ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Πέθανε ο καταξιωμένος ακαδημαϊκος Δημήτρης Ποταμιάνος

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Ποταμιάνος

Ο κα­τα­ξιω­μέ­νος ακα­δη­μαϊ­κός και συγ­γρα­φέ­ας Δη­μή­τρης Πο­τα­μιά­νος έφυγε από τη ζωή ανή­με­ρα της Πρω­το­χρο­νιάς σε ηλι­κί­ας 72 ετών.

Η κη­δεία του θα πραγ­μα­το­ποι­η­θεί την Δευ­τέ­ρα στον ιερό ναό της Αγίας Αι­κα­τε­ρί­νης στην Πλάκα στις 12:00 το με­ση­μέ­ρι.

Γνω­ρί­στε τον μέσα από τη συ­νέ­ντευ­ξη που έδωσε στις 14.12.2014 στο popaganda ενόψη της κυ­κλο­φο­ρί­ας τότε του βι­βλί­ου του Αμ­φι­θέ­α­τρο.

« Ζω στην Αί­γι­να εδώ και δώ­δε­κα χρό­νια. Πριν έμενα σε ένα κα­τα­πλη­κτι­κό σπίτι στην Αδρια­νού, στο νοίκι. Ήμουν πολύ τυ­χε­ρός που κα­τά­φε­ρα να πα­ρα­μεί­νω εκεί δέκα χρό­νια. Με το που επέ­στρε­ψα στην Ελ­λά­δα από την Ια­πω­νία, όπου ερ­γα­ζό­μουν ως εξω­τε­ρι­κός συ­νερ­γά­της του ΕΟΤ, άρ­χι­σα να δη­μο­σιο­γρα­φώ σε θέ­μα­τα, κυ­ρί­ως, φα­γη­τού και κρα­σιού στο ELLE και στο PLAYBOY και πα­ράλ­λη­λα ανα­ζή­τη­σα κα­τοι­κία. Βρήκα αυτό το σπίτι που από την μια πλευ­ρά ήταν η «Μύ­κο­νος» με την πλα­τεία της Αδρια­νού, και από την άλλη μεριά ήταν η «Δήλος» με τη ρω­μαϊ­κή αγορά. Στο τε­λευ­ταίο βι­βλίο μου, στο Αμ­φι­θέ­α­τρο ένας από τους πρω­τα­γω­νι­στές μένει σε αυτό το σπίτι και το πε­ρι­γρά­φει. Ήταν ένα σπίτι που το έζησα πολύ έντο­να, εκ­με­ταλ­λεύ­τη­κα τις δυ­να­τό­τη­τές του όσο μπο­ρού­σα, είχα φτιά­ξει και μπο­στά­νι μέσα στον ρω­μαϊ­κό κήπο, είχα φυ­τέ­ψει μπου­καμ­βί­λιες, είχα βάλει ένα τρα­πέ­ζι του πινγκ πονγκ και παί­ζα­με με τους φί­λους, ήρθε η αρ­χαιο­λο­γι­κή υπη­ρε­σία και μου ζη­τού­σαν να ξε­ρι­ζώ­σω τις μπου­καμ­βί­λιες, μα το φυτό αυτό είναι αναρ­ρι­χη­τι­κό δεν βγά­ζει ρίζες για να προ­κα­λέ­σει κά­ποια ζημιά, το άφησα όπως και το κλίμα που είχα φυ­τέ­ψει αλλά έβγα­λα το τρα­πέ­ζι του πινγκ πονγκ που εδώ που τα λέμε ήταν δίπλα σε ένα κιο­νό­κρα­νο.

Ύστε­ρα από αυτόν τον πα­ρά­δει­σο, που έπρε­πε να εγκα­τα­λεί­ψω επει­δή το χρεια­ζό­ταν η ιδιο­κτή­τρια για τις κόρες της, έμει­να να ανα­ρω­τιέ­μαι πού θα μπο­ρού­σα να μείνω πια και να είμαι ευ­χα­ρι­στη­μέ­νος. Η λύση βρέ­θη­κε στα «ξύ­λι­να τείχη» όπως είπε και ο Θε­μι­στο­κλής, μπήκα λοι­πόν σε ένα κα­ρά­βι κι έφτα­σα στην Αί­γι­να.

