Σε δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, αντιμέτωπη με την κατηγορία της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, παραπέμπεται με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, μια υπάλληλος του κεντρικού καταστήματος των ΕΛΤΑ για την διαβόητη υπόθεση της διαχείρισης και εξαφάνισης δύο χρηματαποστολών.
Με το ίδιο βούλευμα αποφασίστηκε να μην γίνει κατηγορία σε βάρος ακόμη τριών υπαλλήλων για την πράξη της υπεξαίρεσης από κοινού, και της απιστίας από κοινού, από την οποία προκλήθηκε βλάβη άνω των 15.000 ευρώ.
Το ιστορικό της υπόθεσης σύμφωνα με το βούλευμα έχει ως εξής:
“Η πρώτη κατηγορούμενη κατά το έτος 2007 εργαζόταν στο κεντρικό κατάστημα του ταχυδρομείου στη Ρόδο ως προϊσταμένη. Κατά το χρονικό διάστημα από 14.08.2007 έως 28.08.2007 βρισκόταν με κανονική άδεια και συνεπώς δεν βρισκόταν στο κατάστημα του ταχυδρομείου κατά το χρονικό διάστημα εκείνο.
Η δεύτερη κατηγορούμενη κατά το έτος 2007 εργαζόταν ως προϊσταμένη συναλλαγής διαχείρισης στο κεντρικό κατάστημα του ταχυδρομείου στη Ρόδο. Κατά το έτος 2007, η τρίτη κατηγορούμενη εργαζόταν στο Κεντρικό κατάστημα του ταχυδρομείου Ρόδου και μάλιστα τον Αύγουστο του έτους εκείνου, εργαζόταν ως ταμίας στη θυρίδα συναλλαγής.
Ομοίως, η τέταρτη κατηγορούμενη, κατά το ίδιο ως άνω διάστημα εργαζόταν στο κεντρικό κατάστημα του ταχυδρομείου Ρόδου έχοντας αναλάβει την κεντρική διαχείριση αυτού.
Στις 22.8.2007 έφθασαν στο κεντρικό κατάστημα του ταχυδρομείου στη Ρόδο, απογευματινές ώρες, δύο χρηματαποστολές. Η μία προερχόταν από τον ταχυδρομικό κατάστημα Έμπωνας και έφερε αριθμό 9059/21.08.2007 ενώ η άλλη προερχόταν από το ταχυδρομικό κατάστημα Γενναδίου με αριθμό 9053/21.08.2007.
Εκάστη δε χρηματαποστολή περιείχε το ποσό των 15.000 ευρώ. Απογευματινές ώρες της ως άνω ημερομηνίας εργαζόταν στο κεντρικό κατάστημα του ταχυδρομείου της Ρόδου, η τρίτη κατηγορούμενη χωρίς την παρουσία άλλων υπαλλήλων, στη θυρίδα συναλλαγής.
Το απόγευμα εκείνο και περί ώρα 16.00, η τρίτη κατηγορούμενη παρέλαβε το σάκο με αριθμό αποστολής 339, που περιείχε τις δύο παραπάνω χρηματαποστολές σε άλλον σάκο εντός αυτού και με αριθμό 166, ο δε σάκος κατά την άφιξή του στο κεντρικό ταχυδρομείου Ρόδου ήταν σφραγισμένος. Τον σάκο αυτό παρέδωσε ο (…). Η τρίτη κατηγορούμενη τον αποσφράγισε, ήλεγξε το περιεχόμενό του και στη συνέχεια υπέγραψε τη συνοδευτική κατάσταση, υπογράφοντας το αντίστοιχο έντυπο και κρατώντας ένα αντίγραφο το οποίο όφειλε να αποδώσει στην υπηρεσία για να γίνει το «πάντρεμα» (αντιστοιχία) μεταξύ των χρηματαποστολών που εστάλησαν από τα περιφερειακά ταχυδρομεία της Ρόδου στο κεντρικό και αυτά που ελήφθησαν από αυτό.
Η τρίτη κατηγορούμενη μετά την παραλαβή του σάκου, ισχυρίζεται ότι τοποθέτησε αυτόν στο ερμάριο πίσω από το ταμείο, όπως συνηθιζόταν, καθότι στον ανωτέρω χώρο δεν υπήρχε χρηματοκιβώτιο, αφού η διευθύντρια δεν είχε μεριμνήσει για την τοποθέτηση ενός στο χώρο του ταμείου παρά το γεγονός ότι υπήρχε τέτοιος στην αποθήκη του ταχυδρομείου. Ουδείς άλλος ήρθε σε επαφή μετά το σημείο αυτό με το σάκο της χρηματαποστολής.
Την επόμενη ημέρα, εργαζόταν στην πρωινή βάρδια, πρώτη που προσήλθε στην υπηρεσία παρά ταύτα όμως δεν παρέδωσε το σάκο της χρηματαποστολής που είχε παραλάβει το προηγούμενο απόγευμα. Αντίθετα ήταν η πρώτη που ξεκλείδωσε το ερμάριο για να παραδώσει στους προσερχόμενους πελάτες του ταχυδρομείου τα συναποθηκευόμενα με τις χρηματαποστολές συστημένα.
Επιπλέον, παρέδωσε στη διαχειρίστρια το ποσό των 2.000 ευρώ, ποσό το οποίο αποτελούσε τις εισπράξεις του ταμείου από το προηγούμενο απόγευμα. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι ενώ παρέλαβε τη χρηματαποστολή των 30.000 ευρώ, δεν την αναζήτησε την επόμενη ημέρα προκειμένου να την αποδώσει, ως όφειλε, αλλά ούτε και ειδοποίησε κάποιον υπεύθυνο σχετικά με την απουσία του σάκου.
