μήνος από ουκρανικά drones εμφανίστηκε ξαφνικά στον ουρανό με μοναδικό στόχο να επιτεθεί στο ρωσικό δεξαμενόπλοιο «Qendil». Παρότι το περιστατικό εκτυλίχθηκε σχεδόν 2.000 χιλιόμετρα μακριά από το ουκρανικό έδαφος, τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη ολοκλήρωσαν την αποστολή τους, αφήνοντας πίσω τους σοβαρές ζημιές και αποδεικνύοντας πόσο απρόβλεπτος έχει γίνει ο αόρατος πόλεμος των drones. Ηταν τον περασμένο Δεκέμβριο όταν το «Qendil», το οποίο ανήκε στον λεγόμενο σκιώδη στόλο της Ρωσίας, έπλεε σε ουδέτερα ύδατα της Μεσογείου, νότια της Κρήτης. Η Υπηρεσία Ασφαλείας της Ουκρανίας (SBU) χαρακτήρισε την επιχείρηση άνευ προηγουμένου, ενώ το περιστατικό συγκαταλέγεται στα πλέον αξιοσημείωτα που έχουν καταγραφεί με την εμπλοκή drones κοντά στη χώρα μας.
Αυτό το συμβάν υπενθυμίζει ότι τέτοιου τύπου απειλές δεν περιορίζονται σε πολεμικές ζώνες. Λίγους μήνες νωρίτερα, επαναλαμβανόμενες εισβολές μη επανδρωμένων αεροσκαφών πάνω από τα αεροδρόμια της Κοπεγχάγης και του Οσλο είχαν λειτουργήσει σαν καμπανάκι κινδύνου για ολόκληρη την Ευρώπη, αναδεικνύοντας έναν κίνδυνο που εδώ και χρόνια αιωρείται πάνω από τις πιο κρίσιμες υποδομές της ηπείρου.
Τα αεροδρόμια βρίσκονται στο επίκεντρο αυτού του προβλήματος, ενώ το ερώτημα πώς μπορεί ένα κράτος να θωρακίσει τον εναέριο χώρο του απέναντι σε φθηνές και ολοένα πιο εξελιγμένες ιπτάμενες απειλές ζητεί επίμονα απάντηση. Το χάος που προκλήθηκε κυρίως στη Δανία, αφύπνισε την Ευρώπη, οδηγώντας την στη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού «Drone Wall», προηγμένου συστήματος ανίχνευσης και απόκρουσης μη επανδρωμένων αεροσκαφών στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Αυτό ωστόσο δεν επαρκεί για την προστασία των αεροδρομίων, τα οποία καλούνται να υιοθετήσουν εξειδικευμένα μέτρα κατά των drones. Στην πράξη, τα συστήματα anti‑drone χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες: εκείνα που εντοπίζουν και παρακολουθούν τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και εκείνα που μπορούν να τα εξουδετερώσουν.
Νέα συστήματα ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας με δωρεά 5 εταιρειών
Η δεύτερη κατηγορία βασίζεται κυρίως στην τεχνική του jamming, με παρεμβολές στα σήματα επικοινωνίας ή πλοήγησης, που προκαλούν είτε την πτώση του είτε τον αποπροσανατολισμό του. Στο σκέλος της απόκρουσης, πρόκειται για εξοπλισμό υψηλής ακρίβειας, ο οποίος πρέπει να λειτουργεί με απόλυτο έλεγχο, ώστε να μην εκπέμπει σε συχνότητες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα κρίσιμα συστήματα αεροναυτιλίας καθώς και τις αεροπορικές επικοινωνίες.
Οι τεχνικές προδιαγραφές έχουν ήδη διαμορφωθεί με μέριμνα της Κοινωνίας της Πληροφορίας και, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», ετοιμάζεται η σχετική εισήγηση ώστε να τρέξει η διαγωνιστική διαδικασία και το έργο να προχωρήσει στο στάδιο της υλοποίησης.
Σήμερα στην Ελλάδα, η πλειονότητα των πολιτικών αεροδρομίων, αρκετά εκ των οποίων εξυπηρετούν και στρατιωτικές ανάγκες όπως το αεροδρόμιο των Χανίων, διαθέτουν ήδη περιμετρικά συστήματα για την ανίχνευση και την ταυτοποίηση μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Το κρίσιμο επόμενο βήμα όμως είναι η εγκατάσταση τεχνολογιών εξουδετέρωσης. Συστημάτων τα οποία, μόλις εντοπιστεί ένα άγνωστο αντικείμενο στον ελεγχόμενο εναέριο χώρο, θα μπορούν να αναλαμβάνουν τον έλεγχο από τον χειριστή του drone και να το ακινητοποιούν πριν εξελιχθεί σε επιθετική ενέργεια.
Μέχρι σήμερα, σε περίπτωση εισβολής, η βασική δικλίδα ασφαλείας παραμένει το προσωρινό «λουκέτο» στο αεροδρόμιο, με απαγόρευση απογειώσεων και ανακατεύθυνση αφίξεων προς άλλα αεροδρόμια, όπως συνέβη στη Δανία και στη Νορβηγία. Ενα μέτρο που προστατεύει τις πτήσεις, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει το ουσιαστικό διακύβευμα. Την ανάγκη για συστήματα που θα θωρακίζουν τον ουρανό σε πραγματικό χρόνο. Σήμερα, δεν υπάρχει ενιαίο ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο που να υποχρεώνει κάθε κράτος-μέλος να εφαρμόζει συγκεκριμένα μέτρα anti-drone. Η Ευρωπαϊκή Ενωση περιορίζεται στο να παρέχει μόνο κατευθυντήριες οδηγίες για την παρουσία και λειτουργία αυτών των συστημάτων στα αεροδρόμια.
Η ελληνική νομοθεσία έχει ήδη χαράξει αυστηρές «ζώνες» γύρω από τα αεροδρόμια, όπου η πτήση drone απαγορεύεται αυστηρά και επιτρέπεται μόνο κατόπιν ειδικής άδειας από τις αρμόδιες αρχές. Πρόκειται για περιοχές υψηλής ευαισθησίας, στις οποίες οποιαδήποτε δραστηριότητα στον αέρα θεωρείται δυνητικά επικίνδυνη για την ασφάλεια των πτήσεων. Οποιος επιθυμεί να πετάξει drone εντός αυτών των ζωνών οφείλει να υποβάλει αναλυτικό αίτημα στην Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας, η οποία εξετάζει εξονυχιστικά τα πιστοποιητικά του χειριστή, τα τεχνικά χαρακτηριστικά του drone και το επιχειρησιακό σενάριο της πτήσης, αξιολογώντας παράλληλα τον βαθμό ρίσκου.
Εφόσον το αίτημα περάσει αυτό το πρώτο φίλτρο ελέγχου, διαβιβάζεται στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας που έχει την ευθύνη της διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας και της αποφυγής οποιασδήποτε σύγκρουσης με πολιτικά αεροσκάφη. Στη διαδικασία εμπλέκεται και το Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας, λόγω της στρατιωτικής χρήσης αρκετών αεροδρομίων.
Το αποτέλεσμα είναι ένα πυκνό πλέγμα εποπτείας που, τουλάχιστον έως σήμερα, έχει λειτουργήσει αποτελεσματικά. Σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, τα τελευταία περίπου τέσσερα χρόνια έχουν εγκριθεί περισσότερες από 30.000 πτήσεις drone σε ζώνες αεροδρομίων, χωρίς να έχει καταγραφεί ούτε ένα σοβαρό περιστατικό.
Πηγή: kathimerini.gr













