ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ

Το Καστελλόριζο της ηθοποιού, Φωτεινής Μπαξεβάνη

news room 1 λεπτό ανάγνωση
ΚΑΣΤΕΛΛΟΡΙΖΟ

Μου ζη­τή­θη­κε να γράψω για έναν αγα­πη­μέ­νο μου τόπο και απο­φά­σι­σα μο­νο­μιάς να επι­λέ­ξω το Κα­στελ­λό­ρι­ζο (και θα κα­τα­λά­βε­τε γιατί), ωστό­σο δυ­σκο­λεύ­τη­κα αρ­κε­τά στην αρχή και ένιω­σα ότι δεν θα τα κα­τα­φέ­ρω. Γιατί; Γιατί ξε­κι­νού­σα να γράφω και οι προ­τά­σεις μου έβγαι­ναν τε­ρά­στιες, δεν χω­ρού­σαν τις σκέ­ψεις μου. Γιατί δεν ήξερα τι να πρω­το­γρά­ψω. Πραγ­μα­τι­κά πε­λά­γω­σα. Αλλά κά­ποια στιγ­μή έπρε­πε να το τε­λειώ­σω. Οπότε απο­φά­σι­σα να προ­σπα­θή­σω να πε­ριο­ρί­σω το πάθος μου και τις αμέ­τρη­τες ει­κό­νες που μου έρ­χο­νταν στο μυαλό γι’ αυτό το μικρό πίξελ του χάρτη, που το αγαπώ τόσο πολύ, σε προ­τά­σεις που να απα­ντούν στην ερώ­τη­ση: γιατί να το επι­σκε­φτεί­τε; Και θα με δι­καιώ­σε­τε όταν το επι­σκε­φτεί­τε, είμαι σί­γου­ρη ότι θα νιώ­σε­τε το ίδιο.

Αρ­χι­κά θα ήθελα να σας πω ότι πρώτη φορά το επι­σκέ­φτη­κα τον Ιού­νιο του 2017 για 5 ημέ­ρες, όταν πήγα για να κάνω έρευ­να και να μα­ζέ­ψω πλη­ρο­φο­ρί­ες για τη ζωή της Δέ­σποι­νας Αχλα­διώ­τη, της Κυράς της Ρω, και να τις με­τα­φέ­ρω στον συγ­γρα­φέα Γιάν­νη Σκα­ρα­γκά, που ζούσε στη Ζυ­ρί­χη. Με αφορ­μή τη Δέ­σποι­να Αχλα­διώ­τη ήθελε να γρά­ψει ένα κεί­με­νο που να γε­φυ­ρώ­νει τις διά­χυ­τες συ­γκρού­σεις γύρω από το τι απο­τε­λεί ταυ­τό­τη­τα, να δια­ψεύ­δει ανού­σια στε­ρε­ό­τυ­πα που είχαν ενι­σχυ­θεί στο εξω­τε­ρι­κό σε βάρος της χώρας εκεί­νη την εποχή, λόγω της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης που βιώ­να­με, αλλά κυ­ρί­ως να επι­βε­βαιώ­νει τη δύ­να­μη της πνευ­μα­τι­κό­τη­τας, την οποία μπο­ρεί να εκ­φρά­σει αυτή η χώρα: μια άλλη ανά­γνω­ση, αν­θρω­πι­στι­κή και ευαί­σθη­τη, της ιστο­ρί­ας και του αν­θρώ­πι­νου χα­ρα­κτή­ρα.

Τότε δεν υπήρ­χαν πολ­λές πλη­ρο­φο­ρί­ες για τη ζωή της, παρά μόνο ότι έζησε μόνη της για 42 χρό­νια στη Ρω, ύψωνε κα­θη­με­ρι­νά την Ελ­λη­νι­κή ση­μαία και κά­ποια στιγ­μή την τί­μη­σε το Ελ­λη­νι­κό κρά­τος. Έτσι κα­τέ­βη­κα στο νησί, έμαθα όλη την ιστο­ρία της ζωής της, όπως κι άλλες εν­δια­φέ­ρου­σες αν­θρώ­πι­νες ιστο­ρί­ες, έθιμα, πα­ρα­δό­σεις κ.λπ., από συγ­γε­νείς κι άλ­λους κα­τοί­κους, που όλοι μου φέρ­θη­καν πολύ γεν­ναιό­δω­ρα και μου χά­ρι­σαν τον χρόνο τους και τις σκέ­ψεις τους. Πάντα θα ευ­χα­ρι­στώ γι’ αυτή την πρώτη μου επαφή την οι­κο­γέ­νεια Αχλα­διώ­τη και ιδιαι­τέ­ρως τον αγα­πη­μέ­νο μου Γιώρ­γο, τον ανι­ψιό της, που με βο­ή­θη­σε πολύ, αλλά και τον Νίκο Μα­γιά­φη και όλη την οι­κο­γέ­νειά του, όπως και την οι­κο­γέ­νεια Κο­κά­λα, την κυρά Μαρία τη Λα­ζα­ρά­κη, τον Σταύ­ρο Χούλη «Η Πα­να­γιά μαζί μας», τον Πα­ντα­ζή Χούλη και πολ­λούς άλ­λους.

