ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ο τολμηρός καπετάνιος από τη Σύμη που ανακάλυψε το περίφημο «Ναυάγιο των Αντικυθήρων»

news room 1 λεπτό ανάγνωση
15

Πέ­θα­νε πα­ρά­λυ­τος και χρε­ο­κο­πη­μέ­νος. Γιατί αρ­νή­θη­κε να το απο­κα­λύ­ψει στους ξέ­νους και τι έγρα­ψε στο τε­λευ­ταίο γράμ­μα στον πρω­θυ­πουρ­γό…

Ο Συ­μια­κός κα­πε­τά­νιος Δη­μή­τρης Κο­ντός ήταν αυτός που ανα­κά­λυ­ψε με το πλή­ρω­μα του το πε­ρί­φη­μο «Ναυά­γιο των Αντι­κυ­θή­ρων». Το εντό­πι­σε ΒΑ των Αντι­κυ­θή­ρων στην πε­ριο­χή «Πι­να­κά­κια».  Η πρώτη ανέλ­κυ­ση του ναυα­γί­ου που έγινε την πε­ρί­ο­δο 1900-1901 συ­νι­στά και την πρώτη με­γά­λης έκτα­σης ενά­λια έρευ­να πα­γκο­σμί­ως. Την επι­χεί­ρη­ση ανέ­λα­βε και κα­θο­δή­γη­σε ο κα­πε­τά­νιος Δη­μή­τρης Κο­ντός. Το πλή­ρω­μα του ανέ­βα­σε στην επι­φά­νεια τα ανε­κτί­μη­της αξίας αρ­χαιο­λο­γι­κά ευ­ρή­μα­τα με τη συν­δρο­μή πλοί­ων του Ελ­λη­νι­κού Βα­σι­λι­κού Ναυ­τι­κού. Τον Απρί­λιο, την Με­γά­λη Εβδο­μά­δα του 1900, δύο σπογ­γα­λιευ­τι­κά  σκάφη, το «Ευ­τέρ­πη», και ο αχταρ­μάς «Καλ­λιό­πη» με κα­πε­τά­νιο τον Δη­μή­τριο Κοντό με το πλή­ρω­μα του, δύτες και ναύ­τες, ξε­κι­νά­νε το τα­ξί­δι από την Σύμη με προ­ο­ρι­σμό την Μπαρ­μπα­ριά (Βό­ρειο Αφρι­κή)  για να αλιεύ­σουν σφουγ­γά­ρια. Στη πο­ρεία του τα­ξι­δί­ου λόγω σφο­δρής κα­κο­και­ρί­ας, ο κα­πε­τά­νιος απο­φα­σί­ζει να αγκυ­ρο­βο­λή­σουν μέχρι να κο­πά­σει η θα­λασ­σο­τα­ρα­χή ΒΑ των Αντι­κυ­θή­ρων ή Τσι­ρι­γό­το (όπως ήταν η ενε­τι­κή ονο­μα­σία εκ του Cerigotto). Το ση­μείο βρι­σκό­ταν στην πε­ριο­χή «Πι­να­κά­κια», 25 μέτρα από το ακρω­τή­ριο «Γλυ­φά­δια». Οι σφουγ­γα­ρά­δες και το καΐκι τους στην πε­ριο­χή όπου ανα­κά­λυ­ψαν το ναυά­γιο.

Τη Με­γά­λη Τρίτη 4 Απρι­λί­ου, αφού είχε καλ­μά­ρει ο και­ρός, ο κα­πε­τά­νιος έδωσε εντο­λή σε ένα δύτη του, τον Ηλία Λυ­κο­πά­ντη (γνω­στό και ως Στα­διώ­τη) να βου­τή­ξει για να δει αν έχει κάτω σφουγ­γά­ρια. Δεν περ­νά­νε ελά­χι­στα λεπτά και ο δύτης αμέ­σως δίνει σήμα να τον ανε­βά­σουν επάνω. Έδει­χνε αλα­φια­σμέ­νος  και αμέ­σως ενη­με­ρώ­νει τον Δη­μή­τριο Κοντό τι είχε δει….

