ΑΠΟΨΕΙΣ

Το αφεντικό ο Σανός και ο Γάιδαρος

news room
1 λεπτό ανάγνωση
Μέγεθος γραμμάτων

Πολλά χρό­νια πρίν,σε μια χώρα που το πα­ρελ­θόν της χα­νό­ταν στο πραγ­μα­τι­κά αχαρ­το­γρά­φη­το πα­ρελ­θόν και όχι σε αυτό που μας πα­ρου­σιά­ζουν οι κατά και­ρούς κο­σμο­κρά­τες, που πάντα είναι γραμ­μέ­νο και ραμ­μέ­νο στα δικά τους μέτρα, όλα τα έμβια όντα απο­λάμ­βα­ναν τα δώρα των θεών.

Ζού­σαν ει­ρη­νι­κά και ευ­τυ­χι­σμέ­να, τα λίγα και τα πολλά τα μοι­ρα­ζό­ντου­σαν, αφε­ντά­δες και λαός, βρή­καν τον τρόπο να απο­φεύ­γουν τις υπερ­βο­λές, δεν είχαν ακόμα ανα­κα­λύ­ψει την δική μας τάση και το δικό μας πι­στεύω, αρ­νιό­ντου­σαν, αυτό που εμείς αξιω­μα­τι­κά πι­στεύ­ου­με, το, τα δικά σου δικά μου και τα δικά μου δικά μου.

Στην βρα­δυ­νή στρω­μνή τους, τα παι­δά­κια ευ­τυ­χι­σμέ­να και από το παι­χνί­δι στο λι­βά­δι και απο­κα­μω­μέ­να, γα­λή­νευαν στην αγκα­λιά της για­γιάς και με αγω­νία πε­ρί­με­ναν να ακού­σουν τί και­νούρ­γιο θα τους έλεγε.

Γλυ­κιά και να­νου­ρι­στι­κή η φωνή της για­γιού­λας τους, έτσι την φώ­να­ζαν, αυτή ήταν πάντα το δικό τους απο­κού­μπι, σαν ήξε­ραν πως μάνα και πα­τέ­ρας, όχι θα έλε­γαν σε αυτά που ήθε­λαν, στην για­γιά έτρε­χαν.

-Ελα για­γιά μην αρ­γείς, τόση ώρα πε­ρι­μέ­νου­με, έχου­με αγω­νία και θέ­λου­με να μά­θου­με το τέλος της ιστο­ρί­ας του λι­βα­διού, του Αφε­ντι­κού και πως μας το είπες το άλλο…

-Τον σανό μάλ­λον εν­νο­είς, το ξερό χορ­τά­ρι είναι, με αυτό ταί­ζουν τα ζώα όταν το λι­βά­δι το κα­τα­κα­λό­και­ρο, δεν έχει τί­πο­τα να προ­σφέ­ρει.

Με­γά­λος ο άρ­χο­ντας, αν­θρώ­πους πολ­λούς είχε στην δού­λε­ψη του, τους πρό­σε­χε, φρό­ντι­ζε να τους έχει ικα­νο­ποι­η­μέ­νους, ήξερε καλά την τέχνη να τους κου­μα­ντέρ­νει, το ψωμί και το φα­γη­τό φρό­ντι­ζε να μην τους λεί­πει, στο μυαλό τους μέσα βρι­σκό­ταν, πρίν δια­μαρ­τυ­ρη­θούν, ήξερε τι ήθε­λαν, στις κου­βέ­ντες και τις γα­λι­φιές πρώ­τος.

Πάντα κοντά τους και πάντα σε από­στα­ση, ζη­τού­με­νο δικό του και αδια­πραγ­μά­τευ­το ο σε­βα­σμός, δεν ανε­χό­ταν να μην γί­νε­ται το δικό του, τα λι­βά­δια της κτή­σης του, δεν τα χώ­ρα­γε η ματιά σου, αμέ­τρη­τες εκτά­σεις δια­φέ­ντευε.

Χώ­μα­τα καρ­πο­φό­ρα, τι να ζη­τού­σε η ψυ­χού­λα σου και να μην το έβρι­σκες, φορ­τω­μέ­να τα δέν­δρα με καρ­πούς, σε κομ­μά­τια του λι­βα­διού διαλ­λεγ­μέ­να, οι άν­θρω­ποι του άρ­χο­ντα, ότι φα­γώ­σι­μο βάλει ο νούς σας καλ­λιερ­γού­σαν.

Γάρ­γα­ρα κα­θά­ρια νερά κυ­λού­σαν στα ρυά­κια που διέ­σχι­ζαν και πό­τι­ζαν το λι­βά­δι, μια μικρή φυ­σι­κή λι­μνού­λα χώρος χαράς και παι­χνι­διού για τα μικρά.

