Η διεθνολόγος και πολιτική επιστήμων κα Φτακλάκη, αναλύει τη διακυβέρνηση Τραμπ 2.0, τη γεωπολιτική πρόκληση της Γροιλανδίας και τα ρεαλιστικά σενάρια αλλαγής στο Ιράν, σε έναν κόσμο όπου η ισχύς προηγείται όλο και συχνότερα της νομιμότητας. Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο δεν σηματοδοτεί απλώς μια εναλλαγή προσώπων, αλλά μια βαθιά μετατόπιση στη φιλοσοφία της διεθνούς τάξης. Από τη Λατινική Αμερική έως την Αρκτική και από την Ευρώπη έως τη Μέση Ανατολή, οι πρώτες κινήσεις της διακυβέρνησης Τραμπ 2.0 σκιαγραφούν έναν κόσμο όπου οι διεθνείς θεσμοί υποχωρούν μπροστά στη μονομερή προβολή ισχύος και το διεθνές δίκαιο μετατρέπεται από υποχρέωση σε εργαλείο κατά περίπτωση. Σε αυτή την νέα πραγματικότητα, η Ευρώπη καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της μέσα σε ένα ολοένα και πιο «λογιστικό» ΝΑΤΟ, ενώ η υπόθεση της Γροιλανδίας αναδεικνύεται σε κρίσιμο crash test για τη συνοχή, την αξιοπιστία και τα όρια της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας. Την ίδια στιγμή, η αιματηρή κρίση στο Ιράν εξελίσσεται σε πεδίο σύγκρουσης εσωτερικών εξεγέρσεων και ανταγωνισμών μεγάλων δυνάμεων, με τη Δύση να ταλαντεύεται ανάμεσα στη στήριξη, την πίεση και την αδράνεια. Η Δρ Ελευθερία Φτακλάκη, διεθνολόγος και πολιτική επιστήμων, Policy Maker και αναλύτρια Strategic Foresight, διδάκτωρ Ευρωπαϊκής & Διεθνούς πολιτικής/κάτοχος μεταδιδακτορικού τίτλου, αναλύει με νηφαλιότητα και νομικο-πολιτική ακρίβεια τις εξελίξεις, φωτίζοντας τις αντιφάσεις της νέας αμερικανικής στρατηγικής, τα διλήμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα ρεαλιστικά σενάρια αλλαγής σε ένα διεθνές σύστημα που απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από τους κανόνες και πλησιάζει επικίνδυνα στη λογική των σφαιρών επιρροής.
Αναλυτικά η συνέντευξη:
• Πώς βλέπετε την νέα διακυβέρνηση Τραμπ (2.0): Μιλάμε για την ανατολή μιας Νέας Τάξης Πραγμάτων;
Ο Ιανουάριος του 2026 σηματοδοτεί μία ακόμη πιο δραματική στροφή στη διεθνή γεωπολιτική καθώς οι πολιτικές αποφάσεις του Donald Trump φέρνουν μια ριζικά διαφορετική φιλοσοφία διεθνών σχέσεων. Οι πρώτες κινήσεις του Τραμπ το νέο έτος δεν άφησαν αμφιβολίες για τις προθέσεις του: η στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα, η κλιμάκωση της πίεσης προς την Κούβα και η έντονη ρητορική προς την Κολομβία, σε συνδυασμό με την προσπάθεια de facto εξαναγκαστικής ενσωμάτωσης- είτε «εξαγοράς» της Γροιλανδίας στην αμερικανική σφαίρα ελέγχου, αναδεικνύουν μια φιλοσοφία εξωτερικής πολιτικής που αντιμετωπίζει τους διεθνείς θεσμούς ως εμπόδιο και όχι ως πλαίσιο νομιμότητας. Η