ΑΘΛΗΤΙΚΑ

Η μέρα που άλλαξε τη ζωή του Γκόινς!

Μάκης Δούβαλης 1 λεπτό ανάγνωση
ΚΕΝΙ ΓΚΟΙΝΣ ΜΠΑΣΚΕΤ ΚΟΛΟΣΣΟΣ

Ο Αμε­ρι­κα­νός φόρ­γουορντ του Κο­λοσ­σού Κένι Γκόινς είδε τη ζωή του να αλ­λά­ζει σε μία ημέρα. Το εγκε­φα­λι­κό επει­σό­διο της μη­τέ­ρας του, τον οδή­γη­σε, χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, να πάρει δά­νειο για παί­ξει μπά­σκετ. Πήρε το ρίσκο, πό­νε­σε, έκλα­ψε. Και από λύπη και από χαρά. Μοι­ρά­ζε­ται την απί­θα­νη ιστο­ρία του και ως γνή­σιο τέκνο του Ντι­τρόιτ, δεν θα μπο­ρού­σε να μην είναι φίλος των Πί­στονς.

Αρκεί μία στιγ­μή. Και όλα αλ­λά­ζουν. Ο 11χρο­νος Κένι Γκόινς δέ­χε­ται τα άσχη­μα μα­ντά­τα. Η μη­τέ­ρα του έχει μόλις υπο­στεί εγκε­φα­λι­κό. Νο­σο­κο­μείο. Επέμ­βα­ση. Σω­τη­ρία! Μα τί­πο­τα δεν θα είναι πια το ίδιο. Ο βίος της φα­μί­λιας Γκόινς πα­τού­σε πάνω στο μο­τί­βο του αμε­ρι­κά­νι­κου ονεί­ρου. Η σκλη­ρή δου­λειά, σε οδη­γεί στην επι­τυ­χία, λένε.

Από εκεί­νο το ση­μείο και μετά όλα άλ­λα­ξαν. Ο πα­τέ­ρας του υπο­χρε­ώ­θη­κε να στα­μα­τή­σει την ερ­γα­σία του, για να προ­σέ­ξει τη συμ­βία του. Ο Κένι και η αδερ­φή του στε­ρή­θη­καν πράγ­μα­τα που θε­ω­ρού­σαν δε­δο­μέ­να. Αυτό που δεν ήξερε ο 11χρο­νος Κένι Γκόινς είναι πως με­ρι­κά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, από εκεί­νη την ημέρα, θα άλ­λα­ζε ακόμη και η σχέση του με το μπά­σκετ. Το Πα­νε­πι­στή­μιο του Μί­σι­γκαν Στέιτ απο­τε­λού­σε την από­λυ­τη μπα­σκε­τι­κή ονεί­ρω­ξη. Ήθελε σαν τρε­λός να γίνει μέλος του. Και το… πλή­ρω­σε ακρι­βά. Για την ακρί­βεια, το πλή­ρω­σε από την τσέπη. Η έλ­λει­ψη θέ­σε­ων για τις υπο­τρο­φί­ες, τον υπο­χρέ­ω­σε να προ­στε­θεί στη λίστα εκα­τομ­μυ­ρί­ων Αμε­ρι­κα­νών: ένα φοι­τη­τι­κό δά­νειο, για να μπο­ρέ­σει να σπου­δά­σει! Δα­νεί­στη­κε 17.000 δο­λά­ρια, τα οποία ακόμη ξε­πλη­ρώ­νει.

Αλλά έκανε αυτό που ήθελε. Ποιος ξέρει, ίσως στο μυαλό του να πί­στευε πως βά­δι­ζε στα χνά­ρια του αγα­πη­μέ­νου του παί­κτη, του φόρ­γουορντ των Ντι­τρόιτ Πί­στονς, Μπεν Ουά­λας. Τότε που ο πι­τσι­ρι­κάς Γκόινς, με το άφρο μαλλί, λά­τρευε την ομάδα της γε­νέ­τει­ράς του και τον Ουά­λας.

Η… σκού­φια του κρα­τά­ει από την πε­ρί­φη­μη «Motor City». Πο­λι­τεία ουχί ευ­νοη­μέ­νη, αλλά δική του αγα­πη­μέ­νη. Η δική του πόλη. Από εκεί, με μία στάση στην Ιτα­λία, βγά­ζει το ψωμί του στην Ελ­λά­δα, στη Ρόδο και στον Κο­λοσ­σό. Με δύο σκο­πούς: Να κα­τα­φέ­ρει να φέρει τους γο­νείς του να τον δουν από κοντά. Και φυ­σι­κά να απο­πλη­ρώ­σει το… ρη­μά­δι το δά­νειο. Η απί­θα­νη ιστο­ρία του Κένι Γκόινς, όπως τη δι­η­γή­θη­κε στο gazzeta.gr.

