• Τρεις δημοτικοί υπάλληλοι στρέφονται με αγωγή κατά συναδέλφου συνδικαλιστή για δημόσιους χαρακτηρισμούς και ισχυρισμούς περί σύμπραξης σε ιδιωτικοποίηση, ενώ η υπεράσπιση μιλά για δεύτερη υπόθεση SLAPP στο νησί
Χθες, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, εκδικάστηκε μια αγωγή που ακουμπά στον πυρήνα μιας διαρκούς έντασης μέσα στη δημοτική διοίκηση και τον συνδικαλιστικό χώρο, εκεί όπου η πολιτική αντιπαράθεση συχνά περνά από τον θεσμικό διάλογο στη δημόσια καταγγελία και από τη δημόσια καταγγελία στην αίθουσα του δικαστηρίου. Στο επίκεντρο βρέθηκε μια διαδικτυακή ανακοίνωση με αιχμηρή γλώσσα και καταγγελίες για τη μεγάλη σύμβαση καθαριότητας ύψους 89.000.000€.
Η υπόθεση συζητήθηκε με τη διαδικασία περιουσιακών διαφορών και αφορά ισχυρισμούς που δημοσιοποιήθηκαν στην ιστοσελίδα συνδικαλιστικής παράταξης, με τους ενάγοντες να υποστηρίζουν ότι στοχοποιήθηκαν προσωπικά και επαγγελματικά, ενώ η πλευρά του εναγομένου τοποθετεί την αγωγή στο πλαίσιο αυτό που περιγράφει ως καταχρηστική φίμωση της κριτικής, κάνοντας λόγο για δεύτερη υπόθεση SLAPP στο νησί.
Ποιοι προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη και γιατί
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της αγωγής, 3 δημοτικοί υπάλληλοι του Δήμου Ρόδου, ηλικίας 51, 57 και 47 ετών, κατέθεσαν αίτημα δικαστικής προστασίας, υποστηρίζοντας ότι υπέστησαν προσβολή της προσωπικότητάς τους, της τιμής και της υπόληψής τους, έπειτα από δημόσια ανακοίνωση που αναρτήθηκε στις 24/12/2024 στην ιστοσελίδα της συνδικαλιστικής παράταξης «ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΡΟΔΟΥ».
Ο εναγόμενος είναι επίσης δημοτικός υπάλληλος και εκπρόσωπος της συγκεκριμένης παράταξης. Η αγωγή υποστηρίζει ότι ο ίδιος εμφανίστηκε αργότερα να δηλώνει ρητά πως είναι ο συντάκτης του κειμένου, με αναφορά ότι το έγραψε «ευθέως, ευθαρσώς, χωρίς φόβο και με πάθος», γεγονός που οι ενάγοντες επικαλούνται για να τεκμηριώσουν προσωπική ευθύνη και όχι απλώς συλλογική συνδικαλιστική θέση.
Στο επίμαχο κείμενο, οι ενάγοντες αναφέρουν ότι κατονομάστηκαν και παρουσιάστηκαν ως υπηρεσιακά στελέχη που δήθεν υποστηρίζουν ιδιωτικοποίηση υπηρεσιών καθαριότητας, με ευθείες αιχμές ότι λειτουργούν εις βάρος των δημοτικών υπαλλήλων και σε όφελος επιχειρηματικών συμφερόντων.
Η ανακοίνωση της 24/12/2024 και οι φράσεις που άναψαν φωτιά
Η αγωγή περιγράφει την επίδικη ανακοίνωση ως δυσφημιστική, αήθη και προσβλητική, ενώ παραθέτει συγκεκριμένα αποσπάσματα τα οποία οι ενάγοντες θεωρούν ότι ξεπερνούν τα όρια της συνδικαλιστικής κριτικής και μετατρέπονται σε προσωπική στοχοποίηση. Το κείμενο περιέχει χαρακτηρισμούς και διατυπώσεις περί «ερπετοειδών» που έχουν αναρριχηθεί σε θέσεις ευθύνης, αναφορές σε «μεγαλοστελέχη» που ως «υποχείρια» βάζουν πλάτη στη μοιρασιά χρημάτων, καθώς και αποστροφές που κατά τους ενάγοντες τους εμφανίζουν να στερούνται σεβασμού στον νόμο και στο δημόσιο συμφέρον.
