«Η βία των ανηλίκων δεν αντιμετωπίζεται με καταστολή, αλλά με την αποκατάσταση των οικογενειακών δεσμών», δηλώνει σήμερα στη «δ» ο κ. Χρίστος Χ. Λιάπης (MD, MSc, PhD), επίκουρος καθηγητής Ψυχιατρικής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης και αναπληρωτής πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ενιαίου Οργανισμού Πρόληψης και Αντιμετώπισης Εξαρτήσεων.
Στη συνέντευξή μας ο κ. Λιάπης αναλύει το σύνθετο φαινόμενο της νεανικής παραβατικότητας, διεισδύοντας πέρα από την επιφανειακή ανάγνωση των γεγονότων. Εξηγεί πώς η αποστασιοποίηση της οικογένειας και η κρίση των προτύπων δημιούργησαν ένα κενό στο «αίσθημα του ανήκειν», το οποίο πολλοί έφηβοι επιχειρούν σήμερα να καλύψουν μέσα από την ένταξη σε παραβατικές ομάδες και τη χρήση ουσιών.
Παράλληλα, αναδεικνύει τον ρόλο του διαδικτύου ως «διαβατηρίου καταξίωσης» μέσω της καταγραφής και προβολής βίαιων σκηνών, ενώ εμβαθύνει στην επιστημονική διάσταση του προβλήματος.
Εξηγεί, μάλιστα, τους λόγους για τους οποίους η νευρολογική ωρίμανση του εγκεφάλου και η καλλιέργεια της ενσυναίσθησης αποτελούν τις μοναδικές ουσιαστικές δικλείδες ασφαλείας απέναντι στην κλιμακούμενη κοινωνική αποδιοργάνωση.
• Κύριε Λιάπη, θα ήθελα να ξεκινήσουμε τη συνέντευξή μας από την έντονη ανησυχία για τα περιστατικά παραβατικότητας και το πόσο έχουν ξεφύγει. Υπάρχει αυτή η εκτίμηση στην κοινωνία, αλλά είναι όντως σωστό να λέμε ότι η κατάσταση έχει πλέον ξεφύγει;
Ναι, είναι βέβαιο πως η κατάσταση παρουσιάζει μια ανησυχητική έξαρση. Στην παρούσα φάση συντρέχουν πολλαπλοί παράγοντες.
Είναι αλήθεια ότι όσο εντατικότερα προσπαθείς να ανιχνεύσεις επιστημονικά ένα φαινόμενο, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να το δεις να εκδηλώνεται. Ωστόσο, εν προκειμένω, βρισκόμαστε ενώπιον πολλών γενεσιουργών αιτιών. Δυστυχώς, η νεανική παραβατικότητα έχει αυξηθεί σημαντικά και αυτό προκαλεί έναν δικαιολογημένο και έντονο προβληματισμό.
• Υπάρχει τρόπος να οριοθετηθεί αυτή η κατάσταση; Γιατί η αίσθηση της κοινωνίας είναι πως τα πράγματα οδηγούνται σε μια κλιμακούμενη επιδείνωση.
Κοιτάξτε, εάν δεν αποκατασταθεί η εύρυθμη λειτουργία της οικογένειας, δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστικό αποτέλεσμα. Η οικογένεια διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην οριοθέτηση και στη μετάδοση των ορθών προτύπων που υιοθετούν τα παιδιά από τους γονείς τους. Δυστυχώς, την τελευταία δεκαετία ο οικογενειακός πυρήνας υπέστη μια σημαντική αποσταθεροποίηση, καθώς κλήθηκε να αντιμετωπίσει ακραίες κοινωνικές συνθήκες. Αυτές οι συνθήκες δοκίμασαν τις αντοχές, τους παραδοσιακούς ρόλους, αλλά και τα ψυχολογικά δυναμικά της οικογένειας. Εάν δεν αποκατασταθεί αυτή η δομή, οποιαδήποτε απαίτηση κι αν έχουμε από τους κρατικούς φορείς ή το εκπαιδευτικό σύστημα, το αποτέλεσμα θα είναι ελλιπές.
Οι «πρωταρχικοί άλλοι» (σημαντικοί άλλοι / significant others), που για το παιδί είναι οι γονείς και κατ’ επέκταση όσοι έχουν την ευθύνη της ανατροφής τους, έχουν εκπέμψει τα τελευταία χρόνια εσφαλμένες κατευθύνσεις, λανθασμένες οριοθετήσεις και προβληματικά πρότυπα.

