• Μετά την πρωτόδικη ποινή κάθειρξης 12 ετών από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Ρόδου, η υπόθεση περνά σε δεύτερο βαθμό με φόντο τις καταγγελίες 25χρονης ομοεθνούς του για εγκλεισμό, απειλές, βία και εξαναγκασμό σε πορνεία έναντι 25 ευρώ ανά συνεύρεση
Η υπόθεση που συγκλόνισε τη Ρόδο και ανέδειξε ξανά τις σκοτεινές πλευρές της εμπορίας ανθρώπων οδηγείται σε δεύτερο βαθμό, με το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου να έχει ορίσει δικάσιμο για τις 2 Μαρτίου 2026. Πρόκειται για την εκδίκαση της έφεσης μετά την πρωτόδικη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Ρόδου, που επέβαλε ποινή κάθειρξης 12 ετών σε 50χρονο υπήκοο Βουλγαρίας, ο οποίος κρίθηκε ένοχος για αρπαγή, εμπορία ανθρώπων και παράβαση του Ν. 4251/14 αρ. 29, του Κώδικα Μετανάστευσης.
Στις 14 Οκτωβρίου 2024, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Ρόδου έκρινε ένοχο τον 50χρονο και του επέβαλε κάθειρξη 12 ετών. Η πρωτόδικη απόφαση στηρίχθηκε στο κατηγορητήριο που περιελάμβανε αρπαγή και εμπορία ανθρώπων, ενώ συνυπολογίστηκε και η παράβαση του μεταναστευτικού κώδικα.
Κεντρικό στοιχείο της δίκης αποτέλεσε η περιγραφή της 25χρονης υπηκόου Βουλγαρίας, η οποία φέρεται να βρισκόταν υπό καθεστώς ελέγχου και εξαναγκασμού. Το δικαστήριο αξιολόγησε τις αναφορές για εγκλεισμό, για αφαίρεση εγγράφων και για συστηματική προώθησή της στην πορνεία, αποδίδοντας στον κατηγορούμενο ρόλο δράστη που εκμεταλλευόταν την ευάλωτη θέση της γυναίκας.
Η υπόθεση πήρε συγκεκριμένη τροπή το πρωί της 15ης Οκτωβρίου 2023, όταν συγκροτήθηκε ομάδα αστυνομικών που μετέβη στην οδό Ορφανίδου στη Ρόδο. Εκεί εντοπίστηκε η 25χρονη, η οποία εξετάστηκε παρουσία ψυχολόγου και έδωσε κατάθεση που περιέγραφε μια διαδρομή γνωριμίας και σταδιακής παγίδευσης.
Σύμφωνα με όσα κατέθεσε, είχε γνωριστεί με τον 50χρονο μέσω διαδικτύου περίπου 6 χρόνια πριν και εκείνος, όπως υποστήριξε, της υποσχέθηκε καλύτερη ζωή και εργασία, πείθοντάς την να έρθει στην Ελλάδα, πληρώνοντας τα εισιτήριά της. Από τη στιγμή που έφτασε, περιέγραψε ότι την κλείδωνε στο σπίτι και της αφαίρεσε την ταυτότητα των βουλγαρικών αρχών. Μετά από περίπου 20 μέρες, κατήγγειλε ότι άρχισε να την εξαναγκάζει να έρχεται σε ερωτική επαφή με άνδρες αγνώστους για εκείνη, έναντι 25 ευρώ κάθε φορά, χρήματα που, κατά την ίδια, καρπωνόταν αποκλειστικά ο κατηγορούμενος.
Ιδιαίτερα βαριά σκιαγραφείται στην κατάθεση η συχνότητα και η οργάνωση των συνευρέσεων. Η 25χρονη φέρεται να περιέγραψε ότι αυτό συνέβαινε σε τακτά χρονικά διαστήματα, περίπου 10 φορές την εβδομάδα, συχνά σε δωμάτιο στον πάνω όροφο της οικίας, αλλά και σε διάφορες περιοχές, κυρίως εκτός της πόλης της Ρόδου, όπου την μετέφερε ο ίδιος. Αυτή η διάσταση, των μετακινήσεων εκτός κέντρου, αποτυπώνει, σύμφωνα με την εικόνα που παρουσιάστηκε πρωτοδίκως, έναν τρόπο δράσης που συνδέεται με προσπάθεια ελέγχου και αποφυγής ορατότητας.
Παράλληλα, η γυναίκα κατήγγειλε ότι ο 50χρονος γινόταν βίαιος, τη χτυπούσε σε διάφορα σημεία του σώματος και την απειλούσε για τη ζωή της και τη σωματική της ακεραιότητα, με σκοπό να μην προσφύγει στις αρχές, προκαλώντας της διαρκή φόβο και ανησυχία.