Ίσως δεν ήταν τυ­χαίο που κα­τέ­λη­ξα σε νησί καθώς η οι­κο­γέ­νεια μου ήταν κα­ρα­βο­κύ­ρη­δες με κα­τα­γω­γή από την Κε­φαλ­λο­νιά. Άλ­λω­στε το πρώτο μου με­γά­λο πεζό, τα Χω­ρι­κά Ύδατα είναι μια saga μιας εφο­πλι­στι­κής οι­κο­γέ­νειας, της δικής μου. Το βι­βλίο είχε με­τα­φερ­θεί και στην τη­λε­ό­ρα­ση αλλά το σή­ριαλ ήταν άθλιο, θυ­μά­μαι είχα πει στον πα­ρα­γω­γό «Σε όλο το βι­βλίο μιλάω για θα­λασ­σο­πό­ρους και για κα­ρα­βο­κύ­ρη­δες και σε κα­νέ­να από τα 24 επει­σό­δια δεν εμ­φα­νί­ζε­ται ούτε μια βαρ­κού­λα». Τα Χω­ρι­κά Ύδατα εστί­α­ζαν στην Ελ­λά­δα του λού­μπεν κα­πι­τα­λι­σμού, όρος που ανή­κει στον Γιω­τό­που­λο του οποί­ου δεν ασπά­ζο­μαι τις ιδέες και τις δρά­σεις, αλλά πα­ρα­δέ­χο­μαι ότι απο­τύ­πω­σε με αυτή τη φράση πολύ σωστά το τι συμ­βαί­νει στην χώρα μας, δη­λα­δή ενώ δεν έχου­με κα­πι­τα­λι­σμό έχου­με κα­πι­τα­λι­στι­κό σύ­στη­μα που δεν βα­σί­ζε­ται στις αγο­ρές αλλά στο άρ­μεγ­μα του κρα­τι­κού μη­χα­νι­σμού. Μετά τον πό­λε­μο οι Έλ­λη­νες επι­χει­ρη­μα­τί­ες είχαν στο νου πώς να τσε­πώ­σουν τους κρα­τι­κούς πό­ρους, δεν είχαν επι­χει­ρη­μα­τι­κή πρω­το­βου­λία, φα­ντα­σία και δρα­στη­ριό­τη­τα. Στα «Χω­ρι­κά Ύδατα» η εφο­πλι­στι­κή οι­κο­γέ­νεια που πε­ρι­γρά­φω λαν­σά­ρι­σε στην Ελ­λά­δα τις κρουα­ζιέ­ρες τη δε­κα­ε­τία του ’50, μια πρω­το­πό­ρος κα­τά­στα­ση για την χώρα που θα μπο­ρού­σε να στα­θεί πολύ καλά σε διε­θνές επί­πε­δο. Κι όμως έφτια­ξαν την εται­ρία με την προ­ϋ­πό­θε­ση να λαμ­βά­νουν επι­δό­τη­ση από το κρά­τος 70% ανά δρο­μο­λό­γιο. Και ύστε­ρα ανα­ρω­τιό­μα­στε πώς φτά­σα­με ως εδώ.