• Αυτό αφορά στο επίπεδο της πρόληψης, που είναι το πρώτο και κύριο σκαλοπάτι. Στις περιπτώσεις όμως που εξελίσσονται τώρα, πώς επιτυγχάνεται η ανάσχεση; Πώς μπαίνει το «φρένο» στα παιδιά που έχουν ήδη εγκλωβιστεί σε αυτόν τον φαύλο κύκλο της βίας;
Πρώτα απ’ όλα, οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένα φαινόμενα. Συνδέονται άρρηκτα, καταρχάς, με τη χρήση ουσιών. Υπό τη θεσμική μου ιδιότητα στον ΕΟΠΑΕ και ως πρώην πρόεδρος του ΚΕΘΕΑ, διαπιστώνω πως η χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, συμπεριλαμβανομένης της κάνναβης και του αλκοόλ, κατεβάζει συνεχώς το ηλικιακό της κατώφλι, ως προς τον χρόνο που οι ανήλικοι μαθητές ξεκινούν –πλέον- τη χρήση.
Αυτό δημιουργεί παθολογικές επικαλύψεις μεταξύ της νεανικής παραβατικότητας, της βίαιης συμπεριφοράς και της χρήσης ουσιών.
Είτε επειδή οι ανήλικοι βιαιοπραγούν ευρισκόμενοι υπό την επήρεια ουσιών, είτε επειδή συγκροτούν παραβατικές ομάδες με δομή συμμορίας προκειμένου να προμηθεύονται και να διακινούν τις ουσίες αυτές. Αυτό εφάπτεται άμεσα με μια άλλη παθολογική πτυχή του ζητήματος, το αίσθημα του ανήκειν. Λόγω της απώλειας εσωτερικής δομής και της διατάραξης των πρωταρχικών σχέσεων με τον εαυτό τους και με την οικογένεια, οι νέοι αναζητούν αυτή τη χαμένη δομή μέσα από την ένταξη σε ομάδες συνομηλίκων. Εκεί, τα κριτήρια αποδοχής φιλτράρονται, δυστυχώς, μέσα από τη βίαιη συμπεριφορά, την παραβατικότητα εν γένει, τη χρήση ουσιών ή και σε έναν συνδυασμό όλων αυτών.
• Το αντιλαμβάνονται όμως αυτό οι ίδιοι; Είναι μια εκούσια επιλογή ή μια ασυνείδητη διαδικασία;
Αυτή η διαδικασία επιτελείται ασυνείδητα. Προφανώς, εάν υπήρχε πλήρης επίγνωση της προβληματικότητας ή και του νοσηρού της συμπεριφοράς τους, οι ίδιοι οι έφηβοι θα κινητοποιούνταν προς τη θεραπεία των αιτίων που προκαλούν αυτές τις συμπεριφορές και θα ευαισθητοποιούσαν τους γονείς τους προς αυτή την κατεύθυνση.
Καταλυτικό ρόλο παίζει πλέον και η πληροφοριόσφαιρα του διαδικτύου. Ζούμε σε έναν διττό κόσμο, τον φυσικό και τον ψηφιακό. Ο εκφοβισμός (bullying) και οι βίαιες συγκρούσεις προϋπήρχαν στα σχολικά περιβάλλοντα και πάντοτε ο αδύναμος βρισκόταν στο στόχαστρο των ισχυρότερων. Όμως πλέον προσφέρεται η δυνατότητα καταγραφής των σκηνών βίας και η ακαριαία αναπαραγωγή και ευρεία διάδοσή τους μέσω των κοινωνικών δικτύων. Αυτή η ψηφιακή αναμετάδοση λειτουργεί ως «διαβατήριο κοινωνικής καταξίωσης» μεταξύ των συνομηλίκων, κλείνοντας έναν φαύλο κύκλο όπου η ανάγκη για ένταξη επιβεβαιώνεται μέσα από τη βία.
• Υπάρχει δρόμος επιστροφής για ένα παιδί που έχει ήδη παρεκτραπεί;
Αναμφίβολα υπάρχει δρόμος επιστροφής, αρκεί όμως να αναγνωριστεί το πρόβλημα στην πολυπαραγοντική του διάσταση. Είναι εντελώς διαφορετικό το προφίλ ενός εφήβου που εκδηλώνει βία λόγω ενδοοικογενειακών δυσλειτουργιών και ριζικά διαφορετικό εκείνο ενός παιδιού που έχει εμπλακεί στη χρήση ουσιών ή φέρει μια υποκείμενη, ενεργό ψυχοπαθολογία. Κοινός παρονομαστής, ωστόσο, σε κάθε βίαιο ξέσπασμα και σε κάθε παρεκτροπή παραμένει το έλλειμμα ενσυναίσθησης. Η ενσυναίσθηση είναι η ικανότητα να ταυτιζόμαστε με τη θέση του άλλου και άρα να αντιλαμβανόμαστε το καλό ή το κακό που του προκαλούμε. Αυτό που δεν λειτουργεί σωστά ως δικλείδα ασφαλείας, είναι ότι δεν υιοθετείται το ηθικό μοτίβο βάσει του οποίου το κακό που δεν θα ήθελε να του προκαλέσουν οι άλλοι, αποφεύγει να το προκαλέσει ο ίδιος.
