• Οι γονείς και τα αδέλφια της 31χρονης εκπαιδευτικού στρέφονται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, ζητώντας χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και έξοδα κηδείας από τους κληρονόμους του δράστη, ενώ το χρονικό της σχέσης φωτίζει βήμα βήμα την κλιμάκωση ενός ελέγχου που κατέληξε σε προμελετημένη ανθρωποκτονία και αυτοχειρία
Η αίθουσα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου καλείται να φιλοξενήσει όχι απλώς μια ακόμη αστική διαφορά, αλλά μια υπόθεση που κουβαλά το βάρος ενός εγκλήματος το οποίο σημάδεψε την τοπική κοινωνία και έγινε πανελλήνιο σημείο αναφοράς.
Οι γονείς και τα αδέλφια της Θεοδώρας Ζαχαριά, 31 ετών, που δολοφονήθηκε στη Ρόδο στις 22 Σεπτεμβρίου 2021, προχωρούν στην άσκηση αγωγής αποζημίωσης για ψυχική οδύνη, επικαλούμενοι το άρθρο 932 ΑΚ και περιγράφοντας μια διαδρομή που, όπως αναδεικνύεται στο δικόγραφο, ξεκινά από μια σχέση με έντονα σημάδια χειρισμού και καταλήγει σε καρτέρι με κυνηγετική καραμπίνα.
Η αγωγή, όπως καταγράφεται, στρέφεται κατά των κληρονόμων του δράστη, οι οποίοι είναι τα 2 τέκνα της αδελφής του και εμφανίζονται ως εναγόμενοι ανήλικοι, με τη γονική μέριμνα και επιμέλειά τους να ασκείται από τους γονείς τους.
Το αίτημα, στην ουσία του, διεκδικεί την αναγνώριση της ψυχικής συντριβής των οικείων του θύματος και τη μεταφορά της αστικής ευθύνης στην κληρονομική διαδοχή, όπως προβλέπεται από το πλαίσιο του αστικού δικαίου.

Από την ποινική πραγματικότητα στην αστική διεκδίκηση
Στην υπόθεση υπάρχει μια ιδιαιτερότητα που καθορίζει την πορεία της, ο δράστης, μετά τη δολοφονία, αυτοκτόνησε. Αυτό σημαίνει ότι η ποινική διάσταση δεν μπορεί να καταλήξει σε μια κλασική δίκη με καταδίκη και ποινή, παρότι η δικογραφία σχηματίστηκε και το συμβάν, κατά το υλικό που περιγράφεται, αποδόθηκε ως ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Έτσι, το πεδίο στο οποίο μπορεί να αναζητηθεί θεσμική δικαίωση μετατοπίζεται αναγκαστικά και στην αστική δικαιοσύνη, όπου η οικογένεια επιχειρεί να αποτυπώσει σε χρηματική ικανοποίηση τον ανείπωτο πόνο της απώλειας. Το βασικό αίτημα είναι η καταβολή 250.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, καθώς και 1.000 ευρώ για έξοδα κηδείας, τάφου και μνημοσύνου 40 ημερών, μεταφορά νεκρού και στολισμό εκκλησίας, με επιδίωξη να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή.

Το χρονικό της 22ας Σεπτεμβρίου 2021, ένα καρτέρι στον δρόμο προς τη δουλειά
Η Θεοδώρα Ζαχαριά, σύμφωνα με την περιγραφή, δολοφονήθηκε περίπου στις 15:00 στην οδό Μόσχας στη Ρόδο. Όπως αναφέρεται, ο πρώην σύντροφός της την πλησίασε την ώρα που επιβιβαζόταν στο αυτοκίνητό της και την πυροβόλησε σχεδόν εξ επαφής από το παράθυρο, χρησιμοποιώντας κυνηγετική καραμπίνα. Κατόπιν, διέφυγε με ενοικιαζόμενο λευκό αυτοκίνητο που είχε μισθώσει ειδικά για το σχέδιο διαφυγής. Λίγο αργότερα, οι αρχές ειδοποιήθηκαν για εγκλωβισμένο άνδρα στην περιοχή Θεοτόκου. Εκεί, σε κατοικία, ο δράστης εντοπίστηκε νεκρός με την ίδια καραμπίνα και σημείωμα, στο οποίο επιχειρούσε να δώσει ένα προσωπικό, σχεδόν ρομαντικοποιημένο, άλλοθι στην πράξη του, με τη φράση ότι δεν έχει νόημα η ζωή του χωρίς τη «μικρή» του. Η αστυνομία εκτίμησε ότι επρόκειτο για αυτοκτονία και η δικογραφία ακολούθησε την τυπική πορεία αρχειοθέτησης ως προς το σκέλος του δράστη λόγω θανάτου.