Με­τέ­φε­ρα λοι­πόν στον Γιάν­νη τις πλη­ρο­φο­ρί­ες κι εκεί­νος μέσα σε έναν μήνα έγρα­ψε αυτό το λο­γο­τε­χνι­κό δια­μά­ντι, «Η Κυρά της Ρω», που είναι μεν μυ­θο­πλα­σία, αλλά όλα τα ιστο­ρι­κά στοι­χεία του νη­σιού και της ζωής της είναι πραγ­μα­τι­κά. Το θεωρώ με­γά­λο δώρο στη ζωή μου και στην κα­ριέ­ρα μου αυτό το έργο. Τον Σε­πτέμ­βριο του 2017 κυ­κλο­φό­ρη­σε η ομώ­νυ­μη νου­βέ­λα από τις εκ­δό­σεις Κρι­τι­κή (έχει κάνει ήδη 4 εκ­δό­σεις) και έχει με­τα­φρα­στεί και εκ­δο­θεί και στα αγ­γλι­κά, “The Lady of Ro”, από τις εκ­δό­σεις Ostracon. Ο θε­α­τρι­κός μο­νό­λο­γος έκανε πρε­μιέ­ρα τον Οκτώ­βριο του 2017 και έως σή­με­ρα έχει πα­ρου­σια­στεί σε δια­φο­ρε­τι­κές πα­ρα­στά­σεις, και εκτός Ελ­λά­δας, στην Κύπρο, στις ΗΠΑ, στην Αυ­στρα­λία και στη Γερ­μα­νία. Είναι το πρώτο ελ­λη­νι­κό έργο που έλαβε επί­ση­μη πρό­σκλη­ση από το διά­ση­μο Center for the Art of Performance του UCLA στο Λος Άν­τζε­λες, όπου και πα­ρου­σιά­στη­κε με με­γά­λη επι­τυ­χία το 2020. Βέ­βαια, θέλω να ξε­χω­ρί­σω τις πα­ρα­στά­σεις που έχω δώσει στο Κα­στελ­λό­ρι­ζο και ιδιαί­τε­ρα την πα­ρά­στα­ση τον Σε­πτέμ­βριο του 2020, σε σκη­νο­θε­σία Σταύ­ρου Λί­τι­να, με αφορ­μή τις εορ­τα­στι­κές εκ­δη­λώ­σεις της απε­λευ­θέ­ρω­σης του νη­σιού και την επί­σκε­ψη της Προ­έ­δρου της Δη­μο­κρα­τί­ας, όπου ο Δήμος Με­γί­στης μου απέ­νει­με φόρο τιμής για την προ­σφο­ρά μου στο νησί. Αντί­στοι­χα, εκεί­νη την ημέρα κυ­κλο­φό­ρη­σαν επί­ση­μα και τα τρα­γού­δια μου, τα οποία τα δώ­ρι­σα για τον σκοπό καλ­λι­τε­χνι­κών δρά­σε­ων στο νησί, μέσω του φε­στι­βάλ γρί­φων. Είναι το «Κα­στελ­λό­ρι­ζό μου» και το «Ερη­μο­πού­λι», σε στί­χους Γ. Σκα­ρα­γκά και ερ­μη­νεία της Βιο­λέ­τας Ίκαρη, που είχα συν­θέ­σει για την πα­ρά­στα­ση.

Μπο­ρεί­τε να τα ακού­σε­τε εδώ και να δείτε τα βί­ντεο κλιπ που είναι γε­μά­τα από Κα­στελ­λό­ρι­ζο: Το Κα­στελ­λό­ρι­ζό μου, & Ερη­μο­πού­λι.

Τόσο αγά­πη­σα το νησί που, όταν είχα τη με­γά­λη τιμή να είμαι η πρώτη Ελ­λη­νί­δα ομι­λή­τρια του UCLA Regents’ Lecture, μετά από πρό­σκλη­ση του UCLA Stavros Niarchos Foundation Center for the Study of Hellenic Culture, τον Ια­νουά­ριο του 2020 στο Λος Άν­τζε­λες, η διά­λε­ξη που έδωσα είχε τίτλο “My Own Private Kastellorizo”. Μια ομι­λία αφιε­ρω­μέ­νη στη μνήμη της Αχλα­διώ­τη και στην πο­λύ­πα­θη ιστο­ρία του Κα­στελ­λό­ρι­ζου.

Από την πρώτη στιγ­μή που αντί­κρυ­σα το Κα­στελ­λό­ρι­ζο, μπαί­νο­ντας με το κα­ρά­βι στο λι­μά­νι-αγκα­λιά του, το ερω­τεύ­τη­κα. Έγινε ο τόπος της καρ­διάς μου. Το σκέ­φτο­μαι και το επι­σκέ­πτο­μαι συ­νέ­χεια, όποτε έχω χρόνο. Φα­ντα­στεί­τε, είναι μόνο 9 τε­τρα­γω­νι­κά χι­λιό­με­τρα, κι όμως έχω πάει 15 φορές μέχρι σή­με­ρα και δεν το έχω δει ολό­κλη­ρο! Το έχω επι­σκε­φτεί όλες τις επο­χές του χρό­νου και κάθε φορά με εκ­πλήσ­σει. Κάθε φορά κάτι και­νούρ­γιο ανα­κα­λύ­πτω.