Ειδικό βάρος δίνεται στο σημείο όπου η ανακοίνωση φέρεται να τους αποδίδει «σύμπραξη» στην επιχειρούμενη ιδιωτικοποίηση των 89.000.000€ και να τους εντάσσει σε αυτό που αποκαλεί «εργατική αριστοκρατία», με την αγωγή να υποστηρίζει ότι δημιουργήθηκε συνολικά η εικόνα πως πρόκειται για πρόσωπα που υπηρετούν πολιτικοοικονομικά σχέδια εις βάρος των εργαζομένων και του Δήμου. Για τους ενάγοντες, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο τόνος, αλλά το ό,τι η ανακοίνωση, όπως ισχυρίζονται, διατυπώνει πραγματολογικούς ισχυρισμούς ικανούς να παρουσιαστούν ως γεγονότα και να πλήξουν την υπηρεσιακή τους υπόσταση, σε μια περίοδο όπου η συζήτηση για τη σύμβαση καθαριότητας έχει υψηλή κοινωνική και πολιτική ένταση στο νησί.
Ο πυρήνας της διαφωνίας για τη σύμβαση 2025 έως 2031
Οι ενάγοντες προβάλλουν ότι δεν υπήρξε κατάργηση της Διεύθυνσης Καθαριότητας, όπως υποστηρίχθηκε δημοσίως, αλλά αντιθέτως συντάχθηκε μελέτη για παροχή υπηρεσιών καθαριότητας από ιδιώτη για την περίοδο 2025 έως 2031, με αιτιολόγηση που κατά την αγωγή συνδέεται με την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και της δημόσιας υγείας. Επικαλούνται επίσης ότι η τελική απόφαση δεν ήταν δική τους αλλά της Δημοτικής Επιτροπής, η οποία ενέκρινε τη μελέτη και τους όρους, κρίνοντας ότι είναι επαρκείς και σύμφωνοι με το πλαίσιο. Παράλληλα, ως προς την κατηγορία περί οικονομικής βεβαίωσης, η αγωγή υποστηρίζει ότι το περιεχόμενο υπογραφής οικονομικής υπηρεσίας δεν ταυτίζεται με βεβαίωση άμεσης οικονομικής δυνατότητας, αλλά με δέσμευση εγγραφής πιστώσεων στους προϋπολογισμούς των κρίσιμων ετών, ενώ σημειώνεται ότι ο προϋπολογισμός του 2025 έχει εγκριθεί από το Δημοτικό Συμβούλιο και από το Παρατηρητήριο Οικονομικής Αυτοτέλειας του Υπουργείου Εσωτερικών, όπως αναφέρεται στο κείμενο της αγωγής.
Κομβικό σημείο αποτελεί και ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο τρίτος εξ αυτών δεν υπογράφει έγγραφο που να στηρίζει την κατηγορία περί βεβαίωσης οικονομικής δυνατότητας, αλλά εμφανίζεται να συνδέεται μόνο μέσω τυπικής υπογραφής σε απόφαση της Δημοτικής Επιτροπής που βασίζεται σε πρότυπο σχέδιο της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων, γεγονός που κατά την αγωγή αποδεικνύει πως εκτέλεσε υπηρεσιακή υποχρέωση στο πλαίσιο αρμοδιοτήτων του.
Εξώδικα, αίτημα ανάκλησης και το περιεχόμενο της ζητούμενης συγγνώμης
Πριν φτάσουν στη δίκη, οι ενάγοντες περιγράφουν ότι κινήθηκαν εξώδικα. Κατά το ιστορικό που παραθέτουν, στάλθηκε εξώδικη πρόσκληση στις 16/01/2025 με αίτημα ανάκλησης και δημόσιας αποκατάστασης εντός 10 ημερών, χωρίς ανταπόκριση. Ακολούθησε νέα εξώδικη δήλωση στις 30/05/2025, που επιδόθηκε στις 5/06/2025, με πιο συγκεκριμένο αίτημα πλήρους αποκατάστασης μέσω δημοσίευσης κειμένου συγγνώμης, όπου θα ανακαλούνται ρητά οι χαρακτηρισμοί και οι καταλογισμοί. Το προτεινόμενο κείμενο συγγνώμης, όπως περιλαμβάνεται στην αγωγή, είναι εκτενές και λεπτομερές, καθώς δεν αρκείται σε μια γενική ανάκληση, αλλά ζητά ρητή αναφορά ότι οι θιγόμενοι δεν είναι όσα τους αποδόθηκαν, από τους χαρακτηρισμούς περί «ερπετοειδών» μέχρι την εικόνα ότι λειτουργούν ως «υποχείρια» ή «εργατική αριστοκρατία» ή ότι βρίσκονται σε «ροζ συννεφάκια» φτιαγμένα από χαρτονομίσματα.
