Γνωστή εταιρεία ζήτησε να υπαχθεί στις διατάξεις του νέου πτωχευτικού κώδικα

Η σημερινή κρίση στην ελληνική κτηματαγορά και ειδικότερα στον κλάδο των κατασκευών δεν θα μπορούσε να αφήσει ανέπαφες επιχειρήσεις και στο νησί της Ρόδου.
Οι επιπτώσεις της αστάθειας του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος και της αναγκαίας περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής, που εφαρμόζεται από την ελληνική κυβέρνηση, στην προσπάθεια διασφάλισης των κριτηρίων, που έχουν τεθεί για την εξασφάλιση ευνοϊκότερων όρων αναχρηματοδότησης του δημοσίου χρέους, είναι άμεσες και προκαλούν δυσλειτουργίες στις χρηματοροές της αγοράς επαγγελματικών ακινήτων.
Τα καταστήματα και οι γραφειακοί χώροι παρουσιάζουν μεγάλη αύξηση του αποθέματος των κενών- ξενοίκιαστων χώρων ακόμα και σε δρόμους υψηλής προβολής.
Την βαθιά ύφεση στην οποία βρίσκεται η ελληνική αγορά ακινήτων και κατά συνέπεια οι ελληνικές εταιρείες που ασχολούνται με τον κλάδο διαχείρισης ακινήτων, βιώνει και μια εκ των πλέων γνωστών Ανώνυμων Εμπορικών Βιοτεχνικών Εταιρειών της Ρόδου, που προσέφυγε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου με τη διαδικασία της Εκούσιας Δικαιοδοσίας με αίτημα την υπαγωγή της στη διαδικασία εξυγίανσης, με τις διατάξεις του νέου πτωχευτικού κώδικα.
Εκπροσωπούμενη από τον πρόεδρο του διοικητικού της συμβουλίου και διευθύνοντα σύμβουλό της και δύο μέλη της η εταιρεία ζήτησε ταυτόχρονα, την προστασία της από ατομικά μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της περιουσίας της και τη λήψη προληπτικών μέτρων προκειμένου να απαγορευθεί σε κάθε τρίτο να μεταβάλει την πραγματική και νομική κατάσταση της κινητής και ακίνητης περιουσίας της μέχρι την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης.
Με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ζήτησε συγκεκριμένα να απαγορευθεί κάθε μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της κινητής και ακίνητης περιουσίας της, την αναστολή των ατομικών και συλλογικών μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της περιουσίας της, καθώς και την κήρυξή της σε κατάσταση πτώχευσης, την επέκταση της απαγόρευσης και της αναστολής για το σύνολο των υποχρεώσεών της μέχρι τη λήξη της διαδικασίας εξυγίανσης, να απαγορευθεί η δυνατότητα μονομερούς καταγγελίας των συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης που έχει συνάψει και η λήψη πάσης φύσεως ασφαλιστικών μέτρων.
Η εταιρεία συστάθηκε το 1983 και το μετοχικό της κεφάλαιο ανήλθε στην πορεία μετά και από συγχωνεύσεις με άλλες εταιρείες των ίδιων συμφερόντων στο ποσό των 3,8 εκατ. ευρώ.

Μεταξύ των άλλων δραστηριοτήτων της επένδυσε δυναμικά σε ακίνητα στο νησί της Ρόδου και εξασφάλισε ένα πλούσιο χαρτοφυλάκιο στην πόλη της Ρόδου και στα γύρω χωριά.
Η πορεία της υπήρξε από συστάσεώς της κερδοφόρα και επικερδής αλλά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης που έπληξε πρωτίστως την αγορά ακινήτων, καθώς δημιούργησε αρνητική ψυχολογία και φόβο στους υποψήφιους επενδυτές και ταυτόχρονα έκλεισε την στρόφιγγα του δανεισμού από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, περιοριόρισε τα έσοδά της.
Δημιουργήθηκε έτσι έλλειψη ρευστότητας με αποτέλεσμα να μην έχει πλέον επαρκείς πόρους για να αντεπεξέλθει σε εργασίες κατασκευών που έχει σχεδιάσει αλλά και στις οικονομικές υποχρεώσεις της και βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με πιστώτριες τράπεζες για την αναδιάρθρωση του δανεισμού της. Βρέθηκε εξάλλου αντιμέτωπη με απόβλεπτα εμπόδια στην εξέλιξη των επιχειρηματικών της σχεδίων.
Τα δάνειά της φέρονται να ανέρχονται σε 45 εκατ. ευρώ, ενώ έχει προβεί στη σύναψη χρηματοδοτικών μισθώσεων για τις οποίες υπάρχουν οφειλές ενός εκατ. ευρώ περίπου. Οι οφειλές της σε προμηθευτές αγγίζουν τα 4 εκατ. ευρώ και σε επιταγές τα 600.000 ευρώ. Οι οφειλές της στην εφορία ανέρχονται σε 290.000 ευρώ περίπου και σε ασφαλιστικούς οργανισμούς σε 370.000 ευρώ περίπου.
Καθ΄ όλη τη διάρκεια της πορείας της η εταιρία αποτέλεσε υπόδειγμα υγιούς επιχειρηματικής δράσης, παρουσιάζοντας συνεχή κερδοφορία και συνεισφέροντας με τον κύκλο των εργασιών της στην οικονομική ροή της Ρόδου, καθώς συνεργάζεται με δεκάδες επιχειρήσεις και προμηθευτές, με οικονομικές συναλλαγές αξιόλογων μεγεθών. Απασχολεί κατά καιρούς πολυάριθμο εργατικό δυναμικό, ειδικά κατά τη θερινή περίοδο.
Η εταιρία εκτιμά ότι, παρά τη δυσμενή οικονομική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει και υπό την προϋπόθεση συνέχισης των εργασιών της δεδομένου ότι, αποτελεί μία βιώσιμη επιχείρηση, αλλά και υπό την πρόσθετη προϋπόθεση εύλογης συμφωνίας διακανονισμού με τους πιστωτές της, μπορεί να εξυγιανθεί και να κατορθώσει να αποπληρώσει ολοσχερώς όλες τις συσσωρευμένες οφειλές της.
Πέραν της ακίνητης περιουσίας της, ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, διαθέτει εξοπλισμό αξίας άνω των 280.000 ευρώ, εμπορεύματα αξίας άνω των 400.000 ευρώ ενώ οι απαιτήσεις της έναντι πελατών της ξεπερνούν τα 18 εκατ. ευρώ.
Η υπαγωγή της στη διαδικασία της εξυγίανσης θα επιτρέψει την απρόσκοπτη λειτουργία της και την είσπραξη του αντίτιμου των υπηρεσιών που προσφέρει, τη ρύθμιση των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων υποχρεώσεών της αλλά και των υποχρεώσεών της στις τράπεζες και στους προμηθευτές και θεωρεί ότι με το πέρας της προσεχούς διετίας θα επανέλθει στη φυσιολογική λειτουργία της.
Για την αντιμετώπιση της οικονομικής της αδυναμίας έχει καταρτίσει εξάλλου ένα σχέδιο ενεργειών οικονομικής εξυγίανσης και αναδιάρθρωσης.