ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Προκαταρκτική έρευνα για τις συνθήκες θανάτου του Αλέξανδρου Βέλιου

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Βέλιος

Της Άννας Καν­δύ­λη

Εντο­λή για τη διε­νέρ­γεια προ­κα­ταρ­κτι­κής έρευ­νας προ­κει­μέ­νου να διε­ρευ­νη­θούν οι συν­θή­κες θα­νά­του του δη­μο­σιο­γρά­φου Αλέ­ξαν­δρου Βέ­λιου, έδωσε ο προϊ­στά­με­νος της ει­σαγ­γε­λί­ας Πρω­το­δι­κών Ηλιας Ζα­γο­ραί­ος.

Ο κ. Ζα­γο­ραί­ος ζητά με την πα­ραγ­γε­λία του να ανα­ζη­τη­θεί εάν κά­ποιος βο­ή­θη­σε το δη­μο­σιο­γρά­φο να φύγει από τη ζωή.

Αφορ­μή για την πα­ρέμ­βα­ση στά­θη­κε δη­μο­σί­ευ­μα στον ηλε­κτρο­νι­κό Τύπο, όπου γί­νε­ται ανα­φο­ρά, με­τα­ξύ άλλων, σε σύ­ριγ­γα με δη­λη­τή­ριο και για­τρό πρό­θυ­μο να συν­δρά­μει στην επι­θυ­μία του δη­μο­σιο­γρά­φου.

Το  δη­μο­σί­ευ­μα που προ­κά­λε­σε την διε­νέρ­γεια έρευ­νας

Ο δη­μο­σιο­γρά­φος Δη­μή­τρης Αλι­κά­κος και φίλος του Αλέ­ξαν­δρου Βέ­λιου πε­ρι­γρά­φει στο protagon.gr τις συ­γκλο­νι­στι­κές τε­λευ­ταί­ες στιγ­μές του 63χρο­νου δη­μο­σιο­γρά­φου και κυ­ρί­ως τον τρόπο με τον οποίο επέ­λε­ξε να δώσει ο ίδιος ένα τέλος στη ζωή του χτυ­πη­μέ­νος από την επά­ρα­τη νόσο.

Μά­λι­στα ο Δ. Αλι­κά­κος πα­ρα­δέ­χε­ται ότι ο Α. Βέ­λιος του ζή­τη­σε να είναι εκεί­νος που θα του κάνει τη θα­να­τη­φό­ρο ένεση.

Δια­βά­στε πως πε­ρι­γρά­φει τη συ­γκλο­νι­στι­κή εμπει­ρία του:

«Το από­γευ­μα της 29ης Αυ­γού­στου μου τη­λε­φώ­νη­σε για να μου πει πότε είναι η κη­δεία του. “Την Τε­τάρ­τη είναι η κη­δεία μου”» γρά­φει ο Δ. Αλι­κά­κος. «”Έχεις κα­τα­λά­βει τι μου λες;” του είπα σο­κα­ρι­σμέ­νος. Έβαλε τα γέλια. Ναι ρε φίλε, τα γέλια. Στις 31 μού ζή­τη­σε να το γράψω σε μια κά­με­ρα. “Γράψ­το γιατί κα­νείς δεν θα σε πι­στέ­ψει. Άσε που θέλω και κόσμο στην κη­δεία μου και έχει άλλη βα­ρύ­τη­τα να τους κα­λέ­σω εγώ”. Πάλι γέλια

»Το σχέ­διο του Βέ­λιου ήταν απλό: αφού θα πε­θά­νω που θα πε­θά­νω, ας κάνω τον θά­να­τό μου ση­μαία στο δι­καί­ω­μα ενός αξιο­πρε­πούς τέ­λους. Εγώ θα πω το πότε θα πε­θά­νω, όχι ο καρ­κί­νος.

»Στην αρχή το σχέ­διο του Βέ­λιου είχε Ελ­βε­τία, ένα ει­δι­κό κέ­ντρο που πας και πε­θαί­νεις («υπο­βοη­θού­με­νη ευ­θα­να­σία»). Λόγοι οι­κο­νο­μι­κοί, αλλά και άλλοι που δεν έχει νόημα να ανα­φερ­θούν, η Ελ­βε­τία βγήκε από το σχέ­διο.