Από την πρώτη στιγ­μή που αντί­κρυ­σα το Κα­στελ­λό­ρι­ζο μπαί­νο­ντας με το κα­ρά­βι στο λι­μά­νι-αγκα­λιά του το ερω­τεύ­τη­κα. Έγινε ο τόπος της καρ­διάς μου

Βρί­σκε­σαι στο ανα­το­λι­κό­τε­ρο άκρο της Ελ­λά­δας και της Ευ­ρώ­πης, ένα πραγ­μα­τι­κό σύ­νο­ρο ηπεί­ρων και πο­λι­τι­σμών/Photo: Φω­τει­νή Μπα­ξε­βά­νη

Να γιατί το αγά­πη­σα τόσο πολύ και γιατί να το επι­σκε­φτείς:

Το γιατί, θα το αντι­λη­φθείς όταν το κα­ρά­βι στρί­βει να μπει μέσα στο λι­μά­νι. Ξαφ­νι­κά, μπρο­στά σου εμ­φα­νί­ζε­ται κάτι που μοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο με θε­α­τρι­κό σκη­νι­κό παρά με πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Τα νε­ο­κλα­σι­κά σπί­τια είναι βαμ­μέ­να με τα πιο χα­ρού­με­να χρώ­μα­τα που έχεις δει ποτέ. Το φως πέ­φτει πάνω τους μα­λα­κό, κάνει τα χρώ­μα­τα να λά­μπουν, τα νερά να κα­θρε­φτί­ζουν τον ου­ρα­νό. Κοι­τάς γύρω σου και κα­τα­λα­βαί­νεις πως έχεις μπει σε έναν μικρό κόσμο, όμορ­φο, ήσυχο, κλει­στό σαν αγκα­λιά. Το τε­ρά­στιο κα­ρά­βι πλη­σιά­ζει την προ­βλή­τα με έναν μα­γι­κό τρόπο και κλεί­νει όλο το πλά­τος της αγκα­λιάς του λι­μα­νιού, σχε­δόν ακου­μπώ­ντας τα σπί­τια από τη μία μεριά στην άλλη, και για λίγο δε θες να κα­τέ­βεις, μόνο να στα­θείς στο κα­τά­στρω­μα, να σφρα­γί­σεις μέσα σου, με τα μάτια σου, αυτή τη μο­να­δι­κή στιγ­μή για πάντα.

Πριν ακόμη πα­τή­σεις στο νησί, νιώ­θεις ότι το Κα­στελ­λό­ρι­ζο σε απο­δέ­χε­ται, χωρίς ερω­τή­σεις, χωρίς προσ­δο­κί­ες, απλά με τον τρόπο που μόνο εκεί­να τα μέρη ξέ­ρουν να σε κά­νουν να νιώ­σεις: σαν να είχες πάντα έναν λόγο να επι­στρέ­ψεις. Βρί­σκε­σαι στο ανα­το­λι­κό­τε­ρο άκρο της Ελ­λά­δας και της Ευ­ρώ­πης, ένα πραγ­μα­τι­κό σύ­νο­ρο ηπεί­ρων και πο­λι­τι­σμών. Κα­τε­βαί­νο­ντας από το κα­ρά­βι, μέχρι να φτά­σεις στο κα­τά­λυ­μά σου, έχεις κιό­λας γνω­ρί­σει αρ­κε­τούς από τους φι­λό­ξε­νους κα­τοί­κους και μα­γα­ζά­το­ρες, που σε κα­λω­σο­ρί­ζουν σαν να σε πε­ρί­με­ναν πάντα και που σί­γου­ρα θα σε κα­τα­το­πί­σουν προς το πού να κι­νη­θείς και θα σου λύ­σουν κάθε απο­ρία. Αυ­το­κί­νη­τα δεν υπάρ­χουν, θα φτά­σεις στο δω­μά­τιό σου με τα πόδια, αφού οι απο­στά­σεις είναι πολύ μι­κρές, αλλά σί­γου­ρα πριν θα κο­ντο­στα­θείς να πιεις έναν καφέ για να δεις το κα­ρά­βι με πόση ακρί­βεια θα βγει από το λι­μά­νι και θα φύγει. Και κάθε φορά που θα έρ­χε­ται το κα­ρά­βι και θα φεύ­γει, θα θες να κά­νεις το ίδιο.

Όλα τα κα­τα­λύ­μα­τα είναι σε πα­ρα­δο­σια­κά κτή­ρια και πραγ­μα­τι­κά θα νιώ­σεις ότι ζεις σε ένα δικό σου σπίτι. Είναι στην πλειο­ψη­φία τους και­νούρ­για, ανα­και­νι­σμέ­να, κα­θα­ρά και κα­λό­γου­στα, με φι­λό­ξε­νους ιδιο­κτή­τες. Ξε­χω­ρι­στή θέση έχει πάντα το ξε­νο­δο­χείο Megisti, λόγω προ­νο­μια­κής το­πο­θε­σί­ας (στο βο­ρειο­δυ­τι­κό άκρο του λι­μα­νιού, στη θέση «Πέρα Μεριά», ακρι­βώς πάνω στη θά­λασ­σα). Είναι και το μο­να­δι­κό κτή­ριο δια­φο­ρε­τι­κής αρ­χι­τε­κτο­νι­κής, καθώς ήταν το πρώτο ξε­νο­δο­χείο που ανε­γέρ­θη­κε από τον ΕΟΤ το 1970. Η οι­κο­γέ­νεια Γε­ρο­νι­κό­λα, που ακόμα το διευ­θύ­νει, προ­σφέ­ρει πάντα με ευ­γέ­νεια κάθε δυ­να­τή άνεση. Λα­τρεύω τα μπαλ­κό­νια του, απ’ όπου έχεις την κα­λύ­τε­ρη θέαση του νη­σιού όλες τις μα­γι­κές ώρες του 24ώρου.

