ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Μήνυμα Πατριάρχη Βαρθολομαίου για το Πάσχα: “Καλοί Σαμαρείται που ευωδιάζουν ανάστασιν και ελπίδα ιατροί και νοσηλευτές”

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Βαρθολομαίος

Ιδιαί­τερη αναφορά στις επι­πτώ­σεις της παν­δη­μίας του κορω­νοϊού, κάνει ο Οικου­με­νι­κός Πατριάρ­χης Βαρ­θο­λο­μαίος στο μήνυμά του για το Άγιο Πάσχα. Όπως ανα­φέ­ρει, απέ­δειξε πόσο «εύθραυ­στος είναι ο άνθρω­πος, πόσο εύκολα τον κυριεύει ο φόβος και η από­γνωση» τονί­ζο­ντας ότι οι οριακές κατα­στά­σεις απο­δει­κνύ­ουν ότι ο άνθρω­πος δεν μπορεί να δια­χει­ρι­στεί την ύπαρξή του, αν πιστεύει ότι ο θάνατος είναι ανί­κη­τος. Δεν μπο­ρούμε να παρα­μεί­νουμε ανθρώ­πι­νοι «άνευ της ελπίδος της αιω­νιό­τη­τος» τονίζει.

Με έντονη συναι­σθη­μα­τική φόρτιση ανα­φέ­ρε­ται στους για­τρούς, νοση­λευ­τές, εθε­λο­ντές και δωρητές και όλους όσοι συμπα­ρί­στα­νται στους πάσχο­ντες «με θυσια­στικό πνεύμα, αυτο­προ­σφορά και αγάπη». Τους χαρα­κτη­ρί­ζει «Καλούς Σαμα­ρεί­τες» που «μέσα στην ανεί­πωτη κρίση ευω­διά­ζουν ανά­σταση και ελπίδα».

Ἡ «κλητή και αγία ημέρα» του Πάσχα είναι η ανατολή της «ογδόης ημέρας», η απαρχή της «καινής κτίσεως», η βίωσις της δικής μας ανά­στα­σης, το μέγα «θαύμα της δικής μας σωτη­ρίας», τονίζει στο μήνυμά του ο κ.κ. Βαρ­θο­λο­μαίος.

Ακο­λου­θεί το πλήρες κείμενο του μηνύ­μα­τος του Οικου­με­νι­κού Πατριάρχη για το Άγιο Πάσχα:

Η σοβούσα παν­δη­μία του νέου κορω­νοϊού απέ­δειξε πόσον εύθραυ­στος είναι ο άνθρω­πος, πόσον ευκόλως τον κυριεύει ο φόβος και η από­γνω­σις, πόσον αδύ­να­μοι απο­δει­κνύ­ο­νται αι γνώσεις και η αυτο­πε­ποί­θη­σις του, πόσον έωλος είναι η άποψις ότι ο θάνατος απο­τε­λεί εν γεγονός εις το τέλος της ζωής και ότι η λήθη ή η απώ­θη­σις του θανάτου είναι η ορθή αντι­με­τώ­πι­σις του. Αι οριακαι κατα­στα­σεις απο­δει­κνύ­ουν ότι ο άνθρω­πος είναι ανί­κα­νος να δια­χει­ρι­σθεί σθε­να­ρώς την ύπαρξίν του, όταν πιστεύει ότι ο θάνατος είναι η ανί­κη­τος πραγ­μα­τι­κό­της και το ανυ­πέρ­βλη­τον όριον. Είναι δύσκο­λον να παρα­μεί­νω­μεν ανθρώ­πι­νοι άνευ της ελπίδος της αιω­νιό­τη­τος. Αυτή η ελπίς ζει εις την καρδίαν όλων των ιατρών, των νοση­λευ­τών, των εθε­λο­ντών, των δωρητών και όλων των γεν­ναιο­φρό­νως συμπα­ρι­στα­μέ­νων εις τους πάσχο­ντας αδελ­φούς, μέ θυσια­στι­κόν πνεύμα, αυτο­προ­σφο­ράν και αγάπην. Μέσα εις την ανεί­πω­τον κρίσιν, αυτοί ευω­διά­ζουν ανά­στα­σιν και ελπίδα. Είναι οι “Καλοί Σαμα­ρεί­ται”, οι επι­χέ­ο­ντες, με κίν­δυ­νον της ζωής των, έλαιον και οίνον επί τας πληγάς, είναι οι σύγ­χρο­νοι “Κυρη­ναίοι” εις τον Γολ­γο­θάν των εν ασθε­νεί­αις κατα­κει­μέ­νων.

