ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Δημήτρης Καραβόλιας: «Δεν υπάρχει κορυφή που να συγκρίνεται με το “βουνό” που ανεβαίνουν οι καρκινοπαθείς κάθε μέρα»

Μαίρη Φώτη 1 λεπτό ανάγνωση
IMG_0629
Δεν υπάρχει κορυφή που να συγκρίνεται με το “βουνό” που ανεβαίνουν οι καρκινοπαθείς κάθε μέρα

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΒΟΛΙΑΣ

  • « Ήθελα να κάνω κάτι και για το νησί και για τους ανθρώπους που δίνουν μάχη με τον καρκίνο»
  • «Είχα μια περίοδο περίπου τριών μηνών σκληρής δουλειάς, έχασα 9 κιλά, έκανα πολλή γυμναστική, πρόσεξα τη διατροφή μου, έκοψα το κάπνισμα»
  • «Πιθανόν να ήμουν από τους τελευταίους που ανέβηκαν φέτος, ίσως και ο τελευταίος, μέχρι να ξαναλιώσουν τα χιόνια και οι πάγοι»

Η επαφή του Δημήτρη Καρα­βό­λια με την ύπαιθρο, οι πεζο­πο­ρίες, η αναρ­ρί­χηση και η συμ­με­τοχή του σε εθε­λο­ντι­κές δράσεις έχουν δια­μορ­φώ­σει έναν άνθρωπο που ξέρει τι σημαί­νει προ­σπά­θεια, πει­θαρ­χία, ενσυ­ναί­σθηση και υπομονή.

Φέτος απο­φά­σισε να ανέβει στον Μύτικα μέσα σε δύσκο­λες και­ρι­κές συν­θή­κες, έχοντας προη­γου­μέ­νως δου­λέ­ψει σκληρά για να προ­ε­τοι­μα­στεί. Δεν το έκανε όμως μόνο για τον εαυτό του. Πήρε μαζί του τη σημαία του Συλ­λό­γου Στή­ρι­ξης Καρ­κι­νο­πα­θών Δωδε­κα­νή­σου, θέλο­ντας να στείλει το δικό του μήνυμα σε όσους παλεύ­ουν με τον καρκίνο. Εξάλλου έχει δει τον αγώνα των ογκο­λο­γι­κών ασθενών από πρώτο χέρι, αφού όπως λέει στη συνέ­ντευξή μας στη «δημο­κρα­τική» και ο πατέρας αλλά και δύο φίλοι του χρειά­στηκε να περά­σουν αυτή τη μεγάλη δοκι­μα­σία.

Η πράξη του άγγιξε πολλούς, τόσο για το εγχεί­ρημά του όσο και για το μήνυμα που θέλησε να μετα­φέ­ρει. Στη συνέ­ντευξή μας περι­γρά­φει την προ­σπά­θεια, το βάρος της ευθύνης που ένιωσε, αλλά και το τι σημαί­νει για τον ίδιο η επαφή με το βουνό.

Δημήτρη, επέ­στρε­ψες στη Ρόδο μετά από την ανάβαση στον Μύτικα, ένα μεγάλο επί­τευγμα για πολλούς λόγους.