Μια σχέση που, όπως περιγράφεται, πέρασε από τον θαυμασμό στον έλεγχο
Στο επίκεντρο του δικογράφου βρίσκεται η περιγραφή της τελευταίας σχέσης της 31χρονης, όχι ως κουτσομπολιό ή δραματοποίηση, αλλά ως αλληλουχία συμπεριφορών που, όπως υποστηρίζεται, συνιστούσαν συστηματικό ψυχολογικό έλεγχο. Η γνωριμία τοποθετείται στον Δεκέμβριο του 2020 και η συγκατοίκηση στον Ιούλιο του 2021, σε σπίτι που αναφέρεται ως ιδιοκτησίας του δράστη στην περιοχή Θεοτόκου.
Η ίδια η οικογένεια υποστηρίζει ότι σταδιακά αποκαλύφθηκε ένας άνθρωπος δεσποτικός, πιεστικός και κτητικός. Περιγράφονται σκηνές απαξίωσης, περιορισμών και παραβίασης ιδιωτικότητας, από έλεγχο τηλεφώνου και λογαριασμών κοινωνικής δικτύωσης μέχρι διαρκή επιτήρηση της καθημερινής της κίνησης. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στο γεγονός ότι η Θεοδώρα, όταν αποφάσισε να φύγει περίπου 10 ημέρες πριν τη δολοφονία, επέστρεψε στο πατρικό της σπίτι επειδή δεν ένιωθε ασφαλής. Στο κείμενο εντάσσονται μαρτυρικές αναφορές φιλικού προσώπου, με περιγραφή επεισοδίων έντασης, υποτίμησης και συμπεριφορών που αποτυπώνουν κτητικότητα, καθώς και ένα περιστατικό παρακολούθησης την παραμονή του εγκλήματος, όταν η Θεοδώρα φέρεται να είδε τον πρώην σύντροφό της να περνά με ενοικιαζόμενο λευκό αυτοκίνητο και τρομοκρατημένη ζήτησε να κλειδώσει η πόρτα.
Η μέρα που η οικογένεια έμαθε από μια ανάρτηση ότι χάθηκε το παιδί της
Ιδιαίτερα σκληρή, με ανθρώπινο βάρος, είναι η περιγραφή της στιγμής που η οικογένεια αντιλήφθηκε τι συνέβη. Στο δικόγραφο αποτυπώνεται η αλληλουχία μηνυμάτων και τηλεφωνημάτων, ο ήχος ενός πυροβολισμού που αρχικά ερμηνεύθηκε ως κάτι συνηθισμένο, η αναφορά ότι «σκότωσαν μια κοπέλα», η αδυναμία επικοινωνίας με τη Θεοδώρα, και η τελική επιβεβαίωση μέσα από σχόλιο στο διαδίκτυο που ανέφερε «Καλό ταξίδι». Είναι η στιγμή που, όπως περιγράφεται, κατέρρευσε ο κόσμος τους και η απώλεια απέκτησε πρόσωπο και φωνή.

Η ψυχική οδύνη ως καθημερινότητα, η ζωή μετά τη δολοφονία
Στην αγωγή, η ψυχική οδύνη δεν παρουσιάζεται ως νομικός όρος αλλά ως διαρκής κατάσταση. Οι ενάγοντες περιγράφουν ότι από την ημέρα της δολοφονίας βιώνουν άγχος, στρες, καταθλιπτικά συμπτώματα, αϋπνία και αποκοπή από την κοινωνική ζωή. Μιλούν για ψυχρότητα ακόμη και στις μεταξύ τους σχέσεις, για περιορισμό μετακινήσεων στα απολύτως αναγκαία, για μια καθημερινή προσπάθεια να λειτουργήσουν σε έναν κόσμο που άλλαξε οριστικά στις 22 Σεπτεμβρίου 2021.
Παράλληλα, η Θεοδώρα σκιαγραφείται ως μια νέα εκπαιδευτικός με ισχυρό ακαδημαϊκό προφίλ και προοπτικές. Απόφοιτη φιλολογίας του ΑΠΘ, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Έξετερ και στη συνέχεια μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, εργαζόταν ως εκπαιδευτικός και παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά διαφορετικών ηλικιών, ενώ, σύμφωνα με το κείμενο, περίμενε τον διορισμό της.
Η ευθύνη των κληρονόμων και το όριο ανάμεσα στην ηθική και τη νομική πραγματικότητα
Το πιο δύσκολο και ταυτόχρονα πιο καθοριστικό σημείο της αγωγής είναι αυτό που συχνά προκαλεί αμηχανία στον δημόσιο διάλογο, η αξίωση στρέφεται κατά των κληρονόμων του δράστη, όχι επειδή τους αποδίδεται προσωπικό φταίξιμο για τη δολοφονία, αλλά επειδή το αστικό δίκαιο προβλέπει ότι η υποχρέωση προς αποζημίωση μεταβιβάζεται στους καθολικούς διαδόχους. Το δικόγραφο αναπτύσσει τη λογική της κληρονομικής διαδοχής και υποστηρίζει ότι οι πρώτοι συγγενείς του δράστη αποποιήθηκαν την κληρονομιά και έτσι κληρονόμοι κατέστησαν τα ανήλικα τέκνα της αδελφής του, κατά ποσοστό 1/2 το καθένα.
