Και νέα διάσταση προσέλαβε στο αστικό πεδίο η ένδικη διαφορά ενός επιχειρηματία της Ρόδου με τον εξάδελφο και τον θείο του, που τον κατήγγειλαν αρμοδίως για τοκογλυφία.
Μετά την έκδοση συγκεκριμένα τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου με την οποία απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί των καταγγελλόντων, όπως αυτοί διατυπώθηκαν σε αίτηση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε σε βάρος τους, ο επιχειρηματίας προχώρησε σε κατάσχεση 6 ακινήτων τους σε κεντρικό σημείο της πόλης της Ρόδου.
Τα ακίνητα, που βρίσκονται σε εμπορικό κέντρο, και χρησιμοποιούνται μεταξύ άλλων και για τη λειτουργία γνωστού ζαχαροπλαστείου, βγαίνουν στο «σφυρί» την 18η Μαϊου 2011 για οφειλή ύψους 30.000 ευρώ ενώ ο επισπεύδων θα αναγγείλει συνολικά οφειλές ύψους 300.000 ευρώ, όσο είναι δηλαδή και το ύψος των χρημάτων, που όπως κατηγορήθηκε, δάνεισε τοκογλυφικά.
Ο επιχειρηματίας θεωρεί συγκεκριμένα ότι διασύρθηκε από τους ισχυρισμούς των δύο συγγενών του και προχωρεί στην κατάσχεση για να εξασφαλίσει την αποπληρωμή των χρημάτων που δάνεισε στον εξάδελφο του.
Θυμίζουμε ότι ο φερόμενος ως θύμα της τοκογλυφίας, καταγγέλθηκε από τον πατέρα του ότι είχε αφαιρέσει φύλλα επιταγών από τηρούμενο μπλοκ επιταγών της οικογενειακής του επιχείρησης και εξέδιδε επιταγές τις οποίες παρέδιδε στον εξάδελφό του προς εξόφληση τοκογλυφικού δανείου πλαστογραφώντας την υπογραφή του ίδιου και του συγγενή συνεταίρου του.
Διατείνεται ειδικότερα πως ο γιος ενός εκ των δύο συνεταίρων του, στα πλαίσια συμβάσεων δανείου που είχε συνάψει με τον εξάδελφο του, του παρέδωσε 180 περίπου επιταγές από τις οποίες άλλες μεν αφαίρεσε από το συρτάρι του λογιστηρίου της επιχείρησης εν αγνοία του λογιστή της, ο οποίος ούτε την ύπαρξη τους εγνώριζε ούτε την αφαίρεση τους αντιλήφθηκε και άλλες προμηθεύτηκε εν αγνοία τους από υποκατάστημα τράπεζας της Ρόδου όπου η εταιρεία τηρούσε τραπεζικό λογαριασμό όψεως ο οποίος από το έτος 2003 ήταν αδρανής.
Το δικαστήριο έκρινε ότι οι καταθέσεις αυτές δεν αντέχουν στη βάσανο της λογικής και ελέγχονται ως αναληθείς. Έκρινε συγκεκριμένα ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι μια εταιρεία, όπως η ανακόπτουσα, με σημαντικό κύκλο εργασιών και οργανωμένο λογιστήριο είχε «ξεχασμένες» επιταγές στα συρτάρια της και ότι δεν εγνώριζε ότι επί 3-4 χρόνια διακινούνταν μέσω του δικού της τραπεζικού λογαριασμού χρηματικά ποσά κάποιων εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, αφού αυτό προϋπέθετε κατ΄αρχήν συμμετοχή των υπαλλήλων της τράπεζας στις παράνομες ενέργειες του γιου του ενός εκ των δύο ιδιοκτητών της ανακόπτουσας επιχείρησης.
Το δικαστήριο έκρινε παραπέρα ότι δεν είναι πειστική και η κατάθεση μάρτυρα της ανακόπτουσας οικογενειακής επιχείρησης ότι δύο απλές υπάλληλοι της τράπεζας χορηγούσαν στον γιο ενός εκ των δύο ιδιοκτητών μπλοκ επιταγών της, διακινδυνεύοντας τη θέση τους στην τράπεζα.
Κρίθηκε επιπλέον ότι δεν μπορεί να γίνει πιστευτό και ότι η τράπεζα χορηγούσε στον ίδιο καινούρια μπλοκ επιταγών, παρά το γεγονός ότι οι επιταγές από τα προηγούμενα εκδοθέντα μπλοκ δεν «επέστρεφαν» εξοφλημένες αλλά κυκλοφορούσαν ανεξέλεγκτα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ανακόπτουσας και του μάρτυρά της, ο καταγγελλόμενος ως τοκογλύφος αντικαθιστούσε τις προηγούμενες επιταγές με νεότερες χωρίς καν να εμφανίζονται στην τράπεζα για εξόφληση.
Το Εφετείο Δωδεκανήσου έκρινε παραπέρα ότι από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι μεταξύ του γιου ενός εκ των δύο ιδιοκτητών της επιχείρησης είχαν συναφθεί πράγματι συμβάσεις δανείου με οφειλόμενο κατά τον μήνα Μάιο του 2007 ποσό ύψους 317.000 ευρώ πλέον του ποσού των 17.000 ευρώ για την εξασφάλιση του οποίου είχε εκδοθεί η επιταγή για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής και ζητήθηκε η ανακοπή της.
Υπέρ της άποψης του δικαστηρίου ότι ο γιος ενός εκ των δύο ιδιοκτητών της επιχείρησης είχε τη συγκατάθεση του πατέρα του – των εκπροσώπων της ανακόπτουσας οικογενειακής εταιρείας- για να εκδίδει και να υπογράφει αντ’ αυτών τις προαναφερόμενες επιταγές συνηγορεί και το γεγονός ότι στις 24 Μαϊου 2007 υπέγραψε ενώπιον συμβολαιογράφου σύμβαση αναγνώρισης του χρέους του γιου του στον εξάδελφο του, συνολικού ύψους 317.000 ευρώ προερχόμενου από 14 επιταγές που είχε εκδώσει ο τελευταίος στα πλαίσια της μεταξύ τους συναλλαγής, πράξη στην οποία δεν θα είχε προβεί αν οι επιταγές αυτές ήταν πλαστογραφημένες έστω κι αν κινδύνευε από ενδεχόμενη σφράγιση τους.