Πράγ­ματι. Η ανάβαση στον Μύτικα έγινε στις αρχές Νοεμ­βρίου. Στις 3 του μήνα έφυγα από Ρόδο για τη Θεσ­σα­λία και στις 4 του μηνός, τα ξημε­ρώ­ματα, ξεκι­νή­σαμε την ανάβαση στον Όλυμπο. Ανα­χώ­ρηση, ανάβαση, επι­στροφή, όλα έγιναν μέσα σε μία μέρα, χωρίς δια­νυ­κτέ­ρευση σε κατα­φύ­γιο, γιατί δεν υπήρχε κανένα ανοιχτό. Κανο­νικά, η κλασική ανάβαση γίνεται με δια­νυ­κτέ­ρευση από τη μεριά του Λιτό­χω­ρου, από τη βορειο­α­να­το­λική πλευρά του Ολύμπου. Εμείς επι­λέ­ξαμε τη νοτιο­δυ­τική πλευρά του βουνού, τη δια­δρομή από τη μεριά της Ελασ­σό­νας. Ανε­βή­καμε προς το κατα­φύ­γιο Χρι­στάκη, το οποίο όμως ήταν κλειστό. Όλα τα κατα­φύ­για εκείνη την περίοδο είναι κλειστά. Κλεί­νουν στις 30 Οκτω­βρίου και από εκεί και πάνω, τέτοια εποχή, κανο­νικά δεν ανε­βαί­νει κανείς, γιατί το βουνό είναι σε φάση αυξη­μέ­νης επι­κιν­δυ­νό­τη­τας, χιόνι, πάγος, αέρας, χαμηλές θερ­μο­κρα­σίες. Σταματά η οργα­νω­μένη λει­τουρ­γία και η υπο­στή­ριξη. Η ανάβαση στον Μύτικα αυτή την περίοδο είναι σχεδόν απα­γο­ρευ­τική. Πιθανόν να ήμουν από τους τελευ­ταί­ους που ανέ­βη­καν φέτος, ίσως και ο τελευ­ταίος, μέχρι να ξανα­λιώ­σουν τα χιόνια και οι πάγοι.

Παρόλα αυτά εσύ το τόλ­μη­σες και το κατά­φε­ρες.

Έπαιξε μεγάλο ρόλο ο οδηγός μου. Είχα μαζί μου, κατά τη γνώμη μου, έναν από τους καλύ­τε­ρους οδηγούς βουνού στην Ελλάδα, αν όχι τον καλύ­τερο. Είναι ο Σάκης Πιτένης, ο άνθρω­πος πίσω από την Trekking Hellas Θεσ­σα­λο­νί­κης – Ολύμπου. Ανέβηκα μαζί του. Τον πλη­σί­ασα γιατί ήδη είχα μια σχέση με το βουνό, μια ενα­σχό­ληση γενικά με το outdoor, και του είπα «τελειώνω τη δουλειά στις 2 Νοεμ­βρίου, δουλεύω σεζόν, και την επόμενη μέρα φεύγω. Αν υπάρχει κάποια πιθα­νό­τητα, θα ήθελα να ανέβω στον Μύτικα». Εκείνος μου είπε ότι, αν ο καιρός μας ευνο­ή­σει και είμαι σωστά προ­ε­τοι­μα­σμέ­νος, μπο­ρούμε να το επι­χει­ρή­σουμε.

Τι προ­ε­τοι­μα­σία χρειά­ζε­ται για μια τέτοια ανάβαση; Ήταν η πρώτη φορά που ανέ­βη­κες εσύ στον Μύτικα;

Στον Μύτικα ανέβηκα για πρώτη φορά φέτος. Πέρσι, στις 22 Νοεμ­βρίου, είχα ανέβει στη δεύτερη ψηλό­τερη κορυφή του Ολύμπου, το Σκολιό. Το Σκολιό είναι εξ ολο­κλή­ρου πεζο­πο­ρική κορυφή, αλλά τον χειμώνα είναι πολύ απαι­τη­τική. Το χιόνι κάνει την κίνηση επίπονη, πονάει το πόδι και στο πάτημα και στο σήκωμα, και κατα­πο­νεί πολύ το σώμα. Τότε είχα ανέβει χωρίς τόσο καλή προ­ε­τοι­μα­σία και ένιωσα την επι­κιν­δυ­νό­τητα της κατά­στα­σης. Δεν ήμουν στην ιδανική φυσική κατά­σταση για κάτι τέτοιο. Ήταν οριακό και που ανέβηκα και που κατέ­βηκα. Για αυτό φέτος απο­φά­σισα να το πάρω πολύ σοβαρά. Είχα μια περίοδο περίπου τριών μηνών σκληρής δου­λειάς, έχασα 9 κιλά, έκανα πολλή γυμνα­στική, πρόσεξα τη δια­τροφή μου, έκοψα το κάπνι­σμα. Ήταν μια περί­ο­δος με μεγάλο προ­σω­πικό πείσμα και με έναν ξεκά­θαρο στόχο στο μυαλό μου.