Η Αί­γι­να είναι ένα ευ­λο­γη­μέ­νος τόπος, το κα­τά­λα­βα από την αρχή. Η φύση της πα­ρα­μέ­νει αυτό που κά­πο­τε απο­τε­λού­σε την ατ­τι­κή φύση, το ατ­τι­κό πε­ρι­βάλ­λον. Τα πεύκα, τα λιό­δε­ντρα, οι κου­μα­ριές σου δί­νουν την αί­σθη­ση ότι ζεις στην παλιά Ατ­τι­κή. Αυτό με σα­γή­νευ­σε από την αρχή, σε πρώτη φάση νοί­κια­σα και μετά από ένα χρόνο αγό­ρα­σα ένα σπίτι. Είχα φί­λους από το πα­νε­πι­στή­μιο, νεαρά παι­διά –πά­ντο­τε τα πή­γαι­να κα­λύ­τε­ρα με τους νε­α­ρό­τε­ρους παρά με τους συ­νο­μή­λι­κους- που με επι­σκέ­πτο­νταν τα­κτι­κά, κά­να­με γλέ­ντια εκεί, πολύ όμορ­φες κα­τα­στά­σεις. Πέρα από το φυ­σι­κό τοπίο με μά­γε­ψε και το κοι­νω­νι­κό. Διότι βρήκα στην Αί­γι­να μια αποι­κία πρω­τευου­σιά­νων που είχαν ανα­πτύ­ξει διά­φο­ρα «ωραία εγώ» δη­λα­δή ο εγώ ο ζω­γρά­φος, εγώ ο γλύ­πτης, εγώ ο λό­γιος, εγώ ο αρ­χι­τέ­κτο­νας, εγώ ο αγρό­της κι όλα αυτά τα «εγώ» δού­λευαν πολύ ωραία με το «εσύ», υπάρ­χει διά­λο­γος εκεί που εδώ δεν υπάρ­χει. Εκεί αι­σθά­νε­σαι ότι μπο­ρείς να συν­δια­λέ­γε­σαι, ο κα­θέ­νας είναι πολύ πε­ρή­φα­νος γι­΄αυ­τό που κάνει και που το κάνει με πάθος, αλλά μπο­ρούν άνετα να στα­θούν και να συν­δια­λε­χθούν σε μια παρέα.

Με τα χρό­νια η ηρε­μία και η ου­σια­στι­κή επι­κοι­νω­νία είναι κάτι που ανα­ζη­τάς, μέχρι τα τριά­ντα όλοι ήμα­στε σε ένα τη­λέ­φω­νο για να κα­νο­νί­σου­με τι θα κά­νου­με το βράδυ, μπα­ρό­τσαρ­κα, εστια­τό­ρια, κάθε βράδυ έξω. Κά­ποια στιγ­μή αυτή η φάση περ­νά­ει. Δεν συ­να­ντιό­μα­στε με τους φί­λους της Αί­γι­νας με αυτόν τον ρυθμό, αλλά τα σπί­τια μας είναι κοντά, όταν θέ­λου­με βρι­σκό­μα­στε, προ­κύ­πτει αβί­α­στα αυτή η ατμό­σφαι­ρα.

Τον κήπο του σπι­τιού μου τον έχω με­τα­τρέ­ψει σε «κι­βω­τό του Νώε της ατ­τι­κής βλά­στη­σης» όπως πρό­σφα­τα πολύ εύ­στο­χα μια φίλη του γιου μου πε­ριέ­γρα­ψε. Έβαλα πεύκα, ελιές, κυ­πα­ρίσ­σια σε μισό στρέμ­μα. Φυ­σι­κά έχω φυ­τέ­ψει μυ­ρω­δι­κά θυ­μά­ρι, δεν­δρο­λί­βα­νο, ρί­γα­νη. Η μα­γει­ρι­κή με ώθησε σε αυτά. Είναι κρίμα που στην Ελ­λά­δα δε μα­γει­ρεύ­ου­με με μυ­ρω­δι­κά πα­ρό­τι έχου­με μια τε­ρά­στια ποι­κι­λία, άντε το πολύ πολύ να βά­λου­με μυ­ρώ­νι σε καμιά πίτα. Τον απί­στευ­το βα­σι­λι­κό τον εί­χα­με πα­ρα­δο­σια­κά για να διώ­χνει τα κου­νού­πια. Έχου­με κα­τα­πλη­κτι­κά μυ­ρω­δι­κά που ακόμη δεν τα χρη­σι­μο­ποιού­με στα πιάτα μας, όπως είναι το φα­σκό­μη­λο, από τα πιο φίνα που το ξέ­ρου­με μόνο ως ρό­φη­μα. Λέμε συ­νέ­χεια πόσο πε­ρή­φα­νοι εί­μα­στε για τη με­σο­γεια­κή δια­τρο­φή αλλά από τότε που ήρθαν τα κρέ­α­τα εί­μα­στε μόνο σου­βλά­κι, γύρος κι άγιος ο Θεός. Υπάρ­χουν τόσα ευ­λο­γη­μέ­να χόρτα για να μα­ζέ­ψει και να φάει κα­νείς και είναι μπρο­στά στα μάτια μας. Όταν έμενα στην Αδρια­νού, πή­γαι­να στην αγορά και είχα βρει κάνα δυο γε­ρό­ντισ­σες που μά­ζευαν λά­πα­θο. Τώρα δε βρί­σκω που­θε­νά ενώ στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα υπάρ­χει πα­ντού.