Γι’ αυτό λέμε ότι «οι ρίζες της ηθικής βρίσκονται στην ενσυναίσθηση». Όταν αυτή η ικανότητα ατονεί, όχι επειδή λείπει το νοητικό εργαλείο, αλλά επειδή δεν λειτούργησαν σωστά τα «κανάλια της ηθικής» που θα μάθαιναν στο παιδί να σχετίζεται με σωστό τρόπο, αυτό αποτελεί ένδειξη διαταραχής προσωπικότητας. Αυτό το μοντέλο ψυχοπαθολογίας δίνει τα συμπτώματά του από την ανήλικη ζωή και κλιμακώνεται αργότερα ως αντικοινωνική-ψυχοπαθητική διαταραχή προσωπικότητας. Παράλληλα, μπορεί να συνυπάρχει και μια άλλη ψυχιατρική παθολογία, όπως για παράδειγμα κατάθλιψη που εκφράζεται με διέγερση, θυμό και επεισόδια έντασης, η οποία απαιτεί εξειδικευμένες παρεμβάσεις από παιδοψυχιάτρους. Σε κάθε περίπτωση, αν υπάρχει χρήση ουσιών ή αλκοόλ που συνάπτεται με την παραβατικότητα, εάν δεν αντιμετωπιστεί αυτό το «δίδυμο» της χρήσης και της παραβατικής-βίαιης συμπεριφοράς, οποιαδήποτε άλλη παρέμβαση θα είναι ατελέσφορη.

• Κύριε καθηγητά, με βάση την εμπειρία σας, προβλέπετε περαιτέρω επιδείνωση των φαινομένων στο μέλλον;
Σύμφωνα με τον δεύτερο θερμοδυναμικό νόμο, η εντροπία τείνει να αυξάνεται. Συνεπώς, όλα τα συστήματα ρέπουν προς την αταξία και την επιδείνωση της εικόνας τους με όρους αποδιοργάνωσης, εάν δεν υπάρξουν οι δέουσες διορθωτικές παρεμβάσεις. Παρότι η νεανική παραβατικότητα προϋπήρχε ιστορικά, η σημερινή της διόγκωση είναι αδιαμφισβήτητη και όσο δεν παρεμβαίνουμε συγκροτημένα, δεν θα βελτιωθεί από μόνη της. Ακόμη και σε περιόδους οικονομικής ευμάρειας, τα περιστατικά βιαίων εκτροπών των ανηλίκων, ήταν παρόντα, διότι το ζητούμενο για ένα παιδί δεν είναι πρωτίστως τα υλικά αγαθά, αλλά ο ποιοτικός χρόνος και ο ουσιαστικός συναισθηματικός δεσμός με την οικογένεια. Η κρίση έπληξε καίρια αυτούς τους δεσμούς. Ο πατέρας ένιωσε να χάνει τον παραδοσιακό του ρόλο, η μητέρα δοκιμάστηκε προσπαθώντας να καλύψει το εισοδηματικό κενό και η καραντίνα υποχρέωσε τα παιδιά να περάσουν συχνά –ακόμη και- μια ολόκληρη βαθμίδα εκπαίδευσης μπροστά σε μια οθόνη πλατφόρμας τηλεκπαίδευσης, στερώντας τους τη φυσική κοινωνικοποίηση. Πρέπει να παραμένουμε σε εγρήγορση τόσο για την πρόληψη όσο και για τη διαχείριση της (συμπεριφορικής) υποτροπής, ειδικά όταν οι δυσλειτουργίες στους οικογενειακούς δεσμούς επιμένουν.
• Ποιο είναι το κρίσιμο ηλικιακό παράθυρο για την επαγρύπνηση των γονέων;
Οι παρεκτροπές ξεκινούν πλέον από τις τελευταίες τάξεις του δημοτικού, συνεπώς η εγρήγορση πρέπει να είναι διαρκής μέχρι και τη μετεφηβεία. Νευροαναπτυξιακά, ο μετωπιαίος λοβός του εγκεφάλου, υπεύθυνος για τον έλεγχο των παρορμήσεων, τις αναστολές και αυτού που το ευρύ κοινό ορίζει απλά ως «ωριμότητα», ολοκληρώνεται μετά το 20ό έτος της ηλικίας, συχνά φτάνοντας έως το 24ο με 25ο έτος. Είναι οξύμωρο το γεγονός ότι στην ελληνική κοινωνία διατηρούνται παθολογικές εξαρτήσεις από την πατρική οικογένεια έως τα 30, ενώ την ίδια στιγμή λείπει η ουσιαστική γονεϊκή οριοθέτηση κατά την περίοδο που ο νέος διαμορφώνει, κυριολεκτικά με νευροβιολογικούς όρους, την προσωπικότητά του.
Η γονεϊκή μέριμνα και η φροντίδα για τη διαμόρφωση συνθηκών υγιούς ανάπτυξης δεν τελειώνει ποτέ, αλλά σίγουρα δεν πρέπει να εξαντλείται όσο οι νέοι μας παραμένουν ψυχοκοινωνικά και νευροαναπτυξιακά «νέοι».