-Πώς ήταν η παι­δι­κή σου ηλι­κία;

«Ήμουν τυ­χε­ρός. Το Ντι­τρόιτ είχε δύ­σκο­λες στιγ­μές, αλλά οι δικοί μου είχαν και οι δύο δου­λειά. Περ­νού­σα αρ­κε­τό χρόνο με την οι­κο­γέ­νειά μου. Και με τον θείο, ο οποί­ος είχε ει­σι­τή­ριο διαρ­κεί­ας στο πα­νε­πι­στή­μιο του Μί­σι­γκαν Στέιτ, πη­γαί­να­με συ­νε­χώς σε αγώ­νες μπά­σκετ ή αμε­ρι­κά­νι­κου ράγκ­μπι. Και ο πα­τέ­ρας μου έκανε αθλη­τι­σμό, οπότε τόσο εγώ, όσο και η αδερ­φή μου ακο­λου­θή­σα­με το πα­ρά­δειγ­μά του. Η ζωή μου ήταν εύ­κο­λη, μέχρι την ηλι­κία των 11. Τότε η μη­τέ­ρα μου υπέ­στη εγκε­φα­λι­κό! Ήταν δύ­σκο­λα, υπο­βλή­θη­κε σε επέμ­βα­ση και το ξε­πέ­ρα­σε σε με­γά­λο πο­σο­στό. Άλλοι άν­θρω­ποι δεν είναι τόσο τυ­χε­ροί».

-Πώς ήταν εκεί­νη η πε­ρί­ο­δος στη ζωή σου;

«Δύ­σκο­λη. Αλλά το πιο σκλη­ρό είναι πως είσαι όλη την ώρα θυ­μω­μέ­νος. Θέ­λεις να κα­τη­γο­ρή­σεις κά­ποιον γι’ αυτό που συ­νέ­βη. Μαζί με την αδερ­φή μου δια­πι­στώ­σα­με πως κά­ποια πράγ­μα­τα που εί­χα­με για δε­δο­μέ­να, ήταν πλέον υπό αμ­φι­σβή­τη­ση. Ο πα­τέ­ρας μου υπο­χρε­ώ­θη­κε να δου­λεύ­ει λι­γό­τε­ρο για να είναι κοντά στη μη­τέ­ρα μου. Υπήρ­χαν φορές που δεν πή­γα­με σε μία εκ­δρο­μή. Οι γο­νείς μου δεν μπο­ρού­σαν να έρ­χο­νται στα παι­χνί­δια μου. Κάτι που πριν ήταν δε­δο­μέ­νο. Με­γα­λώ­σα­με και μά­θα­με ότι ο κό­σμος είναι μπερ­δε­μέ­νος. Ό,τι και αν γίνει. Με­γα­λώ­σα­με και μά­θα­με να προ­σέ­χου­με τους εαυ­τούς μας και να μα­θαί­νου­με».

-Πάμε στα χρό­νια του κο­λε­γί­ου. Τι συ­νέ­βη με το Μί­σι­γκαν;

«Ήταν τρελό. Από το Μί­σι­γκαν Στέιτ μου είχαν μι­λή­σει οι βοη­θοί προ­πο­νη­τές. Μου είχαν πει ότι είμαι καλός και πως με θέ­λουν. Αλλά δεν έχουν να μου δώ­σουν υπο­τρο­φία και θα έπρε­πε να είμαι walk on. Τα οι­κο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα που είχα δεν μου επέ­τρε­παν να το σκε­φτώ. Την ίδια στιγ­μή, το Σέ­ντραλ Μί­σι­γκαν μου είχε προ­σφέ­ρει μία υπο­τρο­φία. Και ενώ ήμουν έτοι­μος να πάω εκεί, μέσα σε μία νύχτα η υπο­τρο­φία που ήταν να πάρω κα­τέ­λη­ξε σε έναν άλλον μπα­σκε­τμπο­λί­στα από την πρώην Γιου­γκο­σλα­βία. Η μο­να­δι­κή λύση που μου απέ­με­νε ήταν το Μί­σι­γκαν Στέιτ. Ήξερα ότι δεν θα είχα τις ευ­και­ρί­ες που θα είχαν αυτοί με τις υπο­τρο­φί­ες. Οι φίλοι δεν πί­στευαν ότι θα κα­τά­φερ­να. Δεν ήξερα τι να κάνω και τι θα γίνει. Ακόμη και οι βοη­θοί δεν το έκρυ­ψαν από εμένα. Το ίδιο και ο προ­πο­νη­τής».