»Και τώρα τι θα κά­νεις; “Είμαι τυ­χε­ρός, με βρήκε ένας για­τρός. Αυτός προ­σφέρ­θη­κε να κάνει τη “δου­λειά”.

»Στις 30 του μηνός γιορ­τά­ζω, θέλω να απο­χαι­ρε­τή­σω τους φί­λους μου. Στις 31 θα μπω νο­σο­κο­μείο, και στις 4 Σε­πτεμ­βρί­ου θα κλεί­σω το μάτι στο για­τρό. Όρμα!.

»Βρε ποιον για­τρό και ποιο νο­σο­κο­μείο; Είναι αδύ­να­τον να γίνει εκεί,αντέ­δρα­σα. Σσσσ… μη μιλάς, μη φω­νά­ζεις, πρέ­πει να τους προ­στα­τέ­ψου­με. Κι εγώ πρέ­πει να λυ­τρω­θώ από το μαρ­τύ­ριο.

»Στις 31 Αυ­γού­στου μπήκε στο νο­σο­κο­μείο, όπως το είχε (είχαν) σχε­διά­σει. Δω­μά­τιο 308. Μια νο­σο­κό­μα προ­σπά­θη­σε να τον βοη­θή­σει να ξα­πλώ­σει στο κρε­βά­τι. “Δεν είμαι ανή­μπο­ρος καλή μου κο­πέ­λα, ετοι­μο­θά­να­τος είμαι”. Μόλις τε­λεί­ω­σαν τα πέρα δώθε του προ­σω­πι­κού μεί­να­με για λίγο μόνοι. “Θέλω κόσμο στην κη­δεία μου την Τε­τάρ­τη”.

»Αργά το βράδυ με πήρε στο τη­λέ­φω­νο. Ξαφ­νιά­στη­κα. “Συμ­βαί­νει κάτι;”. “Ο για­τρός δεί­χνει φο­βι­σμέ­νος. Θα σου πω ορι­στι­κά αύριο”.

»Την επό­με­νη μέρα, πρώτη του μήνα, η (πρώτη) εμπλο­κή επι­βε­βαιώ­θη­κε επί­ση­μα. Ο για­τρός “το ξα­να­σκέ­φτη­κε” και ανα­κοί­νω­σε στον Αλέ­ξαν­δρο ότι στο νο­σο­κο­μείο δεν μπο­ρεί να γίνει αυτό που θέλει… (Λο­γι­κό, αλλά τότε γιατί του είπε να πάει εκεί;)

»Το με­ση­μέ­ρι με πήρε τη­λέ­φω­νο. “Θα πάρω εξι­τή­ριο το Σάβ­βα­το και την Κυ­ρια­κή τε­λειώ­νουν όλα. Πώς; Με ποιον τρόπο;”. Μου πε­ριέ­γρα­ψε τα πάντα.