Βου­τά­ει και ο κα­πε­τά­νιος, έμπει­ρος βου­τη­χτής και αυτός και εντυ­πω­σιά­ζε­ται από το αρ­χαίο ναυά­γιο που αντί­κρυ­σε στον επι­κλι­νή βυθό βά­θους 42 μέ­τρων. Αμέ­σως ξε­χω­ρί­ζει ένα μπρού­τζι­νο άγαλ­μα χω­μέ­νο στον βυθό από το οποίο απο­σπά το δεξί χέρι και το ανε­βά­ζει στο πλοίο. Όλο το πλή­ρω­μα και οι δύτες θαυ­μά­ζουν το κα­λο­φτιαγ­μέ­νο χέρι. Στην συ­νέ­χεια βάζει ση­μά­δια στη θέση του ναυα­γί­ου και συ­νε­χί­ζουν το τα­ξί­δι. Επι­στρέ­φο­ντας μετά από έξι μήνες, στην Σύμη όπου εκεί­νη την πε­ρί­ο­δο βρι­σκό­ταν υπό Τουρ­κι­κή κα­το­χή το συ­ζη­τά­ει με τους δη­μο­γέ­ρο­ντες του νη­σιού και απο­φα­σί­ζε­ται να ενη­με­ρώ­σει την Ελ­λη­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση….

Στις 7 Νοεµβρίου 1900, ο Δη­μή­τριος Κο­ντός µε έγ­γρα­φο του ενηµέρωνε τον Σπυ­ρί­δω­να Στάη, υπουρ­γό Εκ­κλη­σια­στι­κών και Δη­μο­σί­ας Εκ­παι­δεύ­σε­ως σχε­τι­κά µε τα αρ­χαίο αντι­κείµενο το οποίο ανέ­συ­ρε από τη θα­λάσ­σια πε­ριο­χή των Αντι­κυ­θή­ρων, ενώ κα­τα­δύ­ο­νταν για δική τους ερ­γα­σία : «Ο υπο­φαι­νό­με­νος αλιεύ­ων σπόγ­γους εν ελ­λη­νι­κοί ύδα­σιν άνευ­ρον εν τω βυθώ της θα­λάσ­σης δε­ξιάν χείρα χαλ­κού αγάλ­μα­τος κατά τι με­γα­λει­τέ­ραν του φυ­σι­κού.» Ζη­τού­σε επί­σης από τη Γε­νι­κή Εφο­ρεία Αρ­χαιο­τή­των την άδεια να συ­νε­χί­σει την ανέλ­κυ­ση με δικά του έξοδα: «ιδία δα­πά­νη να ερευ­νή­σω και ανα­σύ­ρω εκ του βυθού της θα­λάσ­σης τα τυχόν εκεί υπάρ­χο­ντα άλλα αρ­χαία αντι­κεί­με­να». Και στην συ­νέ­χεια ρώ­τη­σε: «ποία έσται η αμοι­βή ην θέλω λάβει παρά της Ελ­λη­νι­κής Κυ­βερ­νή­σε­ως εν η πε­ρι­πτώ­σει αι ερευ­ναί μου ήθε­λον στε­φτεί υπό επι­τυ­χί­ας.»…

Στις 7 Νο­εμ­βρί­ου 1900, η απά­ντη­ση ήταν άµεση και θε­τι­κή και υπο­γρα­φό­ταν από τον Υπουρ­γό  Σπυ­ρί­δω­να Στάη. Ο Υπουρ­γός ενηµέρωσε τον κα­πε­τά­νιο ότι το κρά­τος ήταν πρόθυµο να συν­δράµει µε την απο­στο­λή πολεµικού πλοί­ου και µε οποιο­δή­πο­τε άλλο µέσο προ­κειµένου να ανελ­κυ­θούν από τον πυθµένα τα  αρ­χαία αγάλµατα και διευ­κρί­νι­σε ότι «επει­δή δε η υπη­ρε­σία ην θέ­λε­τε πα­ρά­σχει τω Εθνι­κώ ημών Μου­σείω είναι με­γά­λην, δια­βε­βαιού­μεν υμάς ότι η χο­ρη­γη­θη­σό­με­νη υμίν αμοι­βή θα είναι γεν­ναία.»…