Η γραμμή των εναγόντων είναι ότι, αφού δεν υπήρξε ούτε ανάκληση ούτε διαγραφή της ανακοίνωσης, η προσβολή παραμένει ενεργή λόγω της δημόσιας διαθεσιμότητας του κειμένου στην ιστοσελίδα.
Η αναφορά σε κοινοβουλευτική διάσταση και η κλιμάκωση της δημοσιότητας
Η αγωγή αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο ό,τι στις 4/06/2025 η επίδικη δημοσίευση φέρεται να προωθήθηκε σε μέλη του Ελληνικού Κοινοβουλίου, με αποτέλεσμα να κατατεθεί επίκαιρη ερώτηση. Οι ενάγοντες περιγράφουν αυτή τη συνέχεια ως πολλαπλασιαστή της βλάβης τους, αφού η υπόθεση κατά τη δική τους εκτίμηση βγήκε από το τοπικό πλαίσιο και πήρε πανελλήνια διάσταση, με νέα ανάρτηση στις 8/06/2025 που, όπως αναφέρουν, είχε πανηγυρικό τόνο.
Με αυτό το υπόβαθρο, η αγωγή δεν παρουσιάζεται απλώς ως αντίδραση σε ένα αιχμηρό συνδικαλιστικό κείμενο, αλλά ως προσπάθεια ανακοπής μιας δημόσιας αφήγησης που, όπως υποστηρίζουν, τους εμφανίζει ως κεντρικούς υπεύθυνους για μια οικονομικά και πολιτικά φορτισμένη επιλογή του Δήμου.
Τι ζητούν οι ενάγοντες από το Δικαστήριο
Το αίτημα της αγωγής είναι σαφές και πολυεπίπεδο. Ζητείται να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να διαγράψει την ανακοίνωση από την ιστοσελίδα και από κάθε άλλο ηλεκτρονικό ή έντυπο μέσο, εντός 2 εργάσιμων ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης. Ζητείται επίσης να αναρτηθεί στη θέση της το κείμενο δημόσιας συγγνώμης και ανάκλησης, όπως ακριβώς προδιατυπώνεται. Παράλληλα, ζητούνται ασφαλιστικές δικλείδες για το μέλλον, με αξίωση να υποχρεωθεί να απέχει από νέα υβριστική ή συκοφαντική συμπεριφορά και να προβλεφθεί χρηματική κύρωση 5.000€ για κάθε νέα διάδοση. Στον οικονομικό πυρήνα, ζητείται χρηματική ικανοποίηση 30.000€ για τον καθένα, συνολικά 90.000€, για ηθική βλάβη, καθώς και να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή. Περιλαμβάνεται επίσης αίτημα για δικαστικά έξοδα και αμοιβή πληρεξουσίου δικηγόρου.
Η γραμμή της υπεράσπισης και ο χαρακτηρισμός ως SLAPP
Η πλευρά του εναγομένου υποστηρίζει ότι πρόκειται για δεύτερη υπόθεση SLAPP στο νησί. Η ουσία αυτής της θέσης είναι ότι η δικαστική οδός αξιοποιείται για να μετατραπεί η πολιτική ή συνδικαλιστική διαφωνία σε προσωπικό κόστος, με αποζημιωτικές αξιώσεις υψηλού ύψους, κάτι που η υπεράσπιση εμφανίζει ως αποτρεπτικό μήνυμα προς κάθε δημόσια κριτική.
Οι ενάγοντες εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Ρόδου Νικόλαο Μουτσάκη, ενώ ο εναγόμενος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Αθηνών Σωκράτη Μεργιανό.