»Στις 2 του μηνός, είχε πολ­λές επι­σκέ­ψεις στο δω­μά­τιό του. Τρεις γνω­στοί του δη­μο­σιο­γρά­φοι είχαν ρα­ντε­βού μαζί του στις 12 το με­ση­μέ­ρι. “Έλα πιο νωρίς εσύ”. Τον είδα για δέκα λεπτά λίγο μετά τις 11. Μπαί­νο­ντας στο δω­μά­τιο, έβγαι­νε ο για­τρός. Δεν με είδε. “Α καλώς τον! Για σένα μι­λού­σα­με”. “Για μένα;”. Μπήκε στην τουα­λέ­τα για να πλυ­θεί. Από εκεί τον άκου­σα να μου λέει: “Τε­λι­κά εσύ θα το κά­νεις”. Γέ­λα­σα. “Και γιατί να μην το κάνω, αλλά ποιο;”. “Την ένεση”. Σιωπή.“Ξέ­ρεις να κά­νεις ένεση;”. Σιωπή. Βγήκε από το λου­τρό και με αργές κι­νή­σεις κά­θι­σε σε μια ανα­παυ­τι­κή πο­λυ­θρό­να. Εκεί ξε­κί­νη­σε ο μο­νό­λο­γος: “Αύριο παίρ­νω εξι­τή­ριο. Την Κυ­ρια­κή θα έρθει ο για­τρός να μου φέρει τη σύ­ριγ­γα. Θα έρ­θεις κι εσύ. Δεν χρειά­ζε­ται να μου κά­νεις ένεση, πλάκα έκανα, θα σου δεί­ξει απλώς πώς να την κου­μπώ­σεις στην “πε­τα­λού­δα” που έχω στο στή­θος μου. Μετά θα πα­τή­σεις την ένεση. Και φύγε αμέ­σως. Δικός μου άν­θρω­πος θα ει­δο­ποι­ή­σει το για­τρό να έρθει για να πι­στο­ποι­ή­σει το θά­να­το, και βέ­βαια το γρα­φείο τε­λε­τών”. Δεν μπο­ρεί, δεν το ζω αυτό, σκέ­φτη­κα. Κα­τά­λα­βα αμέ­σως ότι βρί­σκε­ται σε τε­ρά­στιο αδιέ­ξο­δο. Άλ­λα­ξα κου­βέ­ντα. Τον ρώ­τη­σα πως αι­σθά­νε­ται και αν πο­νά­ει. Μου είπε πως δεν πο­νού­σε και πως ο χώρος του νο­σο­κο­μεί­ου έκανε καλό στην ψυ­χο­λο­γία του. “Καλώς, θα τα πούμε το από­γευ­μα”.

»Στις 9.30 χτύ­πη­σα το κου­δού­νι. Μου άνοι­ξε ένα γλυ­κύ­τα­το πλά­σμα. Η εξά­χρο­νη κο­ρού­λα του. Εκεί­νος κα­θό­ταν στο γρα­φείο του. “Έλα να σου δείξω τι θέλω να πω”. Μου διά­βα­σε λίγες γραμ­μές από ένα χει­ρό­γρα­φο κεί­με­νο. “Δεν έχει νόημα Αλέ­ξαν­δρε, τα έχεις πει όλα, επα­να­λαμ­βά­νε­σαι”. “Συμ­φω­νώ, απλώς ήθελα να μου το επι­βε­βαιώ­σεις”. Ση­κώ­θη­κε, με με­γα­λύ­τε­ρη δυ­σκο­λία από κάθε άλλη φορά, και κά­θι­σε απέ­να­ντί μου. “Είσαι ένας από τους λί­γους αν­θρώ­πους που σε λίγο θα γνω­ρί­ζουν τα πάντα. Το τε­λι­κό πια σχέ­διο. Είναι δι­καί­ω­μά σου να πα­ρα­δε­χθείς ότι γνώ­ρι­ζες ή όχι. Αύριο θα πε­θά­νω. Όχι ακρι­βώς όπως θα ήθελα, δη­λα­δή με ευ­θα­να­σία, αλλά με ΜΗ υπο­βοη­θού­με­νη ευ­θα­να­σία. Δη­λα­δή –για να μην μασάω τα λόγια μου- θα αυ­το­κτο­νή­σω. Θες να σου δια­βά­σω την στερ­νή ανα­κοί­νω­σή μου; Άνοι­ξε την κα­με­ρού­λα σου”.

»Το με­ση­μέ­ρι της Κυ­ρια­κής, 4 Σε­πτεμ­βρί­ου, έκα­τσε για τε­λευ­ταία φορά στο οι­κο­γε­νεια­κό τρα­πέ­ζι. Το από­γευ­μα απο­μα­κρύν­θη­κε από το σπίτι η κο­ρού­λα του.