Στην πρωτόδικη διαδικασία αναδείχθηκε έντονα και η διάσταση της απομόνωσης. Η 25χρονη φέρεται να είπε ότι είχε διακόψει την επικοινωνία με τους γονείς της και μιλούσε μαζί τους μόνο μέσω του τηλεφώνου του 50χρονου, με εκείνον πάντα παρόντα. Ανέφερε επίσης ότι δεν την άφηνε να βγει από το σπίτι χωρίς συνοδεία, ενώ όταν έφευγε, την κλείδωνε εντός της οικίας.
Ένα από τα πιο φορτισμένα σημεία της δικογραφίας αφορά στην αναφορά της 25χρονης ότι από τις συνευρέσεις έμεινε έγκυος και ότι ο κατηγορούμενος, με απειλή βίας, την ανάγκασε να διακόψει την κύηση, χορηγώντας της φαρμακευτική αγωγή στο νοσοκομείο, στο οποίο την οδήγησε ο ίδιος. Η συγκεκριμένη περιγραφή, εφόσον αξιολογηθεί ως αξιόπιστη, προσθέτει μια επιπλέον διάσταση καταναγκασμού και επιβολής, πέρα από τον οικονομικό σκοπό της εκμετάλλευσης.
Στην υπόθεση καταγράφηκαν ευρήματα από αστυνομικές έρευνες που παρουσιάστηκαν ως ενισχυτικά του σεναρίου εκμετάλλευσης. Έγινε έρευνα στο μοτοποδήλατο ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου, όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 5 προφυλακτικά. Σε σωματική έρευνα βρέθηκε και κατασχέθηκε το δελτίο ταυτότητας της 25χρονης, ενώ σε νομότυπη έρευνα στην οικία, παρουσία δικαστικού λειτουργού, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 3.587 ευρώ, που αποδόθηκαν ως ποσό προερχόμενο προφανώς από την εγκληματική δραστηριότητα, καθώς και 3 κινητά τηλέφωνα και 6 προφυλακτικά. Σε έρευνα σε αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 7 προφυλακτικά.
Ο 50χρονος, απολογούμενος, αρνήθηκε τους ισχυρισμούς. Υποστήριξε ότι γνωρίστηκαν από το διαδίκτυο και ότι εκείνη ζήτησε να έρθει στην Ελλάδα επειδή δεν ήταν ευχαριστημένη στη Βουλγαρία, όπου διέμενε με τους γονείς της. Περιέγραψε μια μόνιμη φυσιολογική σχέση, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, επιμένοντας ότι οι κατηγορίες πως την εξέδιδε, την κρατούσε παρά τη θέλησή της και της ασκούσε βία είναι ψευδείς και ανυπόστατες.
Επιπλέον ανέφερε ότι κυκλοφορούσαν μαζί, πήγαιναν σε καφετέριες και είχαν κοινωνικές συναναστροφές, επιχειρώντας να δείξει μια εικόνα καθημερινότητας που δεν συνάδει με εγκλεισμό. Επικαλέστηκε ακόμη ότι, αν ήταν κλειδωμένη, θα μπορούσε να ζητήσει βοήθεια από τα παράθυρα ή να κατέβει από αυτά, αφού το ύψος από τον δρόμο είναι περίπου 2 μέτρα. Υποστήριξε επίσης ότι δεν παρακρατούσε ταξιδιωτικά έγγραφα και ότι όταν εκείνη έχασε την ταυτότητά της, πήγαν μαζί στην αστυνομία για διαδικασία επανέκδοσης μέσω της πρεσβείας της Βουλγαρίας.
Στο πλαίσιο των ισχυρισμών του, απέδωσε την κατάθεσή της σε πρόθεση εκδίκησης, λέγοντας ότι επιδίωξε να τον εκδικηθεί επειδή της ζήτησε να χωρίσουν. Αυτή η αντίθεση δύο εντελώς διαφορετικών αφηγήσεων είναι ακριβώς το πεδίο στο οποίο ο δεύτερος βαθμός συχνά αποκτά ξεχωριστή σημασία, καθώς επανέρχεται το ερώτημα της αξιοπιστίας, των κινήτρων και της συνοχής των περιγραφών.
Στην πρωτόδικη διαδικασία, συνήγορος για την υποστήριξη της κατηγορίας παρέστη ο Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος, ενώ συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου ήταν ο Δημήτρης Γεωργακόπουλος.