Στις 21 Νο­εμ­βρί­ου 1900, ο Υπουρ­γός ζή­τη­σε από τον ομό­λο­γο του επί των ναυ­τι­κών την συν­δρο­μή πο­λε­μι­κού πλοί­ου. Η κα­κο­και­ρία εμπό­δι­σε τον από­πλου του σπογ­γα­λιευ­τι­κού  κα­ΐ­κιού και του οπλι­τα­γω­γού «Μυ­κά­λη» μέχρι τις 24 Νο­εμ­βρί­ου 1900. Η ανέλ­κυ­ση πα­ρου­σί­α­σε τε­ρά­στιες δυ­σκο­λί­ες, λόγω των αντί­ξο­ων και­ρι­κών συν­θη­κών και της αδυ­να­μί­ας πα­ρα­μο­νής των δυτών στο βυθό για με­γά­λο χρο­νι­κό διά­στη­μα. Το «Μυ­κά­λη» πλοίο με­γά­λου εκτο­πί­σμα­τος δεν μπο­ρού­σε να πλη­σιά­σει τις ακτές και στις 27 Νο­εμ­βρί­ου 1900 επέ­στρε­ψε με όσα αρ­χαία είχαν ανελ­κυ­σθεί….

Στις 29 Νο­εμ­βρί­ου 1900, το σπογ­γα­λιευ­τι­κό καΐκι και το ατμό­πλοιο «Σύρος» προ­σέγ­γι­σε τον τόπο του ναυα­γί­ου  όπου και απέ­στει­λε τη­λε­γρα­φι­κή ανα­φο­ρά προς την Γε­νι­κή Εφο­ρεία Αρ­χαιο­τή­των. Δυ­στυ­χώς όμως η κα­κο­και­ρία τους ανά­γκα­σε να απο­κλει­σθούν στον όρμο του Αγίου Νι­κο­λά­ου Κυ­θή­ρων για αρ­κε­τές ημέ­ρες : «ευ­ρι­σκό­με­θα απο­κε­κλει­σμέ­νοι εν όρμο Αγίου Νι­κο­λά­ου, περί ανελ­κύ­σε­ως αρ­χαί­ων ούδε σκέ­ψις δύ­να­ται να γίνη ένεκα φο­βε­ρω­τά­της τρι­κυ­μί­ας επι­κρα­τού­σης ενταύ­θα»….

Τε­λι­κά το «Σύρος» ανα­χώ­ρη­σε για τον Πει­ραιά και τα ανελ­κυ­σθέ­ντα αρ­χαία, προ­κα­λώ­ντας δια­μαρ­τυ­ρία του κα­πε­τά­νιου προς το υπουρ­γείο : «αδύ­να­τον να ερ­γα­σθώ­μεν χωρίς συν­δρο­μήν. Η ερ­γα­σία χρειά­ζε­τε υπο­μο­νήν. Απα­ντή­σα­τε. Δη­μή­τριος Κο­ντός». Στις 8 Ια­νουα­ρί­ου 1901, σε τη­λε­γρά­φη­μα αναγ­γέλ­θη­κε η ανέλ­κυ­ση του «Έφη­βου των Αντι­κυ­θή­ρων». Για την ρυ­μούλ­κη­ση των βα­ρέ­ων αγαλ­μά­των χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν ξανά στον τόπο του ναυα­γί­ου το «Μυ­κά­λη», συ­νο­δευό­με­νο από το «Σύρος» και μια σκε­πα­στή φορ­τη­γί­δα με γε­ρα­νό, ενώ λίγο αρ­γό­τε­ρα προ­στέ­θη­κε και μια μικρή τορ­πι­λο­θέ­τι­δα «Αι­γιά­λεια». Οι Έφο­ροι Αρ­χαιο­τή­των που είχαν µετα­βεί στην πε­ριο­χή για να πα­ρα­κο­λου­θή­σουν από κοντά τις ερ­γα­σί­ες του Δημ. Κο­ντού και των δυτών, ενηµέρω­ναν σχε­δόν καθηµερινά, µέσω τη­λε­γρα­φηµάτων, το Υπουρ­γείο σχε­τι­κά µε την πο­ρεία των ερ­γα­σιών. Όλα τα αντι­κείµενα που ανα­σύ­ρο­νταν από το βυθό, συ­ντάσσoνταν κα­τά­λο­γός τους και απο­στέλ­λο­νταν, επί­σης τη­λε­γρα­φι­κά . Στις ερ­γα­σί­ες όταν είχε πα­ρευ­ρε­θεί και ο νο­μι­κός σύμ­βου­λος του υπουρ­γού Σπυ­ρί­δω­να Στάη, ο οποί­ος στο ημε­ρο­λό­γιό του με­τα­ξύ άλλων είχε γρά­ψει και τα εξής :…