Άρα είχες βάλει συνει­δητά στόχο τον Μύτικα. Γιατί; Τι σημαί­νει για σένα αυτή η κορυφή;

Ο Μύτικας είναι η κορυφή της Ελλάδας. Για έναν ορει­βάτη είναι το φυσικό «ταβάνι» της χώρας. Κάθε ορει­βά­της, αργά ή γρήγορα, σκέ­φτε­ται αυτή την κορυφή. Δεν είναι εύκολη ανάβαση.

Τα τελευ­ταία μέτρα είναι σχεδόν αναρ­ρι­χη­τικά και το βουνό είναι τεχνικό, ιδιαί­τερα από ένα σημείο και πάνω. Δεν πας χωρίς γνώσεις, χωρίς εξο­πλι­σμό και χωρίς σωστή καθο­δή­γηση. Τον χειμώνα όλα αυτά γίνο­νται ακόμα πιο δύσκολα.

Εδώ στη Ρόδο μπορεί να μην έχουμε νιώσει ακόμα χειμώνα, αλλά στο σημείο που ήσουν εσύ μιλάμε για πραγ­μα­τι­κές χει­με­ρι­νές συν­θή­κες. Πώς ήταν ο καιρός όταν ξεκι­νή­σατε;

Πολύ δύσκο­λος. Το πρωί, όταν ξεκι­νή­σαμε, φτάσαμε σε ένα χωριό στους πρό­πο­δες του Ολύμπου, τα Καλύβια, για να συνα­ντή­σουμε τον οδηγό μας τον Σάκη.

Μαζί μου ήταν κι ένας φίλος μου, ο Χρήστος Κόνια­ρης. Ξεκι­νή­σαμε μαζί την προ­σπά­θεια, εκείνος όμως έμεινε στη Σκάλα, στα 2.860μ, εκεί που τελειώ­νει η πεζο­πο­ρία και γίνεται αναρ­ρι­χη­τικό και τεχνικό το βουνό και δεν τα κατά­φερε μέχρι πάνω. Στα Καλύβια, πριν αρχί­σουμε ουσια­στικά την ανάβαση, έβρεχε καταρ­ρα­κτω­δώς. Εκείνη τη στιγμή σκε­φτό­μουν ότι δεν υπάρχει περί­πτωση να γίνει η ανάβαση. Ο Σάκης, όμως, μου είπε «πάμε να δούμε μέχρι το κατα­φύ­γιο Χρι­στάκη. Μπορεί πιο πάνω από τα σύννεφα να είναι καλύ­τερα». Μιλάμε για μεγάλα υψό­με­τρα. Ανε­βή­καμε λοιπόν μέχρι το Χρι­στάκη και, πράγ­ματι, όταν περά­σαμε τα 2.000 μέτρα, βγήκαμε σχεδόν πάνω από τα σύννεφα. Εκεί ψηλά δεν έβρεχε. Μας έκανε χάρη ο καιρός.

Για πόσες ώρες μιλάμε συνο­λικά, ανάβαση και κατά­βαση;

Μιλάμε για περίπου 6–7 ώρες συνο­λικά. Βέβαια, ανάλογα με τον καιρό, η ίδια δια­δρομή μπορεί να είναι 5 ώρες το καλο­καίρι και να φτάσει και τις 10 τον χειμώνα. Το χιόνι, ο πάγος, ο αέρας, όλα παίζουν ρόλο.

Θέλω να πάμε στη στιγμή που πλη­σιά­ζεις την κορυφή. Τι ένιωθες εκεί;