μονομερής αποχώρηση από δεκάδες διεθνείς οργανισμούς και συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένων κρίσιμων περιβαλλοντικών και πολυμερών μηχανισμών, σηματοδοτεί μια αντίληψη κατά την οποία η ισχύς προηγείται της νομιμότητας και η συμμόρφωση στο διεθνές δίκαιο είναι επιλογή, όχι υποχρέωση. Η διακυβέρνηση Τραμπ 2.0 διαμορφώνει μια ενιαία αλλά αντιφατική «Νέα Τάξη Πραγμάτων», όπου η αρχή «America First» συνδυάζει στοιχεία αναβίωσης του Δόγματος Μονρόε με επιθετική, επιλεκτική παγκόσμια προβολή ισχύος. Η Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας του 2025 παρουσιάζει ένα δόγμα σφαιρών επιρροής: οι ΗΠΑ διεκδικούν εκ νέου αποκλειστική επιρροή στο δυτικό ημισφαίριο, αποθαρρύνοντας ενεργά την κινεζική και ρωσική παρουσία στη Λατινική Αμερική, την Καραϊβική έως και την Αρκτική, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκουν να «αποποιηθούν» δεσμεύσεις για την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλεια, μεταφέροντας μεγαλύτερο βάρος στους συμμάχους. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η Ευρώπη αντιμετωπίζεται από την Ουάσιγκτον ως «προβληματικός» και όχι ως προνομιακός εταίρος: ως μια ήπειρος με δημογραφική στασιμότητα, επιβραδυνόμενη οικονομική δυναμική και εσωτερικές πολιτικές διαιρέσεις, που δυσκολεύεται να λειτουργήσει ως ενιαίος στρατηγικός δρων. Η «δέσμευση» για εκτίναξη των αμυντικών δαπανών, με στόχους πολλαπλάσιους του παραδοσιακού 2% του ΑΕΠ σε 5%, με τη «Δέσμευση της Χάγης» το 2025 μετατρέπει τη συμμαχία από κοινότητα αξιών σε λογιστική εξίσωση, όπου η αξιοπιστία μετριέται σε δισεκατομμύρια για εξοπλισμούς, συχνά αμερικανικής προέλευσης. Έτσι ενισχύεται η ασυμμετρία: η Ευρώπη καλείται να χρηματοδοτεί μια αποτρεπτική αρχιτεκτονική που σχεδιάζεται πρωτίστως στην Ουάσιγκτον, χωρίς εγγυημένο ισότιμο ρόλο στη χάραξη της στρατηγικής. Η μετάβαση από ένα rules based διεθνές σύστημα σε ένα ιδιότυπο America based order αποτελεί μια νέα πραγματικότητα στη διεθνή τάξη. Το πού θα οδηγήσει η εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ είναι δύσκολο να προεξοφληθεί, ωστόσο οι ενδείξεις για την πορεία της μόνο καθησυχαστικές δεν είναι.
• Πώς ερμηνεύετε τις απειλές Τραμπ για την “κατάκτηση” της Γροιλανδίας και τι σημαίνουν για τις σχέσεις ΗΠΑ–ΕΕ;
