Δικαιώθηκε εφοριακός που κατηγορήθηκε αδίκως

Από: 1 λεπτό ανάγνωση

Με την υπ΄αριθμ. 366/13 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η από 12 Απριλίου 2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 7243/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την οποία επιδικάστηκε το αστείο ποσό των 5.092 ευρώ, ως αποζημίωση ενός εφοριακού υπαλλήλου, που είχε κριθεί προσωρινά κρατούμενος ως εμπλεκόμενος, άδικα, σε υπόθεση δωροδοκίας!
Η ένδικη διαφορά του δημοσίου με τον υπάλληλο άρχισε με την από 15 Οκτωβρίου 1999 αγωγή του πρώτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Ο εφοριακός προσλήφθηκε το έτος 1987 στο Ελληνικό Δημόσιο και τοποθετήθηκε αρχικά στην Υπηρεσία Δημοσίων Kτημάτων Ρόδου και στη συνέχεια στην ΥΠΕΔΑ (μετέπειτα ΣΔΟΕ) Ρόδου.
Σε βάρος του ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της δωροδοκίας σε βαθμό κακουργήματος από κοινού και κατ’ εξακολούθηση και της σύστασης. Για τις πράξεις αυτές συνελήφθη την 31η Μαϊου 1989, με το 12/1989 ένταλμα του Ανακριτή του 1ου Τμήματος Ρόδου και μετά την απολογία του, την 7η Ιουνίου 1989 διατάχθηκε με το 14/1989 ένταλμα του ίδιου ανακριτή η προσωρινή κράτησή του και οδηγήθηκε στις Δικαστικές Φυλακές Κω, όπου παρέμεινε προσωρινά κρατούμενος μέχρι την 26η Ιουλίου 1989, όταν η προσωρινή κράτησή του αντικαταστάθηκε με χρηματική εγγύηση.
Μετά το πέρας της ανάκρισης με το 14/1994 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου ο υπάλληλος απηλλάγη της κατηγορίας για δωροδοκία, ενώ για την πράξη της σύστασης έπαυσε οριστικά η κατ’ αυτού ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, χωρίς το ως άνω Συμβούλιο ν’ αποφανθεί για την ύπαρξη ή μη υποχρέωσης του Δημοσίου προς αποζημίωσή του.
Πριν την κοινοποίηση σ’ αυτόν του ως άνω βουλεύματος υπέβαλε την 30ή Μαρτίου 1994 την υπό την αυτή ημερομηνία αίτησή του στον Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου, με την οποία ζήτησε ν’ αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Δημοσίου για αποζημίωσή του λόγω της άδικης προσωρινής κράτησής του, για την αίτηση δε αυτήν εκδόθηκε το 47/1994 βούλευμα του ως άνω Συμβουλίου, με το οποίο αυτό απέσχε από την εξέταση της αίτησης μέχρι την έκδοση απόφασης επί της ποινικής υπόθεσης, για την οποία εκδόθηκε το ως άνω 14/1994 βούλευμα, προκειμένου να προσκομισθούν στο Συμβούλιο τα πρακτικά και η απόφαση που επρόκειτο να εκδοθεί σχετικά με τους συγκατηγορουμένους του, που είχαν παραπεμφθεί με το ως άνω, απαλλακτικό γι’ αυτόν, βούλευμα.
Μετά την εκδίκαση της υπόθεσης ως προς τους υπόλοιπους κατηγορουμένους σε δεύτερο βαθμό και την προσκόμιση των εγγράφων που ζητήθηκαν, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με το 42/1997 βούλευμά του, που εκδόθηκε την 31η Οκτωβρίου 1997 και του επιδόθηκε την 21η Νοεμβρίου 1997, αποφάνθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υπέχει υποχρέωση αποζημίωσής του για την επιβληθείσα ως άνω σ’ αυτόν προσωρινή κράτηση και σύμφωνα με τα παραπάνω η ένδικη αγωγή που του επιδόθηκε την 5η Νοεμβρίου 1999, δηλ. μέσα σε προθεσμία δύο ετών από την επίδοση του ως άνω 42/1997 βουλεύματος, με τo οποίo αναγνωρίσθηκε η προς αποζημίωση υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου, που είναι αναγκαία προϋπόθεση της άσκησης της αγωγής, ασκήθηκε εμπρόθεσμα.
Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά και κατά παραδοχή της έφεσής του εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε κριθεί ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος είχαν υποπέσει στην διετή παραγραφή από την έκδοση του απαλλακτικού 14/1994 βουλεύματος μέχρι την επίδοση της αγωγής, και δίκασε κατ’ ουσίαν την για τον λόγο αυτόν απορριφθείσα αγωγή.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, μη δεχθέν δηλαδή, ότι η παραγραφή άρχισε από την επομένη της έκδοσης του απαλλακτικού 14/1994 βουλεύματος όταν και κατέστη αμετάκλητο (σύμφωνα με το άρθ. 308§1 ΚΠΔ, όπως ίσχυε τότε, καθόσον η κατηγορία αφορούσε εγκλήματα προβλεπόμενα από το άρθ. 1 ν. 1608/1950 και συναφή με αυτά πλημμελήματα), και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη του άρθ. 539§2 ΚΠΔ, εφόσον μάλιστα δεν έγινε δεκτό, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασής του, ότι η αναγνώριση της υποχρέωσης του εναγομένου με το 42/1997 βούλευμα του Συμβουλίου είχε αποκτήσει αμετάκλητο χαρακτήρα και η επίδοση της αγωγής έγινε μετά πάροδο διετίας από το χρονικό αυτό σημείο.
Το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω, κατά την ουσιαστική έρευνα της αγωγής, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων, που υπηρετούσε ως εφοριακός υπάλληλος στην ΥΠΕΔΑ Ρόδου, από την σύλληψη και ειδικότερα την προσωρινή κράτησή του (7-6-1989) τέθηκε αυτοδίκαια σε προσωρινή αργία μέχρι την 15-2-1994, όταν επίσης αυτοδίκαια επανήλθε στην υπηρεσία του, αφού είχε ήδη καταστεί αμετάκλητο το ως άνω (απαλλακτικό) 14/1994 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, ότι το Β’ Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Υπουργείου Οικονομικών κατά την συνεδρίαση της 9 Μαϊου 1995 έκανε δεκτό το αίτημά του για την απόδοση του 1/4 των αποδοχών του που παρακρατήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 7 Ιουνίου 1989 μέχρι 25 Απριλίου 1994 που τελούσε σε αργία. Δέχτηκε παραπέρα ότι κατά το διάστημα αυτό δεν εισέπραξε το επίδομα παραγωγικότητας (ΔΙΒΕΤ) που ανέρχεται για τα έτη 1990 – 1994 στα αναφερόμενα εκεί αναλυτικά κατ’ έτος ποσά και συνολικά στο ποσό των 5.092 ¤, κατά το οποίο ζημιώθηκε εξ αιτίας της άδικης προσωρινής κράτησής του και της συνακόλουθης με αυτήν θέσης του σε αργία που είχε, ως συνέπεια, εκτός άλλων, και την μη καταβολή του επιδόματος αυτού κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά πραγματικά περιστατικά επεδίκασε στον ενάγοντα και το ποσό αυτό ως μέρος της οφειλομένης αποζημίωσης για άδικη προσωρινή κράτηση.