Δεν υπάρ­χει βια­σύ­νη στο νησί για τί­πο­τα και αυτό είναι λύ­τρω­ση. Στα 200-500 μέτρα το πολύ που θα χρεια­στεί να περ­πα­τή­σεις μέχρι το δω­μά­τιό σου, κάθε φορά μπο­ρεί να χρεια­στείς και 1-2 ώρες να φτά­σεις, γιατί κάπου θα κο­ντο­στα­θείς και θα πιά­σεις την κου­βέ­ντα με κά­ποιους κα­τοί­κους. Εγώ, από την πρώτη στιγ­μή που τους γνώ­ρι­σα, ήταν σαν να ήμα­σταν φίλοι χρό­νια. Θα πί­νεις καφέ, θα τρως σε ένα εστια­τό­ριο στο λι­μά­νι, πλάι στη θά­λασ­σα, και σί­γου­ρα κά­ποια στιγ­μή θα εμ­φα­νι­στεί μια caretta-caretta. Εσύ αμέ­σως θα θες να τη φω­το­γρα­φί­σεις, εκεί­νη σύ­ντο­μα θα ση­κώ­σει το κε­φά­λι της, θα σου κλεί­σει το μάτι και να είσαι σί­γου­ρος ότι πολύ σύ­ντο­μα θα κο­λυ­μπή­σεις και δίπλα της. Είναι τόσο μα­κριά απ’ όλα, που τε­λι­κά βρί­σκεις τον εαυτό σου, εκεί νιώ­θεις τι ση­μαί­νει η «άκρη του κό­σμου» και δεν φο­βά­σαι κα­θό­λου. Ακόμα κι αν πας μόνος, δεν θα νιώ­σεις ποτέ μόνος. Το νησί είναι γα­λή­νιο χωρίς να είναι βα­ρε­τό. Δεν υπάρ­χει κα­λύ­τε­ρο μέρος για να γε­μί­σεις μπα­τα­ρί­ες. Θα μά­θεις να ζεις χωρίς ρολόι, χωρίς πρό­γραμ­μα, χωρίς άγχος.

Εκεί θα δεις την ωραιό­τε­ρη ανα­το­λή. Κάθε πρωί το λι­μά­νι λά­μπει σαν να σε κα­λη­με­ρί­ζει το ίδιο το φως. Ένα βαθύ πορ­το­κα­λί χρώμα βγαί­νει από την Τουρ­κία, κι όλοι οι νυ­χτε­ρι­νοί μαύ­ροι όγκοι του το­πί­ου αρ­χί­ζουν σιγά σιγά, σαν από θέ­α­τρο σκιών, να με­τα­μορ­φώ­νο­νται σε έναν ζωηρό, πο­λύ­χρω­μο πα­ρά­δει­σο. Αξί­ζει να μην κοι­μη­θείς ένα βράδυ για να ζή­σεις την ανα­το­λή. Και είναι πολύ πι­θα­νό να συμ­βεί αυτό, γιατί κά­ποιο βράδυ δεν θα κα­τα­λά­βεις πώς πέ­ρα­σε η ώρα συ­ζη­τώ­ντας σε ένα από τα χα­λα­ρά μπα­ρά­κια του νη­σιού, όπου θα έχεις γνω­ρί­σει αν­θρώ­πους με «δυ­να­τές ιστο­ρί­ες» που θα θυ­μά­σαι για καιρό. Εκεί γνώ­ρι­σα κά­ποιους που πήγαν ως επι­σκέ­πτες κι έμει­ναν για πάντα. Όχι μόνο Έλ­λη­νες, αλλά και Ιτα­λούς, Άγ­γλους, Αυ­στρα­λούς κ.ά.

Θα βου­τή­ξεις σε νερά τόσο κα­θα­ρά που δεν θα θέ­λεις να βγεις. Θα βου­τή­ξεις εκεί, στο λι­μά­νι, σαν να έχεις μπρο­στά σου μία τε­ρά­στια πι­σί­να και θα ανέ­βεις από μία από τις πολ­λές σκά­λες που έχει σε διά­φο­ρα ση­μεία, γύρω γύρω στο «κορ­δό­νι». Μία μικρή βάρκα μπο­ρεί να σε πάει σε όρ­μους που δεν ήξε­ρες ότι υπάρ­χουν, γύρω γύρω από το νησί, αλλά και γύρω από τη Ρω. Προ­τεί­νω να πας με βάρκα και στον Αη Γιώρ­γη (το νη­σά­κι), που έχει και μία τα­βέρ­να του Τ. Μα­γιά­φη με νό­στι­μα με­ζε­δά­κια, και μπο­ρείς να πε­ρά­σεις εκεί όλη τη μέρα. Ακόμα και με τα πόδια στο Μαν­δρά­κι, που είναι κι η μο­να­δι­κή μικρή βρα­χώ­δης πα­ρα­λία. Δεν συ­μπα­θώ ιδιαί­τε­ρα την άμμο και δεν συ­μπα­θώ το νερό της πι­σί­νας. Οπότε για μένα είναι ιδα­νι­κό μέρος το Κα­στελ­λό­ρι­ζο για μπά­νιο, καθώς είναι μία απέ­ρα­ντη, κα­θα­ρή θα­λασ­σι­νή πι­σί­να. Το φα­γη­τό είναι πα­ντού μα­γει­ρε­μέ­νο με αγάπη και τα ολό­φρε­σκα ψάρια «σπαρ­τα­ρά­νε». Σε όποιο εστια­τό­ριο και να φας θα μεί­νεις πολύ ευ­χα­ρι­στη­μέ­νος. Μο­να­δι­κές το­πι­κές πα­ρα­δο­σια­κές συ­ντα­γές, που δεν θα βρεις που­θε­νά αλλού στην Ελ­λά­δα, θα γευ­τείς στο εστια­τό­ριο «Τα Πλα­τά­νια», στην πε­ριο­χή Χω­ρά­φια, όπου οι τρεις γυ­ναί­κες που μα­γει­ρεύ­ουν εκεί με με­ρά­κι (η Κα­τί­να, η Μα­ρί­τσα και η Μαρία), κι έχουν βρα­βευ­τεί γι’ αυτό, θα σου πουν και πολ­λές ιστο­ρί­ες του νη­σιού, «μα­γει­ρι­κές» και όχι μόνο.