Όσο πλη­σιά­ζεις, υπάρχει ένα πράγμα μόνο στο μυαλό, «πρέπει να φτάσω». Αυτό σκε­φτό­μουν. Δεν περνάει από το μυαλό σου το «γυρίζω πίσω», εκτός αν σε στα­μα­τή­σει ο καιρός ή το βουνό που δεν γίνεται να προ­χω­ρή­σεις άλλο. Ο καιρός ήταν οριακός. Όταν φτάσαμε στο τελευ­ταίο πεζο­πο­ρικό κομμάτι, στην κορυφή Σκάλα, που είναι η τρίτη ψηλό­τερη κορυφή του Ολύμπου, εκεί στα­μα­τή­σαμε με τον φίλο μου. Εκείνος έμεινε πίσω, δεν συνέ­χισε. Από εκεί και πάνω ξεκινά το καθαρά αναρ­ρι­χη­τικό τμήμα. Ο Σάκης μου είπε ότι η κατά­σταση είναι οριακή για να συνε­χί­σουμε. Το βουνό είχε πιάσει χιόνι και πάγο. Αυτό σημαί­νει ότι όλα γλι­στράνε. Αν φύγεις στον γκρεμό που βρί­σκε­ται από κάτω, δεν έχεις στα­μα­τημό. Του είπα «Σάκη, εσύ είσαι ο οδηγός. Εγώ θέλω να φτάσω στην κορυφή. Αν μου πεις όμως ότι είναι απα­γο­ρευ­τικό, το δέχομαι. Αλλά αν κρίνεις ότι γίνεται, θέλω να το προ­σπα­θήσω». Εκείνος μου είπε πως βλέπει ότι έχω εξοι­κεί­ωση με το βουνό, ότι είμαι σωστά εξο­πλι­σμέ­νος και σε καλή κατά­σταση. Φαντά­ζο­μαι ότι, αν έβλεπε έναν άνθρωπο ανα­σφαλή και σφιγ­μένο από τα πρώτα βήματα, δεν θα τον έπαιρνε μαζί του σε αυτές τις συν­θή­κες. Αφήσαμε λοιπόν τον Χρήστο στη Σκάλα και ξεκι­νή­σαμε το σκαρ­φά­λωμα προς τον Μύτικα. Ανε­βή­καμε με σκοινιά, ζώνες, κράνη. Δεν πας χωρίς σωστό εξο­πλι­σμό, δεν είναι μια απλή ανάβαση. Υπήρχαν νερά παντού, χιόνια δεξιά και αρι­στερά, πάγοι. Ένα γλί­στρημα αρκεί για να γίνει ζημιά. Καθώς ανε­βαί­ναμε, πιστεύω ότι ο Σάκης είδε πως είμαι πιο εξοι­κειω­μέ­νος και αυτό τον έκανε να νιώσει ότι μπορεί να με εμπι­στευ­τεί μέχρι την κορυφή.

Πατάς κορυφή. Εκεί, τι συμ­βαί­νει, τι συναι­σθή­ματα βιώνεις;

Τα συναι­σθή­ματα είναι πολύ έντονα. Δικαί­ωση, χαρά, ανα­κού­φιση, όλα μαζί. Εκεί πάνω σήκωσα και τη σημαία του Συλ­λό­γου Στή­ρι­ξης Καρ­κι­νο­πα­θών Ρόδου «Μαζί με Δύναμη για τη Ζωή». Αυτός ήταν ο δεύ­τε­ρος μεγάλος στόχος αυτού του ταξι­διού. Ήθελα να κάνω κάτι και για το νησί και για τους ανθρώ­πους που δίνουν μάχη με τον καρκίνο. Για μένα δεν υπάρχει κορυφή που να συγκρί­νε­ται με το «βουνό» που ανε­βαί­νουν αυτοί οι άνθρω­ποι κάθε μέρα.

Πώς γεν­νή­θηκε η ιδέα να πάρεις μαζί σου τη σημαία του Συλ­λό­γου Στή­ρι­ξης Καρ­κι­νο­πα­θών;