Είχα μπλε­χτεί με τον Δαρ­βί­νο και με την εξε­λι­κτι­κή βιο­λο­γία. Ο Δαρ­βί­νος κλεί­νει το πε­ρί­φη­μο έργο του Η κα­τα­γω­γή των ειδών μι­λώ­ντας για μια «ανά­στα­τη πλα­γιά» και εκεί πε­ρι­γρά­φει το πώς έμενε έκ­θαμ­βος μπρο­στά στην ποι­κι­λία των φυτών και των ζώων που μά­χο­νται με­τα­ξύ τους αλλά ταυ­τό­χρο­να βρί­σκουν τον δρόμο της αρ­μο­νι­κής συμ­βί­ω­σης. Κλεί­νει δε το βι­βλίο με τη φράση «Δεν είναι ένα σπου­δαίο θαύμα να μπο­ρείς να τα κα­μα­ρώ­νεις όλα αυτά;». Στην Αί­γι­να το ζω αυτό ήδη από τη δια­δρο­μή με το κα­ρά­βι και πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο όταν φτάνω εκεί. Ακού­γε­ται λόγιο αλλά ζώ­ντας μέσα σε αυτήν την ποι­κι­λία ζεις δια­φο­ρε­τι­κά.

Έχω λυσ­σά­ξει με το χώμα. Όλη η Αθήνα είναι σκε­πα­σμέ­νη είτε με άσφαλ­το είτε με πλα­κό­στρω­το. Αν πας στο Πα­ρί­σι, μπρο­στά από την Νοτρ Νταμ όλη η πε­λώ­ρια αυλή είναι σκε­πα­σμέ­νη από χώμα, μόνο χώμα, κατά μήκος του Λού­βρου υπάρ­χει χώμα. Εμείς το κα­τα­ρα­στή­κα­με. Ο μόνος που επέ­με­νε να υπάρ­ξει χώμα ήταν ο Κα­λα­τρά­βα, που ήθελε γύρω από τις Ολυ­μπια­κές εγκα­τα­στά­σεις να υπάρ­χει χώμα και τον είχαν σκυ­λο­βρί­σει κιό­λας. Εντά­ξει θα βρέ­ξει, θα λα­σπώ­σει… τι να κά­νου­με. Αν και πια υπάρ­χουν τρό­ποι, βάλε άμμο από πάνω. Ο George Bernard Shaw έχει πει « Ο θεός είναι στο χώμα, σκάψε να τον βρεις».

Πριν κα­τα­λή­ξω στην ευ­λο­γη­μέ­νη Αί­γι­να έζησα σε πολ­λούς τό­πους λόγω της επαγ­γελ­μα­τι­κής μου συ­νερ­γα­σί­ας με τον ΕΟΤ. Είχα κάνει σπου­δές κοι­νω­νιο­λο­γί­ας στο Πα­ρί­σι κι όταν γύ­ρι­σα στην Αθήνα έπεσα στη χού­ντα. Χού­ντα και κοι­νω­νιο­λο­γία δε συμ­βα­δί­ζουν. Με την με­τα­πο­λί­τευ­ση μου είχαν ανα­θέ­σει μια δου­λειά ως υπεύ­θυ­νου έρευ­νας για την υγεία και την ια­τρι­κή φρο­ντί­δα στο Εθνι­κό Ίδρυ­μα Ερευ­νών. Εγώ τότε είχα με­λε­τή­σει το έργο του Ivan Illich, που εστί­α­ζε στη σχέση εμπι­στο­σύ­νης με­τα­ξύ για­τρού και ασθε­νή και κα­τα­δί­κα­ζε ως προ­βλη­μα­τι­κή τη συν­θή­κη που λέει ότι ο ασθε­νής απλώς εκτε­λεί τις εντο­λές του για­τρού χωρίς να έχει πρό­σβα­ση στην πλη­ρο­φο­ρία. Είχα ζη­τή­σει τότε να πάμε με το επι­τε­λείο μου στο Με­ξι­κό, στο ερ­γα­στή­ριο του Illich και να πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με τις έρευ­νες. Η απά­ντη­ση που πήρα ήταν ότι «εμείς δεν πλη­ρώ­νου­με για να πας να κά­νεις δια­κο­πές επί ένα μήνα στο Με­ξι­κό». Το δεύ­τε­ρο σοκ ήταν ότι βρέ­θη­κα να παίρ­νω αντί για 15.000 δρχ που μου είχαν υπο­σχε­θεί –ήταν καλά λεφτά τότε, ήμουν και πο­κα­δό­ρος εγώ και τα ξό­δευα- με 5.000. Έκα­τσα ένα χρόνο και μετά ανα­ζή­τη­σα αλλού την τύχη μου. Τότε μπλέ­χτη­κα με τον ΕΟΤ.