Η Γροιλανδία έχει πλέον μετατραπεί στο επίκεντρο της νέας αμερικανικής επιθετικότητας στην Αρκτική, αλλά και σε καταλύτη για μια βαθιά νομικο‑πολιτική δοκιμασία της Ευρώπης. Ο Τραμπ 2.0 δεν περιορίζεται σε συμβολικές δηλώσεις: έχει κλιμακώσει τη ρητορική περί «ανάγκης» των ΗΠΑ να ελέγξουν τη Γροιλανδία για λόγους εθνικής ασφάλειας, φτάνοντας στο σημείο να μην αποκλείει τη χρήση στρατιωτικής ισχύος για να διασφαλίσει αυτόν τον έλεγχο. Το νησί δεν είναι απλώς ένας ακόμη γεωπολιτικός στόχος· ελέγχει τμήμα του διαδρόμου GIUK (Greenland–Iceland–UK), κρίσιμη θαλάσσια και αεροπορική δίοδο για την επιτήρηση ρωσικών κινήσεων στον Βόρειο Ατλαντικό, φιλοξενεί την αμερικανική βάση Pituffik/Thule που εντάσσεται στον πυρήνα της αντιπυραυλικής και διαστημικής αρχιτεκτονικής του ΝΑΤΟ, και διαθέτει αποθέματα σπάνιων γαιών απαραίτητων για την πράσινη μετάβαση και την τεχνητή νοημοσύνη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρεί με τη Γροιλανδία μια ιδιότυπη, «εξωεδαφική» σχέση: η Γροιλανδία δεν είναι τμήμα της ΕΕ καθώς αποχώρησε από την ΕΟΚ το 1985, αλλά παραμένει νομικά και πολιτικά συνδεδεμένη με την ΕΕ καθώς αποτελεί έδαφος του Βασιλείου της Δανίας και είναι συνδεδεμένη με την Ένωση μέσω του καθεστώτος της Υπερπόντιας Χώρας και Εδάφους (OCT) με κρίσιμες συνέπειες για την Αρκτική Στρατηγική, την ασφάλεια και την εφαρμογή του άρθρου 42 παρ. 7 ΣΕΕ. Στο σημείο αυτό προκύπτει το κρίσιμο ερώτημα: αν οι ΗΠΑ προχωρήσουν σε ένοπλη ενέργεια ή σε de facto απόπειρα προσάρτησης, ενεργοποιείται ή όχι η ρήτρα αμοιβαίας άμυνας του άρθρου 42 παρ. 7 ΣΕΕ; Η θεωρητική διαμάχη γύρω από την εφαρμογή του άρθρου 42 παρ. 7 ΣΕΕ στη Γροιλανδία αποκτά μια ιδιαίτερη διάσταση καθώς η Δανία συμμετέχει επιλεκτικά στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, με σειρά opt outs σε τομείς όπως η ΟΝΕ, η Δικαιοσύνη και οι Εσωτερικές Υποθέσεις και παρά την κατάργηση του αμυντικού opt out το 2022, η πολιτική της κουλτούρα παραμένει προσανατολισμένη σε μια «ΝΑΤΟ-κεντρική» αντίληψη ασφάλειας και σε ισχυρή προσήλωση στο διατλαντικό πλαίσιο, γεγονός που περιορίζει την προθυμία της να στηρίξει μια πιο αυτόνομη ΚΠΑΑ. Επομένως, αυτή η στάση της Δανίας της δημιουργεί αναπόφευκτα πολιτικά και θεσμικά εμπόδια: δεν μπορεί ταυτόχρονα να παραμένει επιφυλακτική απέναντι στην πλήρη ένταξή της στον «σκληρό πυρήνα» της ευρωπαϊκής άμυνας και να αξιώνει αυτόματη και αποφασιστική αντίδραση της ΕΕ σε περίπτωση κρίσης στην Αρκτική. Ωστόσο, πέρα από τα νομικά και πολιτικά ζητήματα που εγείρονται ως προς τη στάση της ΕΕ και των κρατών‑μελών της, αναδύεται επιτακτικά και το δίλημμα της πιθανής σύγκρουσης με τις ΗΠΑ, τον κατεξοχήν σύμμαχό της στο ΝΑΤΟ. Έτσι, για τη Δανία το ζήτημα της εδαφικής κυριαρχίας στη Γροιλανδία συνιστά έναν διαρκή στρατηγικό πονοκέφαλο, για την ΕΕ λειτουργεί ως πραγματικό crash test αξιοπιστίας και συνοχής, ενώ για τις ΗΠΑ αποτελεί ακόμη μια ευκαιρία επίδειξης ισχύος και επιρροής στο αρκτικό περιβάλλον.