Κάπου εδώ πρέ­πει να εξη­γή­σου­με τι ση­μαί­νει ο όρος «walk on». Αφορά σπου­δα­στές που μπο­ρούν να με­τέ­χουν σε μία ομάδα του Πα­νε­πι­στη­μί­ου, αλλά είναι υπο­χρε­ω­μέ­νοι να πλη­ρώ­νουν τα δί­δα­κτρα από την τσέπη τους. Αγω­νι­στι­κά δε, λο­γί­ζο­νται ως παί­κτες… δεύ­τε­ρης τα­χύ­τη­τας και αυτό γιατί όπως εξή­γη­σε στο gazzetta.gr ο Γκόινς, «έτσι συμ­βαί­νει και σε μία ομάδα. Οι ακρι­βο­πλη­ρω­μέ­νοι συ­νή­θως παί­ζουν πε­ρισ­σό­τε­ρο από αυ­τούς που έχουν μι­κρό­τε­ρα συμ­βό­λαιο».

«Έπρε­πε να πλη­ρώ­σω τα δί­δα­κτρα και αυτό ήταν το πρό­βλη­μα. Δεν υπήρ­χαν χρή­μα­τα. Έπρε­πε να πάρω δά­νειο. Για την πρώτη χρο­νιά. Ήμουν 17 και δεν μπο­ρού­σα να το πάρω στο όνομά μου, εκτός αν οι δικοί μου υπέ­γρα­φαν την αί­τη­ση. Αυτό έγινε. Ο μπα­μπάς μου, μου είπε να μην ανη­συ­χώ για τα χρή­μα­τα. Τη δεύ­τε­ρο χρο­νιά μου, δύο μήνες αφού ξε­κί­νη­σα, μου είχαν πει ότι ίσως βρε­θεί μία υπο­τρο­φία για εμένα. Όταν μου ανα­κοί­νω­σε ο προ­πο­νη­τής μου ότι την πήρα, έβαλα τα κλά­μα­τα. Πήρα τους δι­κούς μου, τους το είπα και κλαί­γα­με μαζί στο τη­λέ­φω­νο! Ήταν η πρώτη φορά που αι­σθάν­θη­κα πως τα πράγ­μα­τα πάνε στη σωστή κα­τεύ­θυν­ση. Πως έχω την επι­λο­γή στα χέρια μου.

Οι δικοί μου δεν έχουν την ίδια ζωή από τότε. Θα ήθελα να έρ­θουν μέχρι τη Ρόδο και να με δουν να παίζω. Αλλά λόγω της παν­δη­μί­ας δεν είναι δυ­να­τό. Αι­σθά­νο­μαι, όμως, πως μέσα από το μπά­σκετ τους ξε­πλη­ρώ­νω όσα έκα­ναν για εμένα. Μπορώ να τους δεί­χνω πράγ­μα­τα και ει­κό­νες από τα μέρη που έχω πάει».

-Το δά­νειο το ξε­πλη­ρώ­νεις ακόμη;

«Ακόμη το ξε­πλη­ρώ­νω. Ελ­πί­ζω να το έχω ξε­πλη­ρώ­σει μέχρι του χρό­νου. Στις ΗΠΑ το φοι­τη­τι­κό δά­νεια αρ­χί­ζει να απο­πλη­ρώ­νε­ται μετά την απο­φοί­τη­ση. Οπότε εγώ ξε­κί­νη­σα να πλη­ρώ­νω από πέρσι».

-Τι κρύ­βει το μέλ­λον;

«Δεν το είναι κάτι που δεν το λέω. Θα ήθελα να παίξω στο ΝΒΑ, αλλά αυτή τη στιγ­μή αρ­χί­ζω να κα­τα­λα­βαί­νω πόσο καλό είναι το ευ­ρω­παϊ­κό μπά­σκετ. Το έχω δια­σκε­δά­σει και στις δύο ομά­δες που έχω αγω­νι­στεί. Θα ήθελα να δω πρώτα το εξω­τε­ρι­κό».