 

Στην ηχη­τι­κή πα­λέ­τα του νη­σιού θα κα­τα­λά­βεις τι ση­μαί­νει ηρε­μία. Δεν υπάρ­χουν αυ­το­κί­νη­τα να χα­λά­νε τη σιωπή. Μπο­ρείς να πας με τα πόδια πα­ντού και αυτό είναι λυ­τρω­τι­κό. Θα θέ­λεις να περ­πα­τή­σεις και να χα­θείς στα σο­κά­κια που μοιά­ζουν να ανή­κουν σε άλλον αιώνα. Ανά­με­σα σε ανα­και­νι­σμέ­να σπί­τια, όλα πα­ρα­δο­σια­κά βέ­βαια, θα βλέ­πεις χα­λά­σμα­τα που θα σου φα­νε­ρώ­νουν τις πλη­γές των βομ­βαρ­δι­σμών του 2ου Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου. Ονό­μα­τα ιδιο­κτη­τών, γραμ­μέ­να με μπο­γιά στις πέ­τρες, που ανα­μέ­νουν να επι­στρέ­ψουν οι ξε­νι­τε­μέ­νοι Κα­στελ­λο­ρι­ζιοί, να τις βά­λουν πάλι στη θέση τους και να τους δώ­σουν ζωή. Θα δεις σε φω­το­γρα­φί­ες, που κο­σμούν μα­γα­ζιά, πώς ήταν το Κα­στελ­λό­ρι­ζο στις αρχές του 20ού αιώνα, με 12.000-15.000 κα­τοί­κους και το λι­μά­νι γε­μά­το κα­ρά­βια, με τα κα­τάρ­τια τους να αντα­γω­νί­ζο­νται τα ψηλά βρά­χια, τα σπί­τια τέ­λεια το­πο­θε­τη­μέ­να στο τοπίο, χωρίς να πε­ρισ­σεύ­ει χι­λιο­στό, και θα ανα­ρω­τη­θείς πώς χω­ρού­σε όλος αυτός ο κό­σμος και πού πήγαν όλοι αυτοί, γιατί έφυ­γαν. Ο Λυ­κια­κός Τάφος του 4ου αιώνα π.Χ., λα­ξευ­μέ­νος στον βράχο, ένα μο­να­δι­κό δείγ­μα αρ­χαί­ας τέ­χνης, θα σε κάνει να σε­βα­στείς το πέ­ρα­σμα του χρό­νου και θα σε γε­μί­σει και με άλλες απο­ρί­ες, που θα σε βά­λουν σε πε­ρι­πέ­τεια, να θέ­λεις να μά­θεις την πλού­σια ιστο­ρία του νη­σιού από τους αρ­χαί­ους χρό­νους. Έτσι, μετά από εκεί, θα θες να επι­σκε­φτείς το «Πα­λαιό­κα­στρο», την αρ­χαία ακρό­πο­λη με τις λα­ξευ­τές δε­ξα­με­νές, τα αρ­χαία πα­τη­τή­ρια, όπως και τα δε­κά­δες βυ­ζα­ντι­νά ξω­κλή­σια. Θα πα­ρα­ξε­νευ­τείς που πολλά εκ­κλη­σά­κια έχουν το όνομα του Αγίου Γε­ωρ­γί­ου (του βου­νού, του χω­ρα­φιού, του φτω­χού­λη, του πη­γα­διού, του νη­σιού κ.ά.). Δεν θα σου δώσω την απά­ντη­ση, για να ρω­τή­σεις όταν έρ­θεις και να ακού­σεις πολ­λές και εν­δια­φέ­ρου­σες μυ­θι­κές ιστο­ρί­ες. Αξί­ζει επί­σης να επι­σκε­φτείς το αρ­χαιο­λο­γι­κό μου­σείο, που βρί­σκε­ται στο κά­στρο των Ιπ­πο­τών, αλλά και το λα­ο­γρα­φι­κό μου­σείο, στο παλιό μου­σουλ­μα­νι­κό τέ­με­νος στην εί­σο­δο του λι­μα­νιού. Εκεί θα μά­θεις όλη την ιστο­ρία του νη­σιού μέχρι σή­με­ρα. Θα δεις και μία πολύ συ­γκι­νη­τι­κή ται­νία, όπου θα μά­θεις πώς άρ­χι­σαν να χά­νο­νται τα κομ­μά­τια του παζλ της πο­λύ­κο­σμης ει­κό­νας του νη­σιού.