Είναι ακα­τά­λη­πτος η φι­λο­πα­τρία των αγα­θών νη­σιω­τών, οι οποί­οι όχι μόνο αδέ­σπο­τον αρ­χαιο­λο­γι­κόν θη­σαυ­ρόν κα­τέ­δει­ξαν, αλλά και με μό­χθους και κιν­δύ­νους, των οποί­ων την φρί­κην τί­πο­τε δεν δύ­να­ται να πε­ρι­γρά­ψει, τον απο­σπούν από βά­θους 35 ορ­γυών και τον προ­σφέ­ρουν στο Έθνος. Ένα μέρος των θη­σαυ­ρών, εάν επώ­λουν εις το εξω­τε­ρι­κόν, θα ήρκει διά να απαλ­λα­γούν το υπό­λοι­πον του βίου των, των βα­σά­νων και των κιν­δύ­νων του φο­βε­ρό­τε­ρου των επαγ­γελ­μά­των»…

Η από­φα­ση για απο­ζη­μί­ω­ση του κα­πε­τά­νιου

Στις 26 Φε­βρουα­ρί­ου 1901, ο Αντι­πρό­ε­δρος της Αρ­χαιο­λο­γι­κής Εται­ρεί­ας γνω­στο­ποί­η­σε προς το υπουρ­γείο την διά­θε­ση να κα­τα­βά­λει 500 δραχ­μές σε κα­θέ­να από τους επτά δύτες. Ο υπουρ­γός Σπ. Στάης απά­ντη­σε με ευ­χα­ρι­στή­ριο επι­στο­λή προς την Αρ­χαιο­λο­γι­κή Εται­ρεία με Αρ. Πρωτ. 3303/26-2-1901. Στις 18 Οκτω­βρί­ου 1901, μετά το πέρας της ανέλ­κυ­σης ο υπουρ­γός συ­γκά­λε­σε την αρ­χαιο­λο­γι­κή επι­τρο­πή για τον κα­θο­ρι­σμό της αμοι­βής κα­πε­τά­νιου και δυτών σύµφωνα µε το Άρθρο 37, µετα­φρασµένο από την αγ­γλι­κή του Νόµου ΒΜΧς «Περί Αρ­χαιο­τή­των»….

Το πρα­κτι­κό της Αρ­χαιο­λο­γι­κής επι­τρο­πής 81/27-10-1901 έγρα­φε : «η επι­τρο­πή έχου­σα υπ” όψιν το άρθρο 37 του νόμου ΒΧΜΣ” της 24 Ιου­λί­ου 1899 σκε­φθεί­σα ότι ο Δη­μή­τριος Ελ. Κο­ντός υπέ­δει­ξε τον εν τω θα­λάσ­ση τόπον, ενω εκεί­το­ντο τα αρ­χαία και ανέ­λα­βε να πα­ρά­σχει εις το Κρά­τος την εαυ­τού συν­δρο­μήν πρός ανέλ­κυ­ση αυτών, ανέ­λα­βε δηλ. δι” ιδίων δυτών και ιδία δα­πά­νη να ανελ­κύ­σει αυτά, σταθ­μή­σα­σα την επι­στη­μο­νι­κήν αξίαν των υπ” αυτού ανελ­κυ­σθέ­ντων χαλ­κών, μαρ­μά­ρι­νων και λοι­πών αρ­χαί­ων, τας κα­τα­βλη­θεί­σας υπό τού­του ερ­γα­σί­ας και γι­νο­μέ­νας δα­πά­νας, απο­φαί­νε­ται όπως χο­ρη­γη­θεί τω Δημ. Ελ. Κοντώ αμοι­βή υπό του κρά­τους εν όλω εκα­τον πε­ντή­κο­ντα χι­λιά­δες (150.000) δια την υπό­δει­ξιν και ερ­γα­σί­αν προς ανέλ­κυ­ση των πε­ρί­ων ο λόγος αρ­χαία.»…

