• Το δικαστήριο έκρινε ότι ο περιορισμός από συνολική οφειλή 1.859.703,46 ευρώ σε 770.000 ευρώ έγινε χωρίς σαφή προσδιορισμό κονδυλίων και συμβάσεων, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να στηριχθεί έγκυρα η εκτέλεση και να ακυρωθούν οι πράξεις, ενώ επιβλήθηκαν έξοδα 400 ευρώ
Η απόφαση υπ αριθμ 5/2026 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που εκδόθηκε στο πλαίσιο της ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών, φέρνει στο προσκήνιο ένα ζήτημα που επανέρχεται συχνά στις υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης, τη σαφήνεια και την εκκαθάριση της απαίτησης που ενσωματώνεται στον εκτελεστό τίτλο. Στην υπόθεση εξετάστηκε ανακοπή ημεδαπής ομόρρυθμης εταιρίας με έδρα τη Ρόδο κατά ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων, η οποία ενεργούσε ως διαχειρίστρια τιτλοποιημένων απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού.
Το αντικείμενο της ανακοπής και οι πράξεις εκτέλεσης που προσβλήθηκαν
Η ανακοπή στρεφόταν κατά επιταγής προς πληρωμή που είχε τεθεί κάτωθεν πρώτου εκτελεστού απογράφου διαταγής πληρωμής του 2018, καθώς και κατά πράξεων αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας που ακολούθησαν το 2025. Σύμφωνα με τα στοιχεία, η επιταγή προς εκτέλεση φέρει ημερομηνία 9 Σεπτεμβρίου 2024 και κοινοποιήθηκε στην ημεδαπή εταιρία στις 16 Οκτωβρίου 2024, ενώ η κατάσχεση ακινήτων αποτυπώθηκε σε κατασχετήρια έκθεση της 14ης Οκτωβρίου 2025, με τα σχετικά αποσπάσματα να συνδέονται και με διαδικασίες δημοσίευσης πλειστηριασμών.
Η ανακόπτουσα υποστήριξε ότι η εκτέλεση στηριζόταν σε εκτελεστό τίτλο που έπασχε από αοριστία ως προς το τι ακριβώς περιλαμβάνει το επιδικασθέν ποσό. Ειδικότερα, προέβαλε ότι η αρχική απαίτηση εμφανιζόταν ως συνολικό άθροισμα κεφαλαίου, τόκων, τόκων τόκων, εισφορών, εξόδων και άλλων κονδυλίων, όμως στη διαταγή πληρωμής ζητήθηκε και επιδικάστηκε ποσό 770.000 ευρώ ως μέρος της συνολικής οφειλής 1.859.703,46 ευρώ χωρίς να διευκρινίζεται ποια κονδύλια ή ποιες συμβάσεις καλύπτει ο περιορισμός.
Η χρονική ακολουθία της υπόθεσης και το οικονομικό μέγεθος
Από τα έγγραφα που αξιολογήθηκαν προκύπτει ότι η αρχική αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής είχε υποβληθεί στις 21 Μαρτίου 2018 και στηριζόταν σε 4 τραπεζικές συμβάσεις χρηματοδότησης. Τα αποσπάσματα λογαριασμών εμφάνιζαν χρεωστικά υπόλοιπα στα μέσα Δεκεμβρίου 2016, με επιμέρους ποσά 508.779,91 ευρώ, 948.872,22 ευρώ, 256.827,54 ευρώ και 145.223,79 ευρώ, τα οποία αθροιστικά οδηγούσαν στο ποσό 1.859.703,46 ευρώ. Παρά ταύτα, ζητήθηκε η έκδοση διαταγής πληρωμής για 770.000 ευρώ, με επιφύλαξη για το υπόλοιπο.
Η διαταγή πληρωμής του 2018 υποχρέωνε την οφειλέτρια εταιρία, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με 2 εγγυητές, να καταβάλει το ποσό των 770.000 ευρώ έντοκο με συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και ανατοκισμό με εξάμηνη περιοδικότητα από 17 Δεκεμβρίου 2016, καθώς και δικαστική δαπάνη 6.225,00 ευρώ. Στη συνέχεια, η διαχειρίστρια εταιρεία κοινοποίησε επιταγή προς εκτέλεση και προχώρησε σε κατάσχεση 3 ακινήτων της ομόρρυθμης εταιρίας, με ορισθείσα ημερομηνία ηλεκτρονικού πλειστηριασμού την 20η Μαΐου 2026.