Προ­σφι­λέ­στα­τοι αδελφοί Ιεράρ­χαι και τέκνα αν Κυρίω αγαπητα,

Φθά­σα­ντες το Άγιον Πάσχα και γινό­με­νοι κοι­νω­νοί της χαράς της Ανα­στά­σεως, υμνού­μεν τον πατή­σα­ντα θανάτω τον θάνατον Κύριον της δόξης, τον συνα­να­στή­σα­ντα μεθ᾿ εαυτού παγγενή τον Αδάμ και ανοί­ξα­ντα πάσιν ημίν παρα­δεί­σου τας πύλας.

Η λαμπρο­φό­ρος Έγερσις του Χριστού είναι η δια­βε­βαί­ω­σις ότι κυρί­αρ­χος εις την ζωήν του κόσμου δέν είναι ο θάνατος, αλλά ο καταρ­γή­σας το κράτος του θανάτου Σωτήρ, ο γνω­ρι­ζό­με­νος το πρό­τε­ρον ως ἄσαρκος Λόγος, ὕστερον δέ ως ο δι᾿ ημάς, φιλαν­θρω­πίας ένεκεν, σεσαρ­κω­μέ­νος, νεκρω­θείς δε ως άνθρω­πος και αναστας κατ᾿ εξου­σίαν ως Θεός, ως ο πάλιν Ερχό­με­νος μετα δόξης πρός πλή­ρω­σιν της Θείας Οἰκο­νο­μίας.

Το μυστή­ριον και το βίωμα της Ανα­στά­σεως απο­τε­λεί τον πυρήνα της εκκλη­σια­στι­κής ζωής. Η ολό­φω­τος λατρεία, τα ιερά μυστή­ρια, η ζωή της προ­σευ­χής, η νηστεία και η άσκησις, η ποι­μα­ντική δια­κο­νία και η καλή μαρ­τυ­ρία εν τώ κόσμῳ, όλα ανα­δί­δουν το ἄρωμα της Πασχα­λίου ευφρο­σύ­νης. Ἡ ζωή των πιστών εν Εκκλη­σία είναι καθη­με­ρι­νόν Πάσχα, είναι “άνωθεν χαρά”, η “χαρά της σωτη­ρίας”, αλλά και “η σωτηρία ως χαρά” .

Ούτω, αι ακο­λου­θίαι της Αγίας και Μεγάλης Ἑβδο­μά­δος δέν είναι κατα­θλι­πτι­καί, αλλά πλήρεις της νικη­τη­ρίου δυνά­μεως της Ανα­στά­σεως. Εις αυτάς απο­κα­λύ­πτε­ται ότι ο Σταυρός δέν έχει τον τελευ­ταίον λόγον εις το σχέδιον της σωτη­ρίας του ανθρώ­που και του κόσμου. Αυτό προ­α­ναγ­γέλ­λε­ται ήδη κατά το Σάβ­βα­τον του Λαζάρου. Η εκ νεκρών έγερσις του επι­στη­θίου φίλου του Χριστού είναι προ­τύ­πω­σις της “κοινής ανα­στά­σεως”. Το “Σήμερον κρε­μά­ται επί ξύλου” κορυ­φού­ται μέ την επί­κλη­σιν “Δείξον ημίν και την ένδοξόν Σου Ανά­στα­σιν”. Ενώπιον του Επι­τα­φίου ψάλ­λο­μεν το “Μεγα­λύνω τα Πάθη σου, υμνο­λογῶ και την Ταφήν Σου, συν τη Ανα­στά­σει”. Και, γεγο­νυία τη φωνή, δια­κη­ρύσ­σο­μεν εις την Πασχά­λιον ακο­λου­θίαν το αληθές νόημα του Σταυρού: “Ιδού γάρ ήλθε διά του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω”.