Τη Σα­ντρα­πεία Αστι­κή Σχολή (του 1903, η αρ­χι­τε­κτο­νι­κή της οποί­ας βα­σί­στη­κε στο Πα­νε­πι­στή­μιο Αθη­νών και η πρό­σο­ψή της απο­τε­λεί αντί­γρα­φό του), που είναι μέχρι και σή­με­ρα το σχο­λείο του νη­σιού. Βρί­σκε­ται δίπλα στον Μη­τρο­πο­λι­τι­κό Ναό Κων­στα­ντί­νου και Ελέ­νης και συν­δέ­ε­ται με μία μο­να­δι­κής τέ­χνης βο­τσα­λω­τή, ασπρό­μαυ­ρη αυλή. Αυτή η ιστο­ρι­κή εκ­κλη­σία, σύμ­φω­να με την πα­ρά­δο­ση, χτί­στη­κε στην ίδια θέση όπου η Αγία Ελένη είχε χτί­σει μια μικρή εκ­κλη­σία, όταν την έπια­σε φουρ­τού­να πη­γαί­νο­ντας για τον Τίμιο Σταυ­ρό στους Αγί­ους Τό­πους. Είναι ένας ναός που κρύ­βει μυ­στι­κά και ιστο­ρί­ες στην κρύ­πτη του. Η στέγη της εκ­κλη­σί­ας στη­ρί­ζε­ται σε δώ­δε­κα μο­νο­λι­θι­κούς γρα­νι­τέ­νιους κί­ο­νες, που με­τα­φέρ­θη­καν επάνω σε σχε­δί­ες από τον ναό του Απόλ­λω­να στα Πά­τα­ρα της Λυ­κί­ας.

Στο μο­να­δι­κό στην Ελ­λά­δα, και από τα ελά­χι­στα του κό­σμου, Μου­σείο Γρί­φων θα ξα­να­γί­νεις παιδί. Έχει μία πολύ πλού­σια και σπά­νια συλ­λο­γή χι­λιά­δων γρί­φων και ο ιδιο­κτή­της, εμπνευ­στής, γρι­φο­λό­γος κι ο ίδιος, Πα­ντα­ζής Χού­λης, θα σε μα­γέ­ψει με τις ιστο­ρί­ες του και την ξε­νά­γη­σή του. Θα θες να αγο­ρά­σεις όλους τους νέους, πρω­τό­τυ­πους γρί­φους και τα παι­χνί­δια του Πα­ντα­ζή και, αν σ’ αρέ­σει η πε­ζο­πο­ρία, θα του ζη­τή­σεις οπωσ­δή­πο­τε να σε οδη­γή­σει στα μο­να­δι­κά μο­νο­πά­τια και δια­δρο­μές πε­ζο­πο­ρί­ας του νη­σιού, για τις οποί­ες έχει προ­σφέ­ρει πολλά στην ανα­κά­λυ­ψη, τη διά­σω­ση και την εξε­ρεύ­νη­σή τους. Και όταν θα πάτε στο κά­στρο, στην κο­ρυ­φή, εκεί θα δεις την κα­λύ­τε­ρη θέα του Αι­γαί­ου. Αν έχεις δει την οσκα­ρι­κή ται­νία «Mediterraneo» του 1991, που γυ­ρί­στη­κε στο Κα­στελ­λό­ρι­ζο, θα ανα­κα­λύ­πτεις συ­νε­χώς «καρέ» της ται­νί­ας μπρο­στά σου.

Τα λι­γο­στά μα­γα­ζιά με δια­κο­σμη­τι­κά, κο­σμή­μα­τα, ρούχα, είδη τέ­χνης και δώρων έχουν όλα πολύ κα­λό­γου­στα κομ­μά­τια και για όλα τα βα­λά­ντια. Στο μο­να­δι­κό κο­σμη­μα­το­πω­λείο του Στέ­φα­νου Χα­τζη­γε­ωρ­γί­ου «Pearls Room Kastellorizo» θα σε μυ­ή­σουν στον ανε­ξε­ρεύ­νη­το κόσμο των μαρ­γα­ρι­τα­ριών και των δια­μα­ντιών. Η καλ­λιέρ­γεια μαρ­γα­ρι­τα­ριών ήταν ένας από αυ­τούς τους το­μείς στους οποί­ους δια­κρί­θη­καν οι Κα­στελ­λο­ρι­ζιοί στην Αυ­στρα­λία. Εκεί θα βρεις τα πο­λυ­τι­μό­τε­ρα και αρ­τιό­τε­ρα δείγ­μα­τα αυ­στρα­λια­νών μαρ­γα­ρι­τα­ριών Νο­τί­ων Θα­λασ­σών, κο­σμή­μα­τα σχε­δια­σμέ­να και κα­τα­σκευα­σμέ­να από τους κα­λύ­τε­ρους Έλ­λη­νες τε­χνί­τες χρυ­σο­χό­ους. Μια που μι­λά­με για τέχνη, το φυ­σι­κό ατε­λιέ του γλύ­πτη Αλέ­ξαν­δρου Ζυ­γού­ρη, που δίνει μορφή στα βρά­χια του νη­σιού, είναι κάτι μο­να­δι­κό που πρέ­πει σί­γου­ρα να επι­σκε­φτείς. Και μα­κά­ρι να πε­τύ­χεις και τον ίδιο, να τον γνω­ρί­σεις από κοντά.

