οικο­νο­μι­κών και του Υπουρ­γού Εργα­σίας ρυθ­μί­ζο­νται θέματα για την εφαρ­μογή όλων των μέτρων και ορί­ζο­νται οι ενέρ­γειες των εμπλε­κό­με­νων οργάνων της Διοί­κη­σης για την ταχεία και ορθή εφαρ­μογή των υπέρ των πολιτών ρυθ­μί­σεων του νόμου αυτού.

Αθήνα, 1 Οκτω­βρίου 2014

Οι προ­τεί­νο­ντες Βου­λευ­τές

Τσίπρας Αλέξης

Αγα­θο­πού­λου Ειρήνη – Ελένη

Αθα­να­σίου Νάσος

Αλε­ξό­που­λος Από­στο­λος

Αμα­να­τί­δης Γιάννης

Αμμα­να­τί­δου Ευαγ­γε­λία

Απο­στό­λου Ευάγ­γε­λος

Αυλω­νί­του Ελένη

Βαλα­βάνη Νάντια

Βαμβακά Τζένη

Βαρε­μέ­νος Γεώρ­γιος

Βούτσης Νικό­λαος

Γαϊτάνη Ιωάννα

Γάκης Δημή­τρης

Γελαλής Δημή­τρης

Γερ­μα­νί­δης Αθα­νά­σιος

Γερο­βα­σίλη Όλγα

Γεωρ­γο­πού­λου – Σαλτάρη Έφη

Δερ­μι­τζά­κης Κων­στα­ντί­νος

Διακάκη Μαρία

Δια­μα­ντό­που­λος Ευάγ­γε­λος

Διώτη Ηρώ

Δρα­γα­σά­κης Γιάννης

Δρίτσας Θεό­δω­ρος

Δρι­τσέλη Πανα­γιώτα

Ζαχα­ριάς Κων­στα­ντί­νος

Ζεϊμπέκ Χουσεΐν

Ζερ­δε­λής Γιάννης

Θεο­πε­φτά­του Αφρο­δίτη

Ιγγλέζη Αικα­τε­ρίνη

Καλο­γερή Αγνή

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.