Έχα­νες το μέ­τρη­μα αν προ­σπα­θού­σες να μά­θεις, πόσες μι­κρές και με­γά­λες αγέ­λες ζώων, βο­σκού­σαν και ξέ­νοια­στα ζού­σαν στο λι­βά­δι.

Ενας κό­μπος στον λαιμό, στα­μά­τη­σε την αφή­γη­ση της για­γιάς, πως να εξη­γή­σει και πως να δι­καιο­λο­γή­σει στα παι­διά αυτό που ζού­σαν σή­με­ρα.

Στα χέρια δια­φό­ρων πέ­ρα­σε η δια­χεί­ρη­ση όλων των πραγ­μά­των, των αν­θρώ­πων, των ζωών του λι­βα­διού.

Έλει­ψε ο σε­βα­σμός των αρ­χό­ντων προς τους αν­θρώ­πους, κάθε μέρα και πιο πολύ ένιω­θαν ότι οι άρ­χο­ντες δεν νοια­ζό­ντου­σαν για αυ­τούς, οι ώρες της δου­λειάς πλή­θαι­ναν και το φα­γη­τό λι­γό­στευε, τα παι­διά τους από την πιο τρυ­φε­ρή τους ηλι­κία τα έβα­ζαν στη δου­λειά.

Το λι­βά­δι αφέ­θη­κε στην τύχη του, καμιά φρο­ντί­δα, καμιά προ­στα­σία, φω­τιές και πλη­μύ­ρες το κα­τά­στρε­ψαν και αυτό με τη σειρά του, έπαψε να προ­σφέ­ρει τα χρεια­ζού­με­να σε ζώα και αν­θρώ­πους.

Οι καυ­γά­δες και η γκρί­νια σε πρώτη ζή­τη­ση, τους πρω­το­αί­τιους των δια­μαρ­τυ­ριών οι άρ­χο­ντες τους τι­μω­ρού­σαν, η απο­γο­ή­τευ­ση μέρα με την μέρα με­γά­λω­νε.

Ομά­δες-ομά­δες εγκα­τέ­λει­παν το λι­βά­δι, ο κό­σμος λι­γό­στευε και οι όποιες πα­ρα­γω­γές δεν αρ­κού­σαν για την δια­τρο­φή του κό­σμου.

Τα ζώα ελεύ­θε­ρης βο­σκής ξε­κί­νη­σαν το δικό τους τα­ξί­δι σε άλλα μέρη, στην ανα­ζή­τη­ση άλλων βο­σκο­τό­πων και όσα έμει­ναν αντι­πά­λευε το ένα το άλλο.

Τα ζώα τα οι­κό­σι­τα λι­μο­κτο­νού­σαν, η τροφή τους μέρα με την ημέρα λι­γό­στευε, όσα μπο­ρού­σαν τις ώρες που ελεύ­θε­ρα έμε­ναν, τους δρό­μους για άλ­λους τό­πους έπαιρ­ναν και για άλλα αφε­ντι­κά.

Τα υπο­ζύ­για, άλογα και γαϊ­δού­ρια με κάθε ευ­και­ρία έδει­χναν την δυ­σα­ρέ­σκεια τους, το ένα με κλω­τσιές και σπρω­ξιές το άλλο έδιω­χνε για λίγο σανό.

Οι με­ρί­δες του σανού λι­γό­στευαν, η δου­λειά γι­νό­ταν σκλη­ρό­τε­ρη και πρώτο τους πιά μέ­λη­μα, άλλο δεν ήταν, παρά η ανα­κά­λυ­ψη άλλων αφε­ντι­κών και κα­λύ­τε­ρων συν­θη­κών δια­βί­ω­σης.

Άλλού έψα­χναν και άλλού πί­στευαν ότι θα βρούν κα­λύ­τε­ρες συν­θή­κες δια­βί­ω­σης και εκτί­μη­σης της προ­σφο­ράς τους.

Οι Άρ­χο­ντες βί­ω­ναν την συρ­ρί­κνω­ση του λι­βα­διού τους, την μεί­ω­ση αν­θρώ­πων και ζώων και για την αντι­με­τώ­πι­ση της φθί­νου­σας πο­ρεί­ας τους, αντί να ομο­νο­ή­σουν, να δούν τι πήγε στρα­βά και να αλ­λά­ξουν πο­ρεία, έβγα­ζε ο ένας τα μάτια του άλλου.

Τα δικά τους τα λάθη ο γεί­το­νας τους τα είδε και τα αξιο­λό­γη­σε και σιγά-σιγά με μέ­θο­δο και υπο­σχέ­σεις έγινε κύ­ριος και κυ­ρί­αρ­χος του δικού τους λι­βα­διού.

Λι­βά­δι χωρίς φρο­ντί­δα δεν απο­δί­δει και γαϊ­δού­ρι χωρίς σανό στον σταύ­λο δεν μένει.

 

Πα­ρα­σκευάς Γιάν­νης

Ρόδος, 19/7/2023

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.