Το κα­λο­καί­ρι εκεί κρα­τά­ει σχε­δόν μέχρι τον χει­μώ­να. Και πολλά από αυτά που ανα­φέ­ρω, κυ­ρί­ως στα μα­γα­ζιά, θα τα βρεις από τον Απρί­λιο ως και τέλος Οκτω­βρί­ου, που συ­νή­θως γί­νε­ται και το φε­στι­βάλ γρί­φων Κα­στελ­λο­ρί­ζου, το οποίο αξί­ζει να πα­ρα­κο­λου­θή­σεις. Εκεί μπο­ρεί να πε­τύ­χεις κι εμένα, που στη­ρί­ζω από τον πρώτο χρόνο το φε­στι­βάλ με καλ­λι­τε­χνι­κές δρά­σεις.

Σί­γου­ρα μπο­ρείς να κά­νεις μπά­νιο στη θά­λασ­σα σχε­δόν όλο τον χρόνο. Και σί­γου­ρα θα πας να κο­λυ­μπή­σεις στης ασύλ­λη­πτης ομορ­φιάς Γα­λά­ζια Σπη­λιά, «την Τρύπα του Πα­ρα­στά». Είναι μια πύλη σε έναν κόσμο από κα­θα­ρό φως, το σπα­νιό­τε­ρο στο­λί­δι του νη­σιού, ένα φυ­σι­κό φαι­νό­με­νο που μοιά­ζει με απο­κά­λυ­ψη. Η βάρκα μπαί­νει δειλά στη στενή εί­σο­δο, το σκο­τά­δι σε αγκα­λιά­ζει και ξαφ­νι­κά… ο κό­σμος λού­ζε­ται στο πιο απί­θα­νο γα­λα­ζο­πρά­σι­νο φω­τει­νό υπερ­θέ­α­μα. Σαν να έχεις βου­τή­ξει μέσα στο ίδιο το φως του Αι­γαί­ου. Αν είσαι τυ­χε­ρός, θα συ­να­ντή­σεις και φώ­κιες που φω­λιά­ζουν εκεί και παίρ­νουν τον χρόνο τους στη μικρή πα­ρα­λία που υπάρ­χει στο βάθος αυτού του τε­ρά­στιου, μο­να­δι­κού στη Με­σό­γειο, μνη­μεί­ου της φύσης. Θα βρεις πολ­λούς που μπο­ρούν να σε κά­νουν θα­λάσ­σιες βόλ­τες και να ανα­κα­λύ­ψεις μο­να­δι­κά τοπία γύρω γύρω από το νησί, όπως το Γαλ­λι­κό λι­μά­νι, τις πλά­κες κ.ά., αλλά και να σε πάνε στη Ρω, στη Στρογ­γύ­λη, στο Ψωμί, στην Ψω­ρα­διά. Βόλ­τες που αξί­ζει να κά­νεις. Ο Νε­κτά­ριος Κα­ρα­βέ­λα­τζης είναι ο αγα­πη­μέ­νος μου, γιατί κάθε φορά, ακόμα και για τα πιο ασή­μα­ντα φαι­νο­με­νι­κά ση­μεία και βρά­χια, έχει να μου πει απί­θα­νες ιστο­ρί­ες.

Όσο για τη Ρω, είναι τόσα πολλά αυτά που θα ήθελα να γράψω. Δεν θα το κάνω τώρα, μόνο θα σας πω: οπωσ­δή­πο­τε να την επι­σκε­φθεί­τε, μο­να­δι­κή εμπει­ρία. Μην φύ­γε­τε από το Κα­στελ­λό­ρι­ζο αν δεν πάτε στη Ρω. Κι όταν πάτε, θα σας μι­λή­σει το τοπίο και θα σας τα πει όλα. Πα­ρα­κα­λώ, ανάψ­τε ένα κε­ρά­κι κι από μένα για την κυρά Δέ­σποι­να στον Αη Γιώρ­γη και το θυ­μια­τό στο μνήμα της. Σί­γου­ρα εκεί θα βρεί­τε και τις ει­κο­νί­τσες που αφήνω κάθε φορά που πάω.

Το Κα­στελ­λό­ρι­ζο έχει τε­ρά­στια, άγρια, βρα­χώ­δη, κοκ­κι­νω­πά βουνά που φα­ντά­ζουν ιδα­νι­κά τοπία αναρ­ρί­χη­σης, που ελ­πί­ζω κι εύ­χο­μαι κά­ποια στιγ­μή να τα αξιο­ποι­ή­σουν για τέ­τοιες δρα­στη­ριό­τη­τες. Όμως η αγριό­τη­τα του το­πί­ου δεν σε τρο­μά­ζει, σου δη­μιουρ­γεί μία απέ­ρα­ντη ηρε­μία. Οι φίλοι μου γε­λά­νε που το λέω “Grand Canyon με θά­λασ­σα”. Κάθε φορά που το αε­ρο­πλά­νο προ­σγειώ­νε­ται στον μικρό αε­ρο­διά­δρο­μο στην κο­ρυ­φή του νη­σιού, αυτό σκέ­φτο­μαι. Έχω πάει στο Grand Canyon και το δέος για το με­γα­λείο της φύσης που ένιω­σα εκεί, το ένιω­σα κι εδώ. Το νησί είναι μικρό, αλλά η αί­σθη­ση που αφή­νει είναι τε­ρά­στια. Μα­γι­κά ση­μεία τα ψη­λό­τε­ρα μέρη του νη­σιού προς το αε­ρο­δρό­μιο, αλλά και το Πα­λαιό­κα­στρο, για να αγνα­ντέ­ψεις το μο­να­δι­κό ηλιο­βα­σί­λε­μα και τον ήλιο που χά­νε­ται πίσω από τη Ρω. Εδώ δεν χρειά­ζε­σαι φίλ­τρο, κάθε φω­το­γρα­φία βγαί­νει τέ­λεια και όπου κοι­τούν τα μάτια σου θες να το φω­το­γρα­φί­σεις. Μία τε­λευ­ταία συμ­βου­λή πριν πάτε στο Κα­στελ­λό­ρι­ζο: αδειά­στε μνήμη κι­νη­τού και εαυ­τού. Φεύ­γο­ντας, θα έχουν και τα δύο γε­μί­σει.

