Με απόφαση που εξέδωσε το Εφετείο Πειραιώς απορρίφθηκε η αγωγή που είχε υποβάλει κατά της Citibank και ενός διευθυντικού στελέχους της ένας κάτοικος Κρεμαστής ο οποίος ζήτησε την ακύρωση σύμβασης βάσει της οποίας συμφωνήθηκε η συμμετοχή του σε πρόγραμμα επενδύσεων από το οποίο έχασε μεγάλα χρηματικά ποσά.
Ο Ροδίτης, έχοντας αποκομίσει από την πώληση περιουσιακού του στοιχείου, ένα αξιόλογο χρηματικό ποσό 800.000 ¤, θέλησε να το επενδύσει και όπως κατέθεσε στις αρχές Μαΐου 2006 βρέθηκε στον Πειραιά, ακολουθώντας την υπόδειξη ενός φιλικού του προσώπου, μετέβη σε υποκατάστημα της αλλοδαπής τράπεζας για να εξετάσει τυχόν συμμετοχή του σε επενδυτικό πρόγραμμα. Εκπρόσωπος της τράπεζας αρχικά τον ενημέρωσε για τα επενδυτικά προϊόντα και στη συνέχεια προχώρησε στην κατάρτιση του επενδυτικού του «προφίλ». Το «CitiGold Wealth Planner», όπως αποκαλείται, καταρτίζεται ψηφιακά στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του τραπεζικού υπαλλήλου σύμφωνα με τις απαντήσεις σε προκαθορισμένα ερωτήματα και τις πληροφορίες που δίνει ο εκάστοτε πελάτης στον υπάλληλο και έχει σκοπό -ως οδηγός- να βοηθήσει τον πρώτο να κατανοήσει τις χρηματοοικονομικές του δυνατότητες και να επιλέξει από τις διαθέσιμες στην αγορά επενδύσεις.
Με την κατάρτιση του επενδυτικού προφίλ του ενάγοντος και με βάση τις πληροφορίες και τις προτάσεις της τράπεζας μέσω του υπαλλήλου της, ο Ροδίτης τοποθέτησε το ποσό των 250.000 ευρώ σε προθεσμιακό λογαριασμό τρίμηνης διάρκειας και επένδυσε το υπόλοιπο σε τίτλους προστατευμένου κεφαλαίου και σε αμοιβαία κεφάλαια.
Αφού υπέγραψε τα απαιτούμενα έντυπα που αφορούσαν αιτήσεις προς ξένους επενδυτικούς οργανισμούς (αμοιβαία κεφάλαια: “Japan Fund” της “Merill Lynch International Investment Funds”, “Invesco Greater China Equity Fund”, “JP Morgan Funds-Global Natural Resources Fund”, “Schröder International Selection Fund-Euro Equity”), προς τους οποίους θα απευθυνόταν ως εντολοδόχος η Τράπεζα για την επένδυση των 550.000 ευρώ, ο Ροδίτης παρέλαβε αντίγραφα όλων των εντύπων που υπέγραψε και αποχώρησε, ενώ το σύνολο του ποσού που αυτός εμπιστεύθηκε στην Τράπεζα δεσμεύτηκε μετά την πάροδο τριών ημερών, δηλαδή την 11-5-2006.
Μετά την πάροδο ενός μόλις μηνός, την 16-6-2006 ο Ροδίτης, επικαλούμενος επείγουσα ανάγκη, ζήτησε να αναλάβει το σύνολο των χρημάτων του. Η Τράπεζα συμφώνησε, αφενός μεν επειδή μέχρι τότε δεν είχαν αγοραστεί από μέρους της οι τίτλοι προστατευμένου κεφαλαίου, και αφετέρου γιατί δεν υπήρχε κανένας χρονικός περιορισμός ως προς την εξαγορά των αμοιβαίων κεφαλαίων, πλην όμως από το κεφάλαιο που είχε επενδυθεί στα τελευταία υπήρξε απώλεια 64.000 ευρώ λόγω της «καθοδικής πορείας» που ακολουθούσε το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα η επένδυση και του επεστράφη το υπόλοιπο. Ο Ροδίτης ισχυρίστηκε ότι θα απέφευγε την απώλεια του παραπάνω σημαντικού ποσού, καθώς δεν θα προχωρούσε στην επιλογή της εν λόγω επενδύσεως αν ο υπάλληλος της τράπεζας δεν τον παραπλανούσε ως προς το υψηλό «ρίσκο» και την επικινδυνότητα των αμοιβαίων κεφαλαίων και συγκεκριμένα εάν του έλεγε την αλήθεια ως προς την πιθανότητα να απωλέσει ακόμα και μέρος του κεφαλαίου του. Ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός, ότι πείσθηκε από τις δόλιες διαβεβαιώσεις του υπαλλήλου που εκμεταλλεύτηκε την άγνοια και απειρία του ως προς τα υποδειχθέντα τραπεζικά προϊόντα και του προκάλεσε πεπλανημένη αντίληψη περί των κινδύνων και της λειτουργίας του επενδυτικού προγράμματος που ακολουθήθηκε, δεν κρίθηκε βάσιμος από το δικαστήριο. Από τα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, σύμφωνα με την απόφαση, ότι ο Ροδίτης είχε ικανή εμπειρία και γνώση μέσω των επιχειρηματικών του ενασχολήσεων -διατηρούσε «βενζινάδικο» στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, όπου ζούσε μαζί με την οικογένεια του και ξενοδοχείο στη Ρόδο- και μάλιστα τόση ώστε να αντιληφθεί, κατά τη διάρκεια της ενημερώσεώς του από τον υπάλληλο της τράπεζας για το περιεχόμενο, τις αποδόσεις και τους κινδύνους των επενδύσεων που τελικά επέλεξε ως καταλληλότερες για τις ανάγκες του και το ποσό που διέθετε.