• Ποια θεωρείτε ότι είναι τα ρεαλιστικότερα σενάρια αλλαγής στο Ιράν υπό το βάρος της εξέγερσης, της οικονομικής κατάρρευσης και των κυρώσεων, και πώς επηρεάζουν αυτές τις τροχιές οι παρεμβάσεις ΗΠΑ, ΕΕ και ΟΗΕ;
Η όποια επερχόμενη αλλαγή στο Ιράν διαγράφεται μέσα από αλληλοδιαπλεκόμενες, ρεαλιστικές τροχιές, όπου ο εσωτερικός δυναμισμός της εξέγερσης, της οικονομικής κατάρρευσης και των κυρώσεων παραμένει ο καθοριστικός παράγοντας, ενώ οι εξωτερικές παρεμβάσεις λειτουργούν ως επιταχυντές ή επιβραδυντές της έκβασης. Σήμερα, το θεοκρατικό καθεστώς αντιμετωπίζει την εξέγερση με στρατηγική οργανωμένης ωμής βίας, ενισχυμένης καταστολής και σχεδόν ολοκληρωτικού ελέγχου της πληροφόρησης: μαζική χρήση πραγματικών πυρών με χιλιάδες νεκρών, συλλήψεις δεκάδων χιλιάδων διαδηλωτών, απειλές θανατικής ποινής και blackout στο διαδίκτυο πλαισιώνονται από ρητορική που παρουσιάζει τις κινητοποιήσεις ως «τρομοκρατία» και «ξένη συνωμοσία» υποκινούμενη από ΗΠΑ και Ισραήλ, ακριβώς επειδή το καθεστώς αντιλαμβάνεται την εξέγερση ως υπαρξιακή απειλή. Οι ΗΠΑ έχουν υιοθετήσει μια γραμμή «σκληρής πίεσης χωρίς άμεση επέμβαση»: ρητορική στήριξη στους διαδηλωτές, νέες στοχευμένες κυρώσεις σε πολιτικά και ασφαλίτικα στελέχη, διερεύνηση εργαλείων όπως κυβερνοεπιθέσεις και άλλες μορφές πίεσης, σε συνδυασμό με προληπτική απόσυρση προσωπικού από βάσεις στον Κόλπο και μηνύματα ταυτόχρονης αποτροπής και αυτοσυγκράτησης. Το Ισραήλ παραμένει σε υψηλή στρατιωτική ετοιμότητα, παρακολουθώντας στενά τη δυναμική στο Ιράν, στηρίζοντας πολιτικά την προοπτική αποδυνάμωσης ή και αλλαγής του καθεστώτος και πιέζοντας υπέρ πιο επιθετικών επιλογών απέναντι στο ιρανικό πυρηνικό και πυραυλικό πρόγραμμα, αλλά αποφεύγει ορατή άμεση εμπλοκή στην εξέγερση ώστε να μη νομιμοποιήσει το αφήγημα της Τεχεράνης περί «σιωνιστικής συνωμοσίας». Οι χώρες του Κόλπου κινούνται σε μια γραμμή διπλής ανησυχίας: αφενός φοβούνται ανεξέλεγκτη κλιμάκωση ή αμερικανικά πλήγματα που θα τις καταστήσουν στόχο ιρανικών αντιποίνων, αφετέρου βλέπουν στην αποδυνάμωση της Ισλαμικής Δημοκρατίας ευκαιρία αναδιάταξης της περιφερειακής ισορροπίας υπέρ τους· γι’ αυτό στέλνουν μικτά σήματα προς την Ουάσιγκτον. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ρωσία και η Κίνα λειτουργούν ως κρίσιμοι γεωπολιτικοί «αντισταθμιστές» της Δύσης: παρέχουν διπλωματική κάλυψη στο Ιράν σε διεθνή fora, επιδιώκουν να περιορίσουν την αποτελεσματικότητα των δυτικών κυρώσεων μέσω οικονομικών και ενεργειακών συναλλαγών και αντιμετωπίζουν την πίεση των ΗΠΑ ως ευκαιρία ενίσχυσης της επιρροής τους στην Τεχεράνη. Αυτή η στήριξη δεν λειτουργεί μόνο ως σωσίβιο για το καθεστώς, αλλά μπορεί να τροφοδοτήσει και την ενίσχυση της σκληρής ισχύος του Ιράν, τόσο ως αποτρεπτικό εργαλείο απέναντι σε μια πιθανή εξωτερική επέμβαση όσο και ως μέσο διατήρησης της εσωτερικής καταστολής, εμβαθύνοντας τον χαρακτήρα της κρίσης ως πεδίου ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων και όχι μόνο ως εσωτερικής εξέγερσης. Η ΕΕ. και ο ΟΗΕ, μέσω της νομικοπολιτικής νομιμοποίησης της διεθνούς πίεσης και των μηχανισμών παρακολούθησης και καταγγελίας παραβιάσεων, τείνουν σε αυτή τη φάση να λειτουργούν περισσότερο ως παρατηρητές παρά ως καταλυτικοί διαμορφωτές των εξελίξεων, παραμένοντας θεατές ενός ακόμη αιματηρού δράματος που εκτυλίσσεται στην ταραγμένη Μέση Ανατολή.