Η δε μάρτυρας (…) κατέθεσε επίσης ότι σε περίπτωση που το πρωί της 23.08.2007 βρισκόταν σάκος χρηματαποστολής εντός του ερμαρίου, ο οποίος είχε ξεχαστεί εκεί και δεν είχε παραδοθεί στην κεντρική διαχειρίστρια, θα τον είχε παρατηρήσει και θα είχε ειδοποιήσει σχετικώς.
Από την κατάθεσή της αυτή συνάγεται ότι εντός του επίπλου φύλαξης, δεν υπήρχε το επόμενο πρωινό ο σάκος της χρηματαποστολής με τα 30.000 ευρώ. Η εταιρεία ασφάλειας του κτηρίου δεν διαπίστωσε παραβίαση του κτηρίου κατά τις νυκτερινές ώρες της 22-23.08.2007 αλλά ούτε και η τρίτη κατηγορούμενη διαπίστωσε παραβίαση του ερμαρίου όπου φύλαγε τις χρηματαποστολές, παρά το γεγονός ότι πρώτη ξεκλείδωσε αυτό την επόμενη ημέρα (23.08.2007), όπως εγράφη και παραπάνω.
Η εναπόθεση των χρηματαποστολών στο ερμάριο γινόταν, καθ’ υπόδειξη της υπηρεσίας του ταχυδρομείου και αποτελούσε πάγια τακτική αφού οι υπάλληλοι που διαχειρίζονταν τις χρηματαποστολές ήταν οι μόνοι που είχαν κλειδί για το συγκεκριμένο έπιπλο πλην της διευθύντριας.
Η τέταρτη κατηγορούμενη, κεντρική διαχειρίστρια, δεν διέθετε κλειδί για το ερμάριο. Επιπλέον, αποτελούσε σύνηθες φαινόμενο ο υπάλληλος που εκτελούσε καθήκοντα ταμία σε απογευματινή βάρδια, να εργάζεται στην πρωινή βάρδια της επόμενης ημέρας ώστε να μπορέσει να παραδώσει τη ληφθείσα χρηματαποστολή ευθύς αμέσως την επόμενη ημέρα στην κεντρική διαχείριση του ταχυδρομείου.
Ωστόσο, οι περισσότεροι υπάλληλοι δεν τοποθετούσαν τους σάκους των χρηματαποστολών στο συγκεκριμένο έπιπλο, αλλά στο συρτάρι τους στο οποίο πρόσβαση είχαν μόνο οι ίδιοι αφού διέθεταν το αντίστοιχο κλειδί, πλην της τρίτης κατηγορουμένης και άλλης μίας συναδέλφου της με την αιτιολογία ότι δεν χωρούσαν οι σάκοι στα συρτάρια των δικών τους γραφείων. Εξάλλου το ερμάριο εχρησιμοποιείτο καθ’ υπόδειξη της περιφερειακής διεύθυνσης παρά το γεγονός ότι είχε κριθεί ανασφαλές από τη διευθύντρια και ως εκ τούτου είχε επανειλημμένα διαμαρτυρηθεί, προφορικά μόνο όμως, στην περιφερειακή διεύθυνση.
Η δε φύλαξη χρηματαποστολών σε έπιπλο προβλέπεται επίσημα και από το εγχειρίδιο οδηγιών ασφαλείας των ΕΛΤΑ. Επίσης πάγια τακτική αποτελούσε και η αυθημερόν τηλεφωνική ενημέρωση της διαχειρίστριας, τέταρτης κατηγορούμενης από τα περιφερειακά ταχυδρομεία σχετικά με την πρόθεσή τους να αποστείλουν χρηματαποστολή. Την ενημέρωση αυτή σημείωνε η τέταρτη κατηγορούμενη πρόχειρα, σε επιτραπέζιο ημεροδείκτη που διέθετε και όχι σε κάποιο επίσημο έγγραφο – βιβλίο. Προκύπτει, ωστόσο, ότι κατά καιρούς, οι υπάλληλοι που ετοίμαζαν τις χρηματαποστολές αμελούσαν να ενημερώσουν κάποιες φορές την κεντρική διαχειρίστρια – τέταρτη κατηγορούμενη σχετικά με την πρόθεσή τους αυτή.
Έτσι εξηγείται και η μη εύρεση σχετικής σημείωσης στον ημεροδείκτη της εν λόγω διαχειρίστριας και η μη αναζήτηση από μέρους της των δύο χρηματαποστολών (που εν τέλει κατέφθασαν σε ένα σάκο) την επόμενη ημέρα, δηλαδή, από παράλειψη των υπαλλήλων των ταχυδρομικών καταστημάτων Έμπωνας και Γενναδίου.
Περαιτέρω, τα έγγραφα που αφορούσαν την χρηματαποστολή, ήτοι το ειδικό φύλλο αποστολής με αριθμό 166 και τα δελτία αποστολής από τα καταστήματα Έμπωνας και Γενναδίου απ’ όπου εστάλησαν καθώς και η απόδειξη παράδοσης που υπέγραψε η τρίτη κατηγορούμενη δεν υπήρχαν στο αρχείο της υπηρεσίας όταν έγινε έλεγχος ένα μήνα αργότερα, δηλαδή μετά την διαπίστωση μη παράδοσης του ποσού των 30.000 ευρώ από την κεντρική υπηρεσία στις 19.09.2007.
Η Εισαγγελέας που χειρίστηκε την υπόθεση θεωρεί έτσι ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος της τρίτης κατηγορούμενης”.
Σημειώνεται ότι την «εξαφάνιση» των χρημάτων απεκάλυψε η «δημοκρατική».
https://www.dimokratiki.gr/arxeio/exafanistikan-dio-chrimatapostoles/