Έχω δύο αδελ­φι­κούς φίλους και τον πατέρα μου που πέρασαν καρκίνο. Ευτυχώς, σήμερα είναι όλοι καλά. Ο ένας από τους φίλους αυτούς είχε σκοπό να έρθει μαζί μας στον Όλυμπο. Ήθελε να κάνει κι αυτός την προ­σπά­θειά του. Τελικά, λόγω προ­γράμ­μα­τος δεν μπόρεσε να έρθει. Σκέ­φτηκα ότι, αφού έχω αυτή την ευκαι­ρία να ανέβω στην κορυφή της Ελλάδας, είναι σωστό να κάνω κάτι που να έχει και ένα μήνυμα για ανθρώ­πους που δοκι­μά­ζο­νται. Δεν ήθελα να είναι μόνο μια προ­σω­πική επι­τυ­χία. Μίλησα με την αδερφή μου, την Αγνή, και τη ρώτησα τι μπο­ρούμε να ανα­δεί­ξουμε από τη Ρόδο. Μου είπε για τον Σύλλογο «Μαζί με Δύναμη για τη Ζωή», που στη­ρί­ζει καρ­κι­νο­πα­θείς και τις οικο­γέ­νειές τους. Ζήτησα τη σημαία για να την πάρω μαζί μου και να την υψώσω στον Μύτικα, οι άνθρω­ποι του Συλ­λό­γου με χαρά αντα­πο­κρί­θη­καν, κι έτσι έγινε.

Μετά τη δημο­σιο­ποί­ηση της ανά­βα­σης, όταν πια ανέ­βη­κες στον Μύτικα με τη σημαία του συλ­λό­γου, επι­κοι­νώ­νη­σαν μαζί σου άνθρω­ποι που παλεύ­ουν με τον καρκίνο;

Ναι, δέχτηκα πολλά τηλε­φω­νή­ματα και μηνύ­ματα. Εγώ στην αρχή δεν ήξερα καν ότι είχε βγει ήδη άρθρο. Ήμουν ακόμα στη Θεσ­σα­λία, σε φάση ταξι­διού, γιατί πρέπει να πω ότι μετά από τον Όλυμπο δεν γυρί­σαμε κατευ­θείαν. Συνε­χί­σαμε, σκαρ­φα­λώ­σαμε στα Μετέωρα και ανε­βή­καμε και στον Κόζιακα, μια δεύτερη κορυφή, στα 1.901 μέτρα. Κάποια στιγμή με πήρε η γυναίκα μου για να μου πει για το δημο­σί­ευμα της «δημο­κρα­τι­κής». Από εκεί και μετά άρχισαν τα τηλε­φω­νή­ματα, τα μηνύ­ματα. Μου έστει­λαν φίλοι, αλλά και άνθρω­ποι που δεν γνώριζα προ­σω­πικά, για να μου πουν συγ­χα­ρη­τή­ρια, για να μου μετα­φέ­ρουν τη συγκί­νησή τους. Η χαρά ήταν μεγάλη. Το συναί­σθημα που εισέ­πραξα ήταν πολύ έντονο.

Κάποιοι λένε ότι η ορει­βα­σία είναι επι­κίν­δυνο σπορ.

Το ακούω συχνά. Το κάθε βήμα πονάει. Ειδικά με τις συν­θή­κες που είχαμε, με κρύο, χιόνια, πάγο. Όταν όμως φτάνεις στην κορυφή, όλη η κούραση αλλάζει μορφή. Γίνεται χαρά. Γίνεται ένα πολύ δυνατό συναί­σθημα. Είναι και μια καθαρή ανα­μέ­τρηση με τον εαυτό σου, με τις δυνά­μεις σου, τις αντοχές σου, τα όριά σου. Η πρώτη φορά που ένιωσα πραγ­μα­τικά ότι «σπάω» τα όριά μου ήταν πέρσι, όταν ανέβηκα στο Σκολιό. Έβλεπα την κορυφή στα 10–20 μέτρα και δεν ήμουν σίγου­ρος αν θα τα κατα­φέρω. Όταν τελικά πάτησα πάνω, συνει­δη­το­ποί­ησα ότι κανένας στόχος δεν είναι ανέ­φι­κτος.

Με το βουνό πότε άρχισες να ασχο­λεί­σαι;

Με το outdoor, γιατί δεν είναι μόνο η ορει­βα­σία, είναι και κατα­σκη­νώ­σεις, πεζο­πο­ρίες, διά­φο­ρες δρα­στη­ριό­τη­τες στη φύση, ασχο­λού­μαι από πολύ μικρός, από 13–14 χρονών. Με τις ψηλές κορυφές άργησα λίγο. Ήταν ένα όνειρο που το κου­βα­λούσα χρόνια. Ειδικά ο Όλυμπος ήταν στο μυαλό μου για πολύ καιρό. Το έκανα πέρσι με το Σκολιό και φέτος με τον Μύτικα. Όταν φτάνεις εκεί πάνω, αυτό το συναί­σθημα λει­τουρ­γεί σχεδόν «εθι­στικά», θέλεις κι άλλο.