-Αν μπο­ρού­σες, θα άλ­λα­ζες κάτι; Μήπως δεν θα έπαιρ­νες το δά­νειο;

«Όχι, θα έκανα ακρι­βώς τα ίδια πράγ­μα­τα. Ήξερα ότι κά­ποιες άλλες δυ­νά­μεις απο­φά­σι­σαν για εμένα. Εγώ στοι­χη­μά­τι­σα σε εμένα, πι­στεύω σε εμένα. Αυτό πρέ­πει να κάνω. Αυτό έκανα. Η επι­λο­γή που έκανα, σή­μαι­νε πώς έπρε­πε να δου­λέ­ψω πα­ρα­πά­νω για δύο χρό­νια. Αλλά η έλ­λει­ψη εμπι­στο­σύ­νης με εμπό­δι­σε να φτάσω πιο εύ­κο­λα στον στόχο μου. Αλλά δεν θα άλ­λα­ζα τί­πο­τα».

-Ένα σχό­λιο για το φε­τι­νό Κο­λοσ­σό;

«Ήμα­σταν πει­να­σμέ­νοι στην αρχή. Απο­φα­σι­σμέ­νοι να δεί­ξου­με ότι μπο­ρού­με να γί­νου­με μία καλή ομάδα. Παί­ζου­με καλό μπά­σκετ και θέ­λου­με να εί­μα­στε η έκ­πλη­ξη της χρο­νιάς. Κερ­δί­σα­με κά­ποια ση­μα­ντι­κά ματς, θέ­λου­με και άλλα. Πρέ­πει να μά­θου­με ο ένας τον άλλον και να βρού­με ρυθμό».

-Πάμε ξανά στο Ντι­τρόιτ. Η φήμη της πόλης δεν είναι η κα­λύ­τε­ρη, πώς ήταν να με­γα­λώ­νεις εκεί;

«Με­γά­λω­σα έξω από το Ντι­τρόιτ. Αυτό δεν ση­μαί­νει ότι δεν πή­γαι­να και στην πόλη. Ήταν συ­χνές οι βόλ­τες. Το Ντι­τρόιτ θα είναι για πάντα το σπίτι μου και θα ήθελα να επι­στρέ­ψω κά­ποια στιγ­μή. Είναι παλ­μός. Είναι μία ζω­ντα­νή πόλη. Αν ξέ­ρεις τι κά­νεις και που πας, είσαι ΟΚ. Έχει ιδιαί­τε­ρη κουλ­τού­ρα και κά­ποια ση­μεία που δεν είναι καλό. Όπως έχει κάθε πόλη».

-Άρα θα είσαι και φίλος των Πί­στονς. Κά­ποιος αγα­πη­μέ­νος παί­κτης;

«Με­γά­λω­σα στα 00’ς. Οι Πί­στονς ήταν καλοί τότε, τους είδα να παί­ζουν καλό μπά­σκετ και να παίρ­νουν πρω­τά­θλη­μα. Αλλά πάντα ήταν δια­φο­ρε­τι­κοί, προ­σπα­θού­σαν να κρα­τή­σουν μία ομάδα στους 80 πό­ντους. Παί­ζο­ντας άμυνα. Αυτό με βο­ή­θη­σε στην ευ­ρω­παϊ­κή προ­σέγ­γι­ση. Όταν ήμουν πι­τσι­ρι­κάς είχα άφρο μαλλί και είχα ταυ­τι­στεί με τον Μπεν Ουά­λας. Αλλά και οι άλλοι τρεις παί­κτες των Πί­στονς, ο Τσόν­σι Μπί­λα­πς, ο Ριπ Χά­μιλ­τον και ο Ρα­σίντ Ουά­λας, που έγι­ναν All Star μαζί με τον Μπεν Ουά­λας, ήταν εκ­πλη­κτι­κοί. Η μπάλα δεν λέει ψέ­μα­τα, φίλε. Μία φορά θυ­μά­μαι είχα δει τον “Big Ben” από κοντά. Ήμουν στο κο­λέ­γιο. Είχε μα­ζευ­τεί αρ­κε­τός κό­σμος για μία φω­το­γρα­φία. Δεν ήθελα να τον ενο­χλή­σω και εγώ. Έστει­λα όμως την αδερ­φή μου και βγήκε αυτή στη φω­το­γρα­φία».

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.