Εδώ βρίσκεται και η κοινωνική ένταση της υπόθεσης. Η οικογένεια του θύματος ζητά δικαίωση και ανακούφιση μέσα από τον θεσμό της χρηματικής ικανοποίησης.
Από την άλλη, οι εναγόμενοι είναι ανήλικοι, εκπροσωπούμενοι από γονείς, και η υπόθεση φωτίζει μια πλευρά της δικαιοσύνης όπου η ατομική πράξη ενός ανθρώπου συνεχίζει να παράγει έννομες συνέπειες και μετά τον θάνατό του. Δεν είναι μια επιθυμία εκδίκησης όπως συχνά διαστρεβλώνεται στον δημόσιο λόγο, αλλά μια σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη αποκατάστασης και στο θεσμικό πλαίσιο που ορίζει ποιος φέρει τελικά την αστική ευθύνη.
Τι σημαίνει το αίτημα των 250.000 ευρώ, το μέτρο του «εύλογου»
Το ποσό των 250.000 ευρώ, όπως διατυπώνεται στο αίτημα, είναι το σύμβολο μιας διεκδίκησης που επιχειρεί να δώσει χειροπιαστή μορφή σε κάτι που δεν αποτιμάται πραγματικά, την απώλεια ενός παιδιού και μιας αδελφής. Στο δικόγραφο παρατίθεται η βασική αρχή του άρθρου 932 ΑΚ, ότι σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου μπορεί να επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση στην οικογένεια λόγω ψυχικής οδύνης, με κριτήρια που συνδέονται με τη βαρύτητα της προσβολής, τις συνθήκες, την ένταση του πταίσματος και τις προσωπικές συνθήκες των μερών.
Πέρα από το νομικό περίγραμμα, αυτό που προκύπτει δημοσιογραφικά είναι η προσπάθεια μιας οικογένειας να ακουστεί θεσμικά σε ένα σύστημα που, λόγω της αυτοχειρίας του δράστη, δεν μπορεί να προσφέρει τη συμβολική «τελική» πράξη μιας ποινικής καταδίκης. Η αγωγή, έτσι, δεν λειτουργεί μόνο ως οικονομική αξίωση αλλά και ως δημόσια καταγραφή της ιστορίας, ως ένα επίσημο κείμενο που δηλώνει ότι το έγκλημα δεν μπορεί να κλείσει μόνο με μια δικογραφία που αρχειοθετείται επειδή ο δράστης πέθανε.

Η υπόθεση ως καθρέφτης της κοινωνίας, από τις «κόκκινες σημαίες» στην πρόληψη
Αν κάτι αναδεικνύει η συγκεκριμένη αγωγή, είναι ότι οι υποθέσεις έμφυλης βίας δεν είναι στιγμιαίες εκρήξεις, αλλά συχνά διαδρομές κλιμάκωσης. Το δικόγραφο περιγράφει έλεγχο, απομόνωση, ζήλια, παραβίαση ιδιωτικότητας, χειρισμό μέσω του περιβάλλοντος, ακόμη και παρεμβάσεις οικογενειακών προσώπων του δράστη σε κρίσιμες στιγμές, όταν η Θεοδώρα επιχείρησε να φύγει. Το αποτέλεσμα, όπως περιγράφεται, ήταν ένα προμελετημένο σχέδιο παρακολούθησης και καρτεριού, με ενοικιαζόμενο όχημα και όπλο, που κατέληξε στη δολοφονία.
Η Ρόδος, όπως καταγράφεται σε κείμενο που συνοδεύει το υλικό της υπόθεσης, έχει αναμετρηθεί και θεσμικά με τη μνήμη της 31χρονης, με το Δημοτικό Συμβούλιο να εξετάζει, σε μεταγενέστερο χρόνο, πράξη υψηλού συμβολισμού, όπως η παραχώρηση δωρεάν τάφου ως δημόσιο μήνυμα κατά της έμφυλης βίας. Πρόκειται για μια ένδειξη ότι η υπόθεση δεν έμεινε μόνο σε επίπεδο ιδιωτικού πένθους, αλλά συνέχισε να προκαλεί πολιτική και κοινωνική συζήτηση για την πρόληψη και την κινητοποίηση της κοινότητας.
Οι ενάγοντες εκπροσωπούνται από τους δικηγόρους κ.κ. Ανθούλα Ανάσογλου και Νίκο Μουτσάκη και οι εναγόμενοι από τον δικηγόρο κ. Γιώργο Κυπραίο.


















