Οι τεχνικές βλάβες στα συστήματα αεροναυτιλίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) φαίνεται να έχουν αποκτήσει πλέον χαρακτήρα κανονικότητας. Σχεδόν κάθε μήνα καταγράφονται προβλήματα που οδηγούν σε μεγάλες καθυστερήσεις πτήσεων στα ελληνικά αεροδρόμια, με άμεσο αποτέλεσμα την ταλαιπωρία χιλιάδων επιβατών και την αναστάτωση στο πτητικό πρόγραμμα.
Η σημερινή ημέρα δεν αποτέλεσε εξαίρεση στη σειρά των αναταράξεων. Λίγο μετά τις 9 το πρωί εκδηλώθηκε τεχνική βλάβη στην τροφοδοσία του συστήματος μεταφοράς δεδομένων στη θέση «Μερέντα», το οποίο υποστηρίζει τη λειτουργία του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών.
Η βλάβη επηρέασε άμεσα τη λειτουργία των ραντάρ χάθηκαν και οι εφεδρικές συχνότητες, περιορίζοντας σημαντικά τα επιχειρησιακά περιθώρια διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας. Μέχρι περίπου τις 3 το μεσημέρι παρέμενε σε λειτουργία μόλις ένα ραντάρ, γεγονός που οδήγησε σε μείωση της χωρητικότητας και προκάλεσε σοβαρές αρρυθμίες στο πρόγραμμα των πτήσεων.
«Ελ. Βενιζέλος»: «Με ένα ραντάρ αντί για τρία η Προσέγγιση Αθηνών»
Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ υπό κανονικές συνθήκες αυτή την περίοδο το αεροδρόμιο της Αθήνας μπορεί να εξυπηρετεί 22 αφίξεις ανά ώρα, η δυνατότητα περιορίστηκε στις 17, με αναπόφευκτες καθυστερήσεις και αλυσιδωτές επιπτώσεις στο σύνολο των δρομολογίων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως πληροφορείται η «Κ», οι καθυστερήσεις ξεπέρασαν τα 20 λεπτά ενώ όσο περνούσε η ώρα, τόσο οι αναχωρήσεις όσο και οι αφίξεις επιβαρύνονταν.
Τελικά, λίγο μετά το μεσημέρι το πρόβλημα εντοπίστηκε και αποκαταστάθηκε. Ωστόσο, τα ερωτήματα παραμένουν, καθώς οι βλάβες στον κρίσιμο εξοπλισμό της αεροναυτιλίας τείνουν να αποκτήσουν χαρακτήρα επαναλαμβανόμενου φαινομένου. Παρά τις δημόσιες διαβεβαιώσεις του υπουργείου Μεταφορών και της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας ότι βρίσκεται σε εξέλιξη Σχέδιο Δράσης για την αναβάθμιση των συστημάτων και τη θωράκιση της ασφάλειας των πτήσεων, η εικόνα που καταγράφεται στην πράξη δεν δείχνει ουσιαστική βελτίωση.
Το σημερινό περιστατικό προστίθεται στο σοβαρό μπλακ άουτ της 4ης Ιανουαρίου, όταν ανεστάλη η λειτουργία όλων των ελληνικών αεροδρομίων για αρκετές ώρες, προκαλώντας αλυσιδωτές επιπτώσεις στο πτητικό έργο.
Και όλα αυτά συμβαίνουν εν μέσω χειμερινής περιόδου, η οποία παραδοσιακά θεωρείται χαμηλής κίνησης. Το γεγονός αυτό εντείνει τον προβληματισμό ενόψει της θερινής σεζόν, όταν στους μήνες αιχμής όπως ο Ιούλιος και ο Αύγουστος στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» πραγματοποιούνται έως και 1.000 πτήσεις ημερησίως.
Θυμίζουμε ότι βλάβη στο ραντάρ της θέσης «Μερέντα» είχε σημειωθεί και τον περασμένο Αύγουστο, προκαλώντας και τότε εκτεταμένες καθυστερήσεις, δοκιμάζοντας την υπομονή των επιβατών και εκθέτοντας εκ νέου τη χώρα, η οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τουρισμό. Τότε, για την αποκατάσταση είχε προκύψει και ένας άλλος παράγοντας: η δυσκολία εξεύρεσης ανταλλακτικού. Ωστόσο, το ζήτημα δεν είναι μεμονωμένο.
Η παλαιότητα του εξοπλισμού που χαρακτηρίστηκε επισήμως «παρωχημένος», στο πόρισμα της Επιτροπής που συγκροτήθηκε από το υπουργείο Μεταφορών για τη διερεύνηση του μπλακ άουτ του προηγούμενου μήνα, καθιστά πλέον ακόμη και την αναζήτηση ενός απλού ανταλλακτικού πραγματικό Γολγοθά, καθώς πολλά από τα απαραίτητα εξαρτήματα δεν διατίθενται πλέον στην αγορά. Πάντως, πηγές της ΥΠΑ επισημαίνουν ότι η βλάβη του περασμένου Αυγούστου με τη σημερινή, δε συνδέονται μεταξύ τους, όπως αρχικά θεωρήθηκε από τους Ελεγκτές Εναέριας Κυκλοφορίας, αλλά είναι διαφορετικές και αφορούν άλλον εξοπλισμό. Σε ό,τι αφορά το ανταλλακτικό, αναφέρουν ότι η σύμβαση εκτελείται κανονικά και πλέον μέσα στους επόμενους μήνες θα έχει προχωρήσει η αναβάθμιση. Oπως λένε απαιτείται χρόνος καθώς πρόκειται για ολόκληρο σύστημα.
Από την πλευρά τους οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας στη σημερινή τους ανακοίνωσης κάνουν ιδιαίτερη μνεία σε αυτό το σύστημα λέγοντας ότι η «ΥΠΑ μέχρι και σήμερα επιδιώκει την σύναψη σύμβασης για το νέο σύστημα ραντάρ (D.P.S.), ο προϋπολογισμός του οποίου έχει φθάσει πλέον στα 160 εκατ. ευρώ (από 76 εκατ. ευρώ που ήταν το 2024 και από 150 εκατ. που ήταν προ ολίγων εβδομάδων), χωρίς η αρμόδια διεύθυνση να έχει παρουσιάσει τεχνικές προδιαγραφές, κάτι που αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία, αφού επιδιώκεται να δαπανηθεί ένα τεράστιο ποσό, χωρίς να καθορίζεται επακριβώς τι σύστημα θα παραδοθεί».
Πηγή: katnimerini.gr