Κατά την δια­δι­κα­σία κα­τα­βο­λής δεν έλει­ψαν και δια­φω­νί­ες. Στις 8 Νο­εμ­βρί­ου 1901, οι δύτες προ­χώ­ρη­σαν σε συ­ντη­ρη­τι­κή κα­τά­σχε­ση με Αρ. Πρωτ. του υπουρ­γεί­ου Οι­κο­νο­μι­κών 114114/8-11-1901 κατά του Κο­ντού, με σκοπό την εξα­σφά­λι­ση της αμοι­βής τους. Οι οι­κο­νο­μι­κές οφει­λές προς τους δύτες τα­κτο­ποι­ή­θη­καν σύ­ντο­μα….

Το απελ­πι­σμέ­νο γράμ­μα στον πρω­θυ­πουρ­γό για βο­ή­θεια…

Στις 24 Μαΐου 1914, ο κα­πε­τά­νιος συ­ντάσ­σει μια επι­στο­λή  και την απο­στέλ­λει στο Πρω­θυ­πουρ­γό Ελ. Βε­νι­ζέ­λο :…

«Του ανα­φέ­ρει ότι είχε ζη­μιω­θεί 14.500 χρυ­σές δραχ­μές, καθώς είχε χρε­ω­θεί ο ίδιος τον εξο­πλι­σμό, την αμοι­βή των δυτών, του πλη­ρώ­μα­τος και είχε ανα­γκα­σθεί να εγκα­τα­λεί­ψει την Σύμη και την σπογ­γα­λιεία για πε­ρισ­σό­τε­ρο από ένα χρόνο. Με­τα­ξύ άλλων ανέ­φε­ρε: «μετά πε­ρι­φρο­νή­σε­ως απέρ­ρι­ψα την αδράν αμοι­βήν ην ξένοι μοι προ­σέ­φε­ρον, όπως υπο­δεί­ξω απλώς την θέσιν των αγαλ­μά­των, ην υπέ­κρυ­ψα μετ” άκρου ζήλου και φι­λο­πα­τρί­ας».   Επί­σης ανέ­φε­ρε ότι η επι­τρο­πή όφει­λε σύμ­φω­να μετά άρθρα 10 και 11 του νόμου «Περί Αρ­χαιο­τή­των», να κα­θο­ρί­σει την αμοι­βή του στο ½ της αξίας των ευ­ρη­μά­των. Από τις 150.000 δραχ­μές της αμοι­βής : «εξών αφ” ού επλή­ρω­σα όλα τα γε­γό­με­να έξοδα είς τρο­φάς, μι­σθούς δυτών και πλη­ρώ­μα­τα και άλλα διά­φο­ρα, δεν μοι απέ­μει­ναν εί μόλις 10.000 χι­λιά­δων χρυ­σών δραχ­μών, αί­τι­νες ήσαν μι­σθός ενός απλού διευ­θυ­ντού αλλά δεν επήρ­κε­σαν καν να κα­λύ­ψω­σι την ζη­μί­αν». Ήταν τόσα πολλά τα έξοδα της ανέλ­κυ­σης της οποί­ας είχε ανα­λά­βει ο Δημ. Κο­ντός  με απο­τέ­λε­σμα να μην μπο­ρέ­σει να ανα­κάμ­ψει οι­κο­νο­μι­κά και επι­πλέ­ον όταν επέ­στρε­ψε στο επάγ­γελ­μα του σπογ­γα­λιέ­ως, κατά μία τρα­γι­κή συ­γκυ­ρία, στην διάρ­κεια κα­τά­δυ­σης με σκά­φαν­δρο να υπο­στεί πα­ρά­λυ­ση. Στην συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­νη επι­στο­λή προς τον Πρω­θυ­πουρ­γό Ελ. Βε­νι­ζέ­λο κα­τέ­λη­γε: «Πά­ντων ούτως εχό­ντων προ­στρέ­χω ευ­σε­βά­στως προς την υμ. Εξο­χό­τη­τα και ικε­τεύω Αυτήν τα­πει­νώς να ευα­ρε­στη­θή και λαμ­βά­νου­σα σο­βα­ρώς οί­κτον προς ούτω δει­νώς αδι­κη­θέ­ντα πτω­χόν οι­κο­γε­νειάρ­χην, αξί­ω­ση με της δε­ού­σης θε­ρα­πεί­ας….χάριν της πε­νο­μέ­νης οι­κο­γε­νεί­ας μου, ην πλέον αδυ­να­τώ να προ­στα­τεύ­σω, ως εκ της πα­ρα­λυ­τι­κής κα­τα­στά­σε­ως μου….»…

