Στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου κρίθηκε ένδικη διαφορά που άγγιξε τον πυρήνα της καθημερινότητας στον κλάδο των τουριστικών μεταφορών, δηλαδή το πώς αποτυπώνεται στην πράξη το ωράριο των οδηγών στη διάρκεια της σεζόν και πώς αμείβεται η εργασία που ξεφεύγει από τα συμβατικά όρια.
Η υπόθεση αφορούσε αγωγή 3 οδηγών τουριστικών λεωφορείων κατά ανώνυμης εταιρείας του κλάδου, με αιτήματα που στηρίχθηκαν σε επιμέρους κονδύλια επιπλέον απασχόλησης, όπως υπερεργασία, υπερωρία, εργασία Σάββατο και Κυριακή και ισχυρισμούς για νυχτερινή εργασία.
Η υπόθεση είχε και σαφή οικονομικό αποτύπωμα. Οι 3 ενάγοντες διεκδικούσαν συνολικά ποσά της τάξης των 79.088.48 €, 76.053,54 € και 72.193,92 € αντίστοιχα, υποστηρίζοντας ότι για σειρά ετών και τουριστικών περιόδων υπήρχε συστηματική υπέρβαση του ωραρίου και εργασία σε ημέρες που επιβαρύνονται με προσαυξήσεις. Από την άλλη πλευρά, η εναγόμενη αρνήθηκε συνολικά την αγωγή και προέβαλε μεταξύ άλλων ισχυρισμούς περί διαφορετικού πραγματικού χρόνου εργασίας, περί μη εφαρμογής συγκεκριμένης τοπικής συλλογικής σύμβασης εργασίας και περί εξόφλησης επιμέρους αξιώσεων με βάση αποδείξεις πληρωμής.
Ενάγοντες ήταν 3 κάτοικοι Ρόδου, οι οποίοι παραστάθηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο τον κ. Γεώργιο Κυπραίο. Η εναγόμενη εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους κ.κ. Θεόδωρο Σαρατσιώτη και Νικόλαο Πατσουράκη.
Το περιεχόμενο της αντιδικίας και η εικόνα της εργασίας στη σεζόν
Στον πυρήνα της αντιδικίας βρέθηκε η καθημερινή λειτουργία της τουριστικής μεταφοράς στη Ρόδο. Οι ενάγοντες υποστήριξαν ότι είχαν προσληφθεί με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως οδηγοί τουριστικών λεωφορείων, με συμβατικό πλαίσιο 8 ωρών ημερησίως και 40 ωρών εβδομαδιαίως, αλλά στην πράξη εργάζονταν με πολύ μεγαλύτερη διάρκεια απασχόλησης, παρουσιάζοντας ως βασική εικόνα την έναρξη από τις 07:00 και ολοκλήρωση μέχρι αργά το βράδυ, καθώς και εργασία πέραν της πενθήμερης βάσης, με απασχόληση Σάββατο και Κυριακή. Στο ίδιο πλαίσιο, περιέγραψαν αξιώσεις για ώρες υπερεργασίας και υπερωρίας, καθώς και κονδύλι νυχτερινής απασχόλησης.
Η εναγόμενη, αντίθετα, αμφισβήτησε τη συνολική αφήγηση περί ωραρίου, δίνοντας έμφαση σε διαλείμματα και χρόνο αναμονής μεταξύ δρομολογίων, υποστηρίζοντας ότι ο ενδιάμεσος χρόνος δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με χρόνο εργασίας και ότι οι οδηγοί μπορούσαν να έχουν ελευθερία κινήσεων. Παράλληλα, ανέπτυξε επικουρικά ένσταση εξόφλησης, δηλαδή ότι για επιμέρους αιτήματα υπήρξαν καταβολές, τις οποίες προσκόμισε με αποδείξεις, μισθοδοσίας.

Η σύγκρουση για τη συλλογική σύμβαση και το τι δεσμεύει τον εργοδότη
Κομβικό σημείο αποτέλεσε η αναφορά των εναγόντων σε τοπική ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας που αφορά οδηγούς τουριστικών λεωφορείων στη Ρόδο, την οποία επικαλέστηκαν ως βάση για ευνοϊκότερες ρυθμίσεις και επιδόματα. Η εναγόμενη, ωστόσο, υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη ΣΣΕ δεν την δέσμευε για τα επίδικα έτη, επειδή δεν ήταν μέλος των συμβληθεισών εργοδοτικών οργανώσεων και επειδή η σύμβαση δεν είχε καταστεί γενικώς υποχρεωτική κατά τις χρονικές περιόδους των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων. Στο σκεπτικό της απόφασης καταγράφεται ότι η γενική υποχρεωτικότητα τοποθετείται μεταγενέστερα, σε χρόνο μετά τις επίδικες περιόδους, και έτσι η επίκληση της ΣΣΕ δεν έγινε δεκτή ως δεσμευτική για την εναγόμενη στις συγκεκριμένες συμβάσεις.