Ἡ “κλητή και αγία ημέρα” του Πάσχα είναι η ανατολή της “ογδόης ημέρας”, η απαρχή της “καινής κτίσεως”, η βίωσις της ιδικής μας ανα­στά­σεως, το μέγα “θαύμα της εμής σωτη­ρίας” . Είναι η βιω­μα­τική βεβαιό­της ότι ο Κύριος έπαθε και ήχθη εις θάνατον δι᾿ ημάς και ανέστη δι᾿ ημάς “προ­οι­κο­νο­μών ημίν την εις απεί­ρους αιώνας ανά­στα­σιν” . Καθ᾿ όλην την Πασχά­λιον περί­ο­δον υμνο­λο­γεί­ται μέ απα­ρά­μιλ­λον ποι­η­τι­κό­τητα το ανθρω­πο­λο­γι­κόν νόημα της λαμπρο­φό­ρου Ανα­στά­σεως του Χριστού, η διά­βα­σις του ανθρώ­που από της δου­λείας εις την αληθή ελευ­θε­ρίαν, “η εκ των κάτω πρός τα άνω και την γήν της επαγ­γε­λίας πρόοδος και ανά­βα­σις” . Αυτή η σωτη­ριώ­δης εν Χριστώ ανα­καί­νι­σις ενερ­γεί­ται εν τη Εκκλη­σία ως δυνα­μική προ­έ­κτα­σις του ήθους της Ευχα­ρι­στίας εν τώ κόσμω, ως “αλη­θεύ­ειν εν αγάπῃ”, ως συνέρ­γεια μετά του Θεού διά την μετα­μόρ­φω­σιν του κόσμου, διά νά καταστη ούτος εἰκών της πλη­ρό­τη­τος της τελικής επι­φα­νείας της θείας αγάπης εν τη Βασι­λεία των Εσχάτων. Ζην εν Χριστώ ανα­στά­ντι σημαί­νει εξαγ­γέλ­λειν το Ευαγ­γέ­λιον “έως εσχάτου της γής”, κατα το υπό­δειγμα των Απο­στό­λων, είναι έμπρα­κτος μαρ­τυ­ρία περί της ελθού­σης χάριτος και της προσ­δο­κίας της “καινής κτίσεως”, όπου “ο θάνατος ουκ έσται έτι, ούτε πένθος ούτε κραυγή ούτε πόνος ουκ έσται έτι” .

Η πίστις εις την Ανά­στα­σιν του Χριστού και εις την ἰδικήν μας συνα­νά­στα­σιν δέν αρνεί­ται την επώ­δυ­νον παρου­σίαν του θανάτου, του πόνου και του σταυρού εις την ζωήν του κόσμου. Δεν απω­θού­μεν την σκληράν πραγ­μα­τι­κό­τητα, ούτε εξα­σφα­λί­ζο­μεν εις τον εαυτόν μας, διά της πίστεως, ψυχο­λο­γι­κήν κάλυψιν απέ­να­ντι εις τον θάνατον. Γνω­ρί­ζο­μεν όμως ότι ο παρών βίος δεν είναι ολό­κλη­ρος η ζωή, ότι εδώ είμεθα “οδίται” ότι ανή­κο­μεν εις τον Χριστον και ότι πορευό­μεθα πρός την αιώνιον Αυτού Βασι­λείαν. Η παρου­σία του πόνου και του θανάτου, όσον απτή και αν είναι, δέν απο­τε­λεί την εσχάτην πραγ­μα­τι­κό­τητα. Αυτή είναι η ορι­στική κατάρ­γη­σις του θανάτου. Εις την Βασι­λείαν του Θεού δέν υπάρχει πόνος και θάνατος, αλλά ατε­λεύ­τη­τος ζωή. “Πρό του Τιμίου Σταυρού Σου”, ψάλ­λο­μεν, “φοβερός ο θάνατος τοίς ανθρώ­ποις μετα το ένδοξον πάθος, φοβερός ο άνθρω­πος τω θανάτῳ” . Η πίστις εις Χριστόν δίδει δύναμιν, καρ­τε­ρίαν και υπο­μο­νήν διά να αντέ­χω­μεν τας δοκι­μα­σίας. Ὁ Χριστός είναι “ο πάσαν νόσον ιώμενος και εκ του θανάτου λυτρού­με­νος”. Είναι ο παθών δι᾿ ημάς, ο απο­κα­λύ­ψας τοις ανθρώ­ποις ότι ο Θεός είναι ο “αεί υπέρ ημών”, ότι εις την Αλή­θειαν του Θεού ανήκει ουσιω­δώς η φιλαν­θρω­πία Του. Αυτή η ευκταία φωνή της θείας αγάπης αντηχεί εις το “θάρσει, τέκνον” του Χριστού πρός τον παρα­λυ­τι­κόν και το “θάρσει, θύγατερ” προς την αιμορ­ρο­ού­σαν, εις το “θαρ­σείτε, εγώ νενί­κηκα τον κόσμον” προ του Πάθους και εις το “θάρσει, Παύλε” προς τον εν φυλακη και απειλή θανάτου Από­στο­λον των Εθνών.