Τα ακίνητα που τέθηκαν στο επίκεντρο της κατάσχεσης και η προοπτική πλειστηριασμού
Η κατασχετήρια έκθεση περιέγραφε 3 ακίνητες ιδιοκτησίες στη Ρόδο. Μεταξύ αυτών αναφερόταν διώροφη οικοδομή με καλυμμένη επιφάνεια 229 τμ και ακάλυπτο χώρο 222 τμ, καθώς και 2 ακίνητα στην Παλιά Πόλη, ένα ισόγειο με αυλή επιφάνειας 81 τμ και ένα διώροφο με αυλή, καλυμμένης επιφάνειας 156 τμ, με πολύ συγκεκριμένα κτηματολογικά στοιχεία. Η υπόθεση αποκτούσε ιδιαίτερο βάρος καθώς είχε ήδη προσδιοριστεί ηλεκτρονικός πλειστηριασμός για τις 20 Μαΐου 2026, γεγονός που καθιστούσε κρίσιμη τη δικαστική κρίση επί της εγκυρότητας του τίτλου και των πράξεων εκτέλεσης.
Η κρίσιμη νομική βάση που καθόρισε το αποτέλεσμα
Το δικαστήριο έθεσε στο επίκεντρο της ανάλυσής του την αρχή ότι η αναγκαστική εκτέλεση προϋποθέτει απαίτηση βέβαιη και εκκαθαρισμένη, με πλήρη προσδιορισμό της έκτασης, του είδους και του περιεχομένου της αξίωσης στον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο. Με αυτό το πλαίσιο, η κρίση δεν περιορίστηκε στο αν υπήρχε γενικά οφειλή, αλλά στο αν ο τίτλος που επιλέχθηκε για εκτέλεση περιέγραφε με επάρκεια την απαίτηση που τελικά διεκδικείτο μέσω επιταγής και κατάσχεσης.
Σύμφωνα με την αιτιολογία, ο δανειστής μπορεί να περιορίσει το ποσό για το οποίο ζητεί διαταγή πληρωμής, όμως όταν η συνολική απαίτηση αποτελείται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός πρέπει να συνοδεύεται από σαφή εξειδίκευση του τι περιλαμβάνεται στο επιδιωκόμενο μέρος. Το δικαστήριο τόνισε ότι, αν δεν διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια ή σε ποια έκταση περιλαμβάνονται τόκοι, έξοδα ή επιμέρους κεφάλαια, δεν μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια ποια ακριβώς παροχή επιδιώκεται να εκτελεστεί.
Η αιτιολογία της απόφασης εστιάζει στον τρόπο που αποτυπώθηκε ο περιορισμός της απαίτησης. Ενώ αναφερόταν ότι ζητείται ποσό 770.000 ευρώ έναντι συνολικής οφειλής 1.859.703,46 ευρώ, δεν γινόταν προσδιορισμός για το αν το ποσό αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη από τις 4 συμβάσεις ή αποτελεί τμήμα όλων, ούτε αναφερόταν ότι ο περιορισμός είναι αναλογικός και αφορά συμμέτρως όλα τα κονδύλια με συγκεκριμένο ποσοστό. Το αποτέλεσμα ήταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η διαταγή πληρωμής να μην μπορεί να επιτελέσει τον σκοπό της ως εκτελεστός τίτλος για αναγκαστική εκτέλεση, επειδή η απαίτηση που επιδιώκεται να εκτελεστεί δεν ήταν επαρκώς συγκεκριμενοποιημένη.
Η προσέγγιση αυτή έχει πρακτική διάσταση. Σε υποθέσεις όπου υπάρχουν πολλαπλές συμβάσεις και σύνθετα κονδύλια, η απλή αναγραφή ενός συνολικού ποσού χωρίς ανάλυση οδηγεί σε δυσχέρεια ελέγχου του τι ακριβώς περιλαμβάνεται, άρα και σε δυσχέρεια ελέγχου της νομιμότητας του ύψους, της βάσης τόκων και της επιβάρυνσης εξόδων. Το δικαστήριο, όπως αποτυπώνεται στην απόφαση, έκρινε ότι η συγκεκριμένη αοριστία αρκεί για να κριθούν ακυρωτέες οι πράξεις εκτέλεσης που στηρίχθηκαν σε αυτόν τον τίτλο.
Το διατακτικό και οι άμεσες συνέπειες
Με βάση την αποδοχή του πρώτου λόγου ανακοπής ως νόμιμου και κατ ουσίαν βάσιμου, το δικαστήριο δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την επιταγή προς εκτέλεση της 9 Σεπτεμβρίου 2024. Ακύρωσε επίσης την κατασχετήρια έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της 14ν Οκτωβρίου 2025 και το σχετικό απόσπασμα που είχε δημοσιευθεί για τις ανάγκες της διαδικασίας πλειστηριασμού. Παράλληλα, επιβλήθηκαν σε βάρος της καθ ης τα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσας, τα οποία ορίστηκαν σε 400 ευρώ.
Την υπόθεση χειρίστηκαν οι κ.κ. Δήμος Μουτάφης και Αικατερίνη Νοτοπούλου.