Και κάτι πρα­κτι­κό, πώς πας στο Κα­στελ­λό­ρι­ζο: η εύ­κο­λη πρό­σβα­ση μέσω Ρόδου, μόλις τρεις ώρες τα­ξί­δι συ­νο­λι­κά, με αε­ρο­πο­ρι­κή σύν­δε­ση. Αν όμως προ­τι­μάς το πλοίο κι έχεις χρόνο, θα κά­νεις από τον Πει­ραιά σχε­δόν 24 ώρες τα­ξί­δι, αλλά θα κλεί­σεις κα­μπί­να και θα το δεις σαν κρουα­ζιέ­ρα, θα δεις ένα σωρό νησιά στη δια­δρο­μή, το πλοίο είναι τε­ρά­στιο, δεν θα νιώ­σεις κού­νη­μα και θα ζή­σεις και δύο αξέ­χα­στες εμπει­ρί­ες. Η μία, να ακού­σεις τη βαθιά κόρνα του κα­ρα­βιού να χαι­ρε­τά­ει περ­νώ­ντας από τη Ρω και να δεις τον φα­ντά­ρο από το ψη­λό­τε­ρο φυ­λά­κιο να αντα­πο­δί­δει τον χαι­ρε­τι­σμό, κου­νώ­ντας μία τε­ρά­στια ση­μαία, όπως έκανε η κυρά Δέ­σποι­να. Και η άλλη, η πρώτη ει­κό­να, αντι­κρί­ζο­ντας το Κα­στελ­λό­ρι­ζο φτά­νο­ντας στο λι­μά­νι, όπως το πε­ρι­γρά­φω στην αρχή. Μπο­ρείς να κά­νεις και συν­δυα­σμό, να πας στη Ρόδο με αε­ρο­πλά­νο και να πά­ρεις από εκεί το κα­ρά­βι, που κάνει 3-3,5 ώρες ως το Κα­στελ­λό­ρι­ζο. Σί­γου­ρα συ­νι­στώ το κα­ρά­βι για την πρώτη φορά που θα πας.

Όταν πια φύ­γεις, θα αφή­σεις πίσω ένα κομ­μά­τι από την καρ­διά σου. Δεν θα το ξε­πε­ρά­σεις εύ­κο­λα και ίσως να μην θες. Θα νιώ­σεις ότι το «λίγο» είναι τε­λι­κά το «αρ­κε­τό». Είναι το μέρος που σε κάνει να πεις «έτσι θέλω να είναι η ζωή». Γιατί το Κα­στελ­λό­ρι­ζο δεν είναι μόνο ένα νησί, είναι ένα συ­ναί­σθη­μα που σε ακο­λου­θεί πα­ντού. Και αν δεν θα είσαι από αυ­τούς που από την πρώτη επί­σκε­ψη θα μεί­νουν για πάντα, όταν φεύ­γεις θα υπό­σχε­σαι στον εαυτό σου να ξα­νάρ­θεις. Για μένα πια είναι ένας τόπος καρ­διάς, επι­στρο­φής κι ανα­φο­ράς.

*Η Φω­τει­νή Μπα­ξε­βά­νη είναι ηθο­ποιός, συν­θέ­τις και σκη­νο­θέ­τις. Αυτή την πε­ρί­ο­δο συμ­με­τέ­χει στην τη­λε­ό­ρα­ση στις σει­ρές «Εκτός Σχε­δί­ου» στην ΕΡΤ1 και ως γκεστ στο «Το σόι σου» στον Alpha. Το κα­λο­καί­ρι θα συ­νε­χί­σει την πε­ριο­δεία της με το έργο «Η Κυρά της Ρω» (9ος χρό­νος πα­ρα­στά­σε­ων) και θα πε­ριο­δεύ­σει με την Κα­τε­ρί­να Τσι­ρί­δου στην «Μπο­έ­μισ­σα Ρε­μπέ­τα», μία δια­δρα­στι­κή μου­σι­κή πα­ρά­στα­ση με ζω­ντα­νή ορ­χή­στρα και σπά­νιο οπτι­κο­α­κου­στι­κό υλικό, για τις κυ­ρί­ες του ρε­μπέ­τι­κου: Ρ. Εσκε­νά­ζυ, Σ. Χα­σκίλ, Μ. Νίνου, Σ. Μπέλ­λου.

ΦΩ­ΤΟ­ΓΡΑ­ΦΙΕΣ ΦΩ­ΤΕΙ­ΝΗ ΜΠΑ­ΞΕ­ΒΑ­ΝΗ

Πηγή: travel.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.