Η σοβούσα παν­δη­μία του νέου κορω­νοϊού απέ­δειξε πόσον εύθραυ­στος είναι ο άνθρω­πος, πόσον ευκόλως τον κυριεύει ο φόβος και η από­γνω­σις, πόσον αδύ­να­μοι απο­δει­κνύ­ο­νται αι γνώσεις και η αυτο­πε­ποί­θη­σίς του, πόσον έωλος είναι η άποψις ότι ο θάνατος απο­τε­λεί εν γεγονός εις το τέλος της ζωής και ότι η λήθη ή η απώ­θη­σις του θανάτου είναι η ορθή αντι­με­τώ­πι­σίς του. Αι οριακαί κατα­στα­σεις απο­δει­κνύ­ουν ότι ο άνθρω­πος είναι ανί­κα­νος να δια­χει­ρι­σθεί σθε­να­ρῶς την ύπαρξίν του, όταν πιστεύει ότι ο θάνατος είναι η ανί­κη­τος πραγ­μα­τι­κό­της και το ανυ­πέρ­βλη­τον όριον. Είναι δύσκο­λον νά παρα­μεί­νω­μεν ανθρώ­πι­νοι άνευ της ελπίδος της αιω­νιό­τη­τος. Αυτή η ελπίς ζη εις την καρδίαν όλων των ιατρών, των νοση­λευ­τών, των εθε­λο­ντών, των δωρητών και όλων των γεν­ναιο­φρό­νως συμπα­ρι­στα­μέ­νων εις τούς πάσχο­ντας αδελ­φούς, μέ θυσια­στι­κόν πνεύμα, αυτο­προ­σφο­ράν και αγάπην. Μέσα εις την ανεί­πω­τον κρίσιν, αυτοί ευω­διά­ζουν ανά­στα­σιν και ελπίδα. Είναι οἱ “Καλοί Σαμα­ρεί­ται”, οἱ επι­χέ­ο­ντες, μέ κίν­δυ­νον της ζωής των, έλαιον και οίνον επί τας πληγάς, είναι οἱ σύγ­χρο­νοι “Κυρη­ναίοι” εις τον Γολ­γο­θάν των εν ασθε­νεί­αις κατα­κει­μέ­νων.

Μέ αυτάς τας σκέψεις, τιμιώ­τα­τοι αδελφοί και προ­σφι­λέ­στατα τέκνα εν Κυρίω, δοξά­ζο­μεν το υπέρ παν όνομα του Ανα­στά­ντος Κυρίου, του πηγά­ζο­ντος ζωήν εξ οικείου φωτός και φαι­δρύ­νο­ντος τω φωτί της Ανα­στά­σεως τα σύμπα­ντα, δεό­με­νοι Αυτού, του ιατρού των ψυχών και των σωμάτων, του παρέ­χο­ντος ζωήν και ανά­στα­σιν, όπως συγκα­τα­βαί­νων, εν τη αφάτω Αυτού φιλαν­θρω­πία, τω γένει των ανθρώ­πων, χαρί­ζη­ται ημίν το πολύ­τι­μον δώρον της υγείας και κατευ­θύ­νει τα δια­βή­ματα ημών εις οδούς ευθείας, διά να κατα­ξιω­θεί η θεο­δώ­ρη­τος ελευ­θε­ρία ημών εν τώ κόσμω, προ­τυ­πούσα την τελεί­ω­σιν αυτής εν τη επου­ρα­νίω Βασι­λεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύ­μα­τος.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.