Η οικο­γέ­νειά σου πώς το πήρε όλο αυτό;

Η γυναίκα μου για να είμαι ειλι­κρι­νής, δεν ήξερε από την αρχή τον ακριβή βαθμό επι­κιν­δυ­νό­τη­τας. Πέρσι ειδικά, στην πρώτη μεγάλη ανάβαση, δεν της είχα πει όλες τις λεπτο­μέ­ρειες. Φέτος, όταν είδε στις ειδή­σεις και στα δημο­σιεύ­ματα τι ακριβώς κάναμε, κατά­λα­βαν όλοι ότι δεν ήταν μια απλή βόλτα στο βουνό. Παρ’ όλα αυτά, και η οικο­γέ­νεια και οι φίλοι μου μού έδωσαν συγ­χα­ρη­τή­ρια. Φοβού­νται, είναι λογικό, αλλά ξέρουν ότι αυτό το κυνηγάω χρόνια.

Μετά τον Μύτικα, ποιος είναι ο επό­με­νος στόχος;

Θέλω να ανέβω λίγο πιο ψηλά. Ο Μύτικας είναι η ψηλό­τερη κορυφή της Ελλάδας και η δεύτερη ψηλό­τερη στα Βαλ­κά­νια. Το πιο ψηλό βουνό στα Βαλ­κά­νια είναι το Μουσαλά, στη Βουλ­γα­ρία. Η διαφορά τους είναι μικρή, ο Μύτικας είναι στα 2.918 μέτρα, το Μουσαλά στα 2.925. Υψο­με­τρικά, αυτός είναι ένας επό­με­νος στόχος. Δεν ξέρω αν και πότε θα τα κατα­φέρω. Πριν όμως πάω σε βουνά του εξω­τε­ρι­κού, θέλω να κυνη­γήσω κι άλλες μεγάλες ελλη­νι­κές κορυφές. Μιλάμε για Όλυμπο από δια­φο­ρε­τι­κές δια­δρο­μές, Τύμφη, Σμόλικα, Ταΰγετο, Ψηλο­ρείτη και άλλα βουνά. Το συζη­τάμε ήδη με φίλους για τα επόμενα χρόνια.

Πώς συν­δυά­ζεις αυτή τη δρα­στη­ριό­τητα με τη δουλειά σου;

Δουλεύω ως σεφ σε ξενο­δο­χείο, σεζόν. Μόλις τελειώ­σει η σεζόν, «παίρνω τα βουνά». Για μένα ισχύει αυτό κυριο­λε­κτικά. Η επαφή με το βουνό με βοηθά να καθα­ρίσω το μυαλό μου, να φύγω από το comfort zone της καθη­με­ρι­νό­τη­τας, να επα­να­φέρω λίγο τις ισορ­ρο­πίες μου.

Κάποιος που μένει στη Ρόδο και θέλει να ασχο­λη­θεί με πεζο­πο­ρία ή ορει­βα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες, έχει δυνα­τό­τη­τες; Προ­σφέ­ρε­ται το νησί;

Ναι, φυσικά. Στη Ρόδο έχουμε αρκε­τούς ικανούς ορει­βά­τες, πολύ πιο έμπει­ρους από μένα. Υπάρχει κόσμος που ασχο­λεί­ται σοβαρά με την ορει­βα­σία. Πέρα από τον Αττά­βυρο, τον Προφήτη Ηλία, τον Ακρα­μύτη και κάποιες άλλες κορυφές, δεν έχουμε μεγάλα υψό­με­τρα, αλλά έχουμε πολλές δια­δρο­μές ιδα­νι­κές για πεζο­πο­ρία και αναρ­ρί­χηση, σε όλο το νησί. Για παρά­δειγμα, έχουμε δια­δρο­μές όπως από το λιμάνι μέχρι το Λαδικό, όπου μπορείς να κάνεις trail και αναρ­ρί­χηση, να κρε­μα­στείς με σκοινιά στη σπηλιά του Λαδικού. Γενικά, το νησί προ­σφέ­ρε­ται για πεζο­πο­ρι­κές δια­δρο­μές, έχει ωραία φύση, προ­σφέ­ρει πάρα πολλά. Και το σημα­ντικό είναι ότι αυτές οι δια­δρο­μές είναι ασφα­λείς, ειδικά αν πας με ανθρώ­πους που ξέρουν.