Το 1977 βρέ­θη­κα στη Νέα Υόρκη κι ένα χρόνο μετά το­πο­θε­τή­θη­κα προϊ­στά­με­νος του γρα­φεί­ου στο Μο­ντρε­άλ. Επτά καλά χρό­νια αλλά είχα συ­νε­χώς στο μυαλό μου το πότε θα επέ­στρε­φα στη Νέα Υόρκη. Ευ­τυ­χώς ήταν κοντά και πη­γαι­νο­ερ­χό­μουν βέ­βαια μια φορά το μήνα. Η Νέα Υόρκη είναι η πόλη του τα­λέ­ντου. Είναι απί­στευ­το το πόσοι τα­λα­ντού­χοι άν­θρω­ποι ζουν στην πόλη αυτή, πόσο τη χαί­ρο­νται, πόσο την αγα­πά­νε. Το I love New York δεν είναι ένα σύν­θη­μα που βγήκε για τους ξέ­νους, είναι το τι αι­σθά­νο­νται οι ίδιοι, κι όταν λέω οι ίδιοι δεν είναι μόνο οι φο­βε­ρά επι­τυ­χη­μέ­νοι αλλά ακόμη και οι πα­ρί­ες είναι πε­ρή­φα­νοι, δε θα ξε­χά­σω πώς μου μι­λού­σαν οι τα­ξι­τζή­δες για την πόλη τους. Σε ένα πε­ρι­βάλ­λον που κυ­κλο­φο­ρούν τόσες νέες ιδέες, όταν ζουν όλες οι φυλές του κό­σμου μόνο να εμπνευ­στείς μπο­ρείς. Οι κά­τοι­κοι της Νέας Υόρ­κης είναι πε­ρή­φα­νοι για την πόλη τους σε αντί­θε­ση με τους Αθη­ναί­ους, που με με­γά­λη μου στε­να­χώ­ρια, βλέπω να ελε­ει­νο­λο­γούν την Αθήνα από το πρωί μέχρι το βράδυ. Κό­ντε­ψα να βρεθώ ξανά στη Νέα Υόρκη, είχε μόλις βγει το ΠΑΣΟΚ, την έχασα πα­ρα­σκη­νια­κά τη θέση και βρέ­θη­κα στη Στοκ­χόλ­μη ως προϊ­στά­με­νος σκαν­δι­να­βι­κών χωρών. Μετά από 1,5 χρόνο επάνω, αδειά­ζει η θέση στη Νέα Υόρκη και διο­ρί­ζο­μαι εκεί. Είχα τόση χαρά γιατί είχα μικρό τον γιο μου τότε και σκέ­φτη­κα ότι στη Νέα Υόρκη θα είναι το κα­τάλ­λη­λο πε­ρι­βάλ­λον για να αν­θί­σει. Για δεύ­τε­ρη φορά έχασα τη θέση με σκαν­δα­λώ­δη τρόπο. Θέ­λη­σα να πα­ραι­τη­θώ αλλά με δε­λέ­α­σαν προ­τεί­νο­ντας μου θέση στην Ια­πω­νία. Σκέ­φτη­κα ότι δεν υπήρ­χε άλλος τρό­πος να ζήσω σε αυτή τη χώρα, ότι είναι μια μο­να­δι­κή ευ­και­ρία και απο­δέ­χτη­κα τη θέση.