Το πραγματικό ωράριο, τα καθήκοντα και ο χρόνος αναμονής
Το Δικαστήριο, αξιολογώντας καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις, κατέληξε σε μια ενδιάμεση εικόνα σε σχέση με τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Κατά την κρίση του, δεν αποδείχθηκε ότι η εργασία έφθανε στα επίπεδα που περιγράφηκαν ως καθημερινή απασχόληση 16 ωρών, όμως κρίθηκε ότι υπήρχε συστηματική υπέρβαση του τυπικού ωραρίου, με μέσο όρο ημερήσιας απασχόλησης 10 ωρών και με εργασία 6 ημέρες την εβδομάδα. Παράλληλα, η εβδομαδιαία ανάπαυση εμφανίζεται να δινόταν κατά κανόνα σε καθημερινή, όπως Δευτέρα ή Πέμπτη, ενώ τα σαββατοκύριακα συνδέθηκαν με τις αυξημένες ανάγκες της τουριστικής σεζόν.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε και στο τι περιλαμβάνει πρακτικά η δουλειά του οδηγού πέρα από το καθαυτό δρομολόγιο. Στην απόφαση καταγράφεται ότι στα καθήκοντα περιλαμβάνονταν ενέργειες φροντίδας του οχήματος, όπως καθαρισμός μετά από δρομολόγιο, αερισμός, μέριμνα για συντήρηση και τροφοδοσία καυσίμων, καθώς και προετοιμασία ώστε το όχημα να είναι κατάλληλο για τη μεταφορά τουριστών, όπως λειτουργία κλιματισμού. Αυτό το πλέγμα εργασιών χρησιμοποιήθηκε ως στοιχείο για την εκτίμηση ότι ο ενδιάμεσος χρόνος δεν ήταν κατ’ ανάγκη χρόνος πλήρους προσωπικής ελευθερίας, όπως ισχυρίστηκε η εναγόμενη.
Στην ίδια δέσμη πραγματικών περιστατικών αναφέρεται και πρόσθετη αμοιβή ανά δρομολόγιο, ύψους 10.00 €, που κατά μέσο όρο αντιστοιχούσε σε 4 έως 6 δρομολόγια ημερησίως. Το Δικαστήριο, όπως αποτυπώνεται, δεν αντιμετώπισε αυτά τα ποσά ως αυτοτελή μηχανισμό συμψηφισμού όλων των απαιτήσεων για υπερεργασία, υπερωρία ή εργασία Σαββατοκύριακου, αλλά ως επιπλέον συμφωνημένη αμοιβή για την πραγματοποίηση κάθε δρομολογίου.
Το σκέλος της νυχτερινής εργασίας και γιατί δεν προχώρησε ως απόδειξη
Ένα από τα αιτήματα αφορούσε νυχτερινή απασχόληση, ειδικά μετά τις 22:00. Στο σκεπτικό της απόφασης σημειώνεται ότι δεν αποδείχθηκε επαρκώς το συγκεκριμένο κονδύλι, με αναφορά σε αντιφατικότητα και σύγχυση ως προς το αν υπήρχε εργασία μετά τις 22:00, ποιες ημέρες συνέβαινε και πώς συνδεόταν με τις συνολικές ώρες που ήδη προβάλλονταν ως υπερεργασία ή υπερωρία. Ως αποτέλεσμα, το σχετικό σκέλος κρίθηκε αναπόδεικτο και απορρίφθηκε στην ουσία του.
Η αποζημίωση που επιδικάστηκε και το οικονομικό αποτέλεσμα
Το οικονομικό αποτέλεσμα της απόφασης ήταν μερική παραδοχή της αγωγής. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι υπήρχαν οφειλές για επιπλέον εργασία, υπολογίζοντας για κάθε ενάγοντα ανά έτος, ποσά που συνδέονται με υπερεργασία, υπερωρία και εργασία Σάββατο και Κυριακή, λαμβάνοντας υπόψη και καταβολές που είχαν γίνει και αποδείχθηκαν με μισθοδοτικές αποδείξεις. Στο τελικό άθροισμα αναφέρεται ότι οφείλονται στους ενάγοντες τα εξής συνολικά ποσά: Ο πρώτος ενάγων 42.276.45 €, ο δεύτερος ενάγων 45.265.40 € και ο τρίτος 34.704,87 €. Τα ποσά επιδικάστηκαν με νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Παράλληλα, η απόφαση προβλέπει ότι μέρος των καταψηφιστικών διατάξεων κηρύσσεται προσωρινά εκτελεστό.