»Αργά το από­γευ­μα υπήρ­ξε και άλλη εμπλο­κή. Η συ­ντα­γή (δη­λα­δή το φάρ­μα­κο-φαρ­μά­κι και η δο­σο­λο­γία του) της «μη υπο­βοη­θού­με­νης ευ­θα­να­σί­ας» που του έδωσε (ποιος;), κάθε άλλο παρά αξιό­πι­στη ήταν. Τα λόγια του ήταν ακρι­βώς τα εξής: “Ρώ­τη­σα τρεις για­τρούς και μου είπαν ότι κιν­δυ­νεύω να βα­σα­νι­στώ και στο τέλος να κα­τα­λή­ξω στην εντα­τι­κή, αντί στο νε­κρο­θά­λα­μο. Είμαι σε από­λυ­το αδιέ­ξο­δο”. “Μην προ­χω­ρή­σεις, κάτι μπο­ρεί να πάει στρα­βά, ξα­να­σκέ­ψου το. Φεύ­γου­με μαζί για Ελ­βε­τία την Τρίτη”, του είπα στο τη­λέ­φω­νο. Στη συ­νέ­χεια πήρα κι εγώ έναν φίλο για­τρό και, χωρίς να του πω ονό­μα­τα και λε­πτο­μέ­ρειες, μου είπε ακρι­βώς το ίδιο: “Καμία εγ­γύ­η­ση για τέλος ανώ­δυ­νο και ει­ρη­νι­κό”. Κό­ντευα να τρε­λα­θώ. Ωστό­σο, αφού είχε πει­στεί για το ανα­σφα­λές της “συ­ντα­γής” πί­στε­ψα ότι θα το ανα­βά­λει. Ο Βέ­λιος ήταν “τε­τρά­γω­νος”, ήμουν βέ­βαιος ότι δεν θα έπαι­ζε στα ζάρια τον εφιάλ­τη. Λά­θε­ψα.

»Σύμ­φω­να με όλες τις εν­δεί­ξεις, η “δια­δι­κα­σία»”πρέ­πει να ξε­κί­νη­σε λίγο μετά τα με­σά­νυ­χτα. Μόνος.Ούτε σύ­ριγ­γα υπήρ­ξε του για­τρού, ούτε για­τρός, ούτε βοη­θός. Από το πρωί της Κυ­ρια­κής, τα τη­λέ­φω­να που πί­στευε ότι θα ήταν ανοι­χτά, ήταν όλα απε­νερ­γο­ποι­η­μέ­να. Κρα­τή­στε το αυτό. Αλ­λιώς τα σχε­δί­α­σε και αλ­λιώς του ήρθαν. Το σχέ­διο του φόβου, της ανευ­θυ­νό­τη­τας και της ανη­θι­κό­τη­τας κά­ποιων αν­θρώ­πων ήταν πιο ισχυ­ρό από το δικό του.

»Κα­νείς δεν θα μάθει πόσο ακρι­βώς κρά­τη­σε, πώς ένιω­σε, τι συ­ναι­σθή­μα­τα βίωσε εκεί­να τα δρα­μα­τι­κά τε­λευ­ταία λεπτά. Μόνο εκ των υστέ­ρων η ευχή και η πίστη να μην βα­σα­νί­στη­κε. Μόνο αυτό απα­λύ­νει τον πόνο των δικών του αν­θρώ­πων. Αυτό και η ελ­πί­δα κά­ποιοι Άν­θρω­ποι (ή έστω ένας) να απο­φά­σι­σαν την τε­λευ­ταία στιγ­μή να παί­ξουν με τη φωτιά, προ­σφέ­ρο­ντάς του ασφα­λή τρόπο και καλό-γα­λή­νιο θά­να­το. Ελ­πί­δα και ευχή ότι έγινε τε­λι­κά υπο­βοη­θού­με­νη ευ­θα­να­σία με όλη τη ση­μα­σία της λέξης –όσο γί­νε­ται σε συν­θή­κες πα­ρα­νο­μί­ας. Ποτέ, ίσως, δεν θα μά­θου­με».

Και ο Δη­μή­τρης Αλι­κά­κος κα­τα­λή­γει:

«Ήταν 63 ετών.

Χτε­νι­σμέ­νος, κα­θα­ρός και ντυ­μέ­νος στα λευκά.

(Το cd player βρέ­θη­κε σε λει­τουρ­γία, και μέσα ένα δι­σκά­κι της Φλέ­ρυς Ντα­ντω­νά­κη με το αγα­πη­μέ­νο του τρα­γού­δι -του συν­θέ­τη Γιάν­νη Πα­παϊ­ω­άν­νου:

Άνοι­ξε, άνοι­ξε,

γιατί δεν αντέ­χω,

φτά­νει πια, φτά­νει πια

να με τυ­ραν­νάς.)».

enikos.gr/protagon.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.