Η Ια­πω­νία είναι μια κλει­στή, σκλη­ρο­πυ­ρη­νι­κή κοι­νω­νία. Δε γνώ­ρι­ζα τη γλώσ­σα κι αυτό ήταν το με­γα­λύ­τε­ρο μου εμπό­διο. Θυ­μά­μαι ότι είχαν έρθει φίλοι από την Αθήνα και ήθελα να τους ξε­να­γή­σω σε ια­πω­νι­κούς κή­πους, ρώ­τη­σα λοι­πόν τη γραμ­μα­τέα μου πού μπορώ να νοι­κιά­σω ένα αυ­το­κί­νη­το για να κάνω μια πε­ρι­ή­γη­ση μαζί με τους άλ­λους Έλ­λη­νες και μου είπε πώς θα το κά­νεις αυτό χωρίς τη συ­νο­δεία Ια­πώ­νων, το θε­ώ­ρη­σε έναν βια­σμό του πο­λι­τι­σμού της να κυ­κλο­φο­ρού­με έτσι ανε­ξέ­λεγ­κτοι στα «ιερά» τους. Από την άλλη ήταν φο­βε­ρά εξυ­πη­ρε­τι­κοί να σε ξε­να­γή­σουν αλλά πάντα με την πα­ρου­σία τη δική τους. Πρέ­πει όμως να πα­ρα­δε­χτώ ότι έχουν φο­βε­ρό πο­λι­τι­σμό, με πολύ ανα­πτυγ­μέ­νη την αί­σθη­ση της ιδιω­τι­κής αι­σθη­τι­κής. Βλέ­πεις πόσο προ­σέ­χουν το σπίτι τους, τα λου­λού­δια τους. Ήταν φι­λό­ξε­νοι απέ­να­ντι σε εμένα που ήμουν ένα επί­ση­μο πρό­σω­πο. Θυ­μά­μαι μια υπέ­ρο­χη νύχτα σε ένα χωριό που ζή­τη­σα να μας επι­τρέ­ψουν τη νύχτα να κοι­μη­θού­με με τον γιο μου στην πα­γό­δα. Μας άφη­σαν κι όταν ξύ­πνη­σα αντί­κρι­σα έναν υπέ­ρο­χο κήπο λου­σμέ­νο στο πρω­ι­νό φως.

Επέ­στρε­ψα στην Αθήνα όταν κου­ρά­στη­κα με το δη­μο­σιο­ϋ­παλ­λη­λί­κι. Μετά μπλέ­χτη­κα με το Πά­ντειο. Ήταν κακή η εμπει­ρία μου από το ελ­λη­νι­κό πα­νε­πι­στή­μιο γιατί αυτό που κυ­ριαρ­χεί είναι η ανα­ξιο­κρα­τία. Ως κα­θη­γη­τής αλλά και ως πρό­ε­δρος του τμή­μα­τος Επι­κοι­νω­νί­ας, Μέσων και Πο­λι­τι­σμού (πλέον τμήμα Διε­θνών Σπου­δών, Επι­κοι­νω­νί­ας και Πο­λι­τι­σμού) είχα ένα μότο: το κυ­νή­γι του τα­λέ­ντου και η προ­ώ­θη­σή του. Με είχε εντυ­πω­σιά­σει πολύ όταν ο Nicholas Negroponte, ο γνω­στός γκου­ρού, είχε έρθει στην Ελ­λά­δα και είχε πει «θα κα­θυ­στε­ρή­σε­τε πάρα πολύ να μπεί­τε στην κουλ­τού­ρα του δια­δι­κτύ­ου διότι δε νιώ­θε­τε την ανά­γκη να προ­ω­θή­σε­τε γνή­σια τα­λέ­ντα και δεν μπο­ρεί­τε να δου­λέ­ψε­τε συ­νερ­γα­τι­κά».

Υπήρ­χαν πάντα πολ­λοί επα­να­στά­τες και επα­να­στα­τι­κές ιδέες στον πα­νε­πι­στη­μια­κό χώρο αλλά το μόνο που δεν μπο­ρού­σες να θί­ξεις ήταν η ιε­ραρ­χία. Μα πώς μπο­ρείς να κά­νεις επα­νά­στα­ση δια­τη­ρώ­ντας και αυ­ξά­νο­ντας την ιε­ραρ­χι­κή κα­τα­πί­ε­ση; Αυτό δεν το κα­τα­λα­βαί­νω.