Έχω μερι­κούς φίλους που μοι­ρα­ζό­μα­στε την ίδια αγάπη για τα βουνά. Κάνουμε εκδρο­μές στη Ρόδο, μας αρέσει η φύση. Να φεύγεις από το νησί δεν είναι πάντα εύκολο, γιατί για τέτοια ταξίδια απαι­τεί­ται οργά­νωση, χρήματα, χρόνος. Θέλει προ­γραμ­μα­τι­σμό. Παρ’ όλα αυτά, όταν μπο­ρούμε, οργα­νώ­νουμε εξορ­μή­σεις. Άλλοτε για ορει­βα­σία, άλλοτε για αναρ­ρί­χηση, άλλοτε για πεζο­πο­ρίες.

Στη Ρόδο, τον χειμώνα, αυτές οι δια­δρο­μές που ανα­φέ­ρεις είναι προ­σι­τές και σε κάποιον που δεν έχει μεγάλη εμπει­ρία;

Ναι. Η Ρόδος, σε σχέση με τα μεγάλα βουνά της Βόρειας Ελλάδας, είναι πιο ήπια σε υψό­με­τρο. Αυτό δίνει τη δυνα­τό­τητα σε ανθρώ­πους με μικρή εμπει­ρία να ξεκι­νή­σουν χωρίς να μπουν σε πολύ απαι­τη­τι­κές κατα­στά­σεις.

Πέρα από την πεζο­πο­ρία και την αναρ­ρί­χηση, έχουμε και δρα­στη­ριό­τη­τες όπως το camping, εξορ­μή­σεις στη θάλασσα κλπ. Εγώ από εκεί ξεκί­νησα, και ακόμα τα κάνω αυτά. Παράλ­ληλα, συμ­με­τέχω και σε εθε­λο­ντι­κές δράσεις. Είμαι μέλος στην Επί­λε­κτή Ομάδα Ειδικών Απο­στο­λών Ρόδου και λει­τουργώ ως εθε­λο­ντής δια­σώ­στης και ως εθε­λο­ντής δασο­πυ­ρο­σβέ­στης. Συχνά κάνουμε κατα­σκη­νώ­σεις και ασκή­σεις, όπως τώρα στον Προφήτη Ηλία, σε έναν χώρο που έχει δια­μορ­φω­θεί για τέτοιες δράσεις.

Δημήτρη θέλω να κλεί­σουμε με ένα μήνυμα προς τους ανθρώ­πους στους οποίους ουσια­στικά απευ­θύν­θη­κες, ανε­βά­ζο­ντας τη σημαία του Συλ­λό­γου Στή­ρι­ξης Καρ­κι­νο­πα­θών στον Μύτικα. Τι θα ήθελες να τους πεις;

Θα ήθελα να τους πω ότι για μένα δεν υπάρχει ψηλή κορυφή που να συγκρί­νε­ται με τον αγώνα που δίνουν εκείνοι. Να έχουν καλή δύναμη. Όλα έχουν μια κορυφή. Όταν φτάνεις εκεί, μετά αρχίζει η «κατη­φόρα», η απο­φόρ­τιση. Έτσι είναι και με τον αγώνα τους, έχει δύσκο­λες ανη­φό­ρες, αλλά έχει και στιγμές που αρχίζει η κάθοδος, η ανα­κού­φιση. Εύχομαι όλα να πάνε καλά για τον καθένα τους. Καλή δύναμη, από καρδιάς.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.