Ως πρό­ε­δρος του τμή­μα­τος είχα δύο στό­χους: Να εφο­διά­σω το ερ­γα­στή­ρι της οδού Χιλλ με τον κα­τάλ­λη­λο εξο­πλι­σμό ώστε να λει­τουρ­γή­σει με τον πιο σύγ­χρο­νο τρόπο και να ανα­δια­μορ­φώ­σω το πρό­γραμ­μα σπου­δών, ώστε να απο­κτή­σει ενιαίο χα­ρα­κτή­ρα και να μην μπαί­νει ο κάθε κα­θη­γη­τής να κάνει τη δικά του και μετά την έξοδο του να μην έχει καμία επαφή με το αντι­κεί­με­νο των υπό­λοι­πων μα­θη­μά­των. Το πρώτο το πέ­τυ­χα, στο δεύ­τε­ρο δυ­στυ­χώς δέ­χτη­κα επί­θε­ση γιατί κα­τη­γο­ρή­θη­κα ότι έφτια­ξα «πα­ρε­ά­κι». Μα όταν πήγα να πα­ρου­σιά­σω στη συ­νέ­λευ­ση τις προ­τά­σεις μου, πήγα ασφα­λώς αφού είχα δου­λέ­ψει μαζί με άλ­λους συ­να­δέλ­φους που μπό­ρε­σα να συ­νεν­νοη­θώ και να ερ­γα­στώ δη­μιουρ­γι­κά. Εκεί λοι­πόν κα­τη­γο­ρή­θη­κα ότι πα­ρέ­καμ­ψα πρό­σω­πα, ότι δε σε­βά­στη­κα την ιε­ραρ­χία.

Όταν ήμουν πρό­ε­δρος του τμή­μα­τος δέ­χτη­κα τη­λε­φω­νή­μα­τα για να βάλω τα παι­διά κά­ποιων στο με­τα­πτυ­χια­κό. Είναι αστείο αυτό αλλά δεί­χνει το πρό­βλη­μα που υπάρ­χει γε­νι­κό­τε­ρα στην ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία. Έχω εμπι­στο­σύ­νη στη νε­ό­τε­ρη γενιά. Στο βι­βλίο που εξέ­δω­σα πέρσι «Αλ­λη­λέγ­γυ­ες ημέ­ρες» που απο­τε­λεί μια σειρά δο­κι­μί­ων, δια­λέ­ξε­ων, μα­θη­μά­των ο βα­σι­κός άξο­νας είναι η θέση μου ότι η αλ­λη­λεγ­γύη στις ημέ­ρες μας δεν είναι απο­τέ­λε­σμα της κρί­σης αλλά είναι επει­δή νε­ό­τε­ρη γενιά πα­ρα­κο­λου­θεί, γιατί είναι σε θέση πια λόγω της τε­χνο­λο­γί­ας, ότι η συ­νερ­γα­σία και η αλ­λη­λεγ­γύη είναι η τάση πα­ντού στον κόσμο.

Σαν ει­σα­γω­γή του νέου βι­βλί­ου μου «Αμ­φι­θέ­α­τρο» χρη­σι­μο­ποιώ τη φράση τουWilliam Shakespeare από τον Ερ­ρί­κο τον Τέ­ταρ­το, που λέει «Δεν είμαι μόνον εγώ ο ίδιος ξύ­πνιος, παρά είμαι η αιτία που την εξυ­πνά­δα τη βρί­σκεις και σε άλ­λους αν­θρώ­πους». Είναι σαρ­κα­στι­κό αυτό βέ­βαια γιατί αυτή η λο­γι­κή έχει πια πε­θά­νει. Είναι ο κο­μπα­σμός αυτός που ται­ριά­ζει γάντι σε πε­ποι­θή­σεις και συ­μπε­ρι­φο­ρές των ηρώων που πα­ρου­σιά­ζο­νται στο βι­βλίο, ήρωες της λε­γό­με­νης «πα­νε­πι­στη­μια­κής κοι­νό­τη­τας».

thetoc.gr

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.