Η απά­ντη­ση ήλθε μετά από 6 μήνες….

Στις 29 Δε­κεμ­βρί­ου 1914, έγ­γρα­φο του Υπουρ­γού Εκ­κλη­σια­στι­κών και Δη­μο­σία ς Εκ­παι­δεύ­σε­ως Ιω­άν­νου Τσι­ρι­μώ­κου με Αρ. Πρωτ. 36640/29-111914 προς την Δη­μαρ­χία Σύμης  ανα­φέ­ρο­ντας ότι η απο­ζη­μί­ω­ση του  Κο­ντού και των δυτών ορθώς έγινε,σύμ­φω­να με το άρθρο 37 του Νόμου «Περί Αρ­χαιο­τή­των» και ότι η κυ­βέρ­νη­ση δεν ήταν δυ­να­τόν να προ­σφέ­ρει ση­μπλη­ρω­μα­τι­κή απο­ζη­μί­ω­ση: «το ελ­λη­νι­κόν κρά­τος υπε­βλή­θει προ­σθέ­τως και εις δα­πά­νας, ευ­ρε­θέν εις την ανά­γκην να κρα­τεί προς τούτο υπαλ­λή­λους και ατμό­πλοια καθ όλον το διά­στη­μα των ερ­γα­σιών. Και επί τού­του δέον να λη­φθεί υπ όψει ότι η κα­τά­στα­σις του αρ­χαιο­λο­γι­κού τα­μεί­ου είνε τοιαύ­τη ώστε να μη επι­τρέ­πη ατυ­χώς ουδέ την ελά­χι­στην έκτα­κτον δα­πά­νην»….

Ένας από τους  βου­τη­χτά­δες έχασε τη ζωή του και άλλοι δυο έμει­ναν πα­ρά­λυ­τοι…

Το πολύ δύ­σκο­λο εγ­χεί­ρη­μα, στέ­φθη­κε με επι­τυ­χία, παρά τις φο­βε­ρές δυ­σκο­λί­ες και τα θύ­μα­τα που θρή­νη­σαν όλοι. Οι ερ­γα­σί­ες δι­ήρ­κη­σαν συ­νο­λι­κά δέκα μήνες, με την βο­ή­θεια πλοί­ων του Βα­σι­λι­κού Ναυ­τι­κού από τις 24 Νο­εμ­βρί­ου 1900 έως τις 30 Σε­πτεμ­βρί­ου 1901, με φο­βε­ρή κα­κο­και­ρία και με τρα­γι­κές απώ­λειες. Στις 9 Μαΐου 1901, σε τη­λε­γρά­φη­μα ανα­κοι­νώ­θη­κε ότι: «Κα­τά­την ερ­γα­σί­αν απέ­θα­νεν ο δύτης Γε­ώρ­γιος Κρι­τι­κός ή Νε­ο­φώ­τι­στος». Στις 31 Μαΐου 1901, εξί­σου συ­γκλο­νι­στι­κή στη λι­τό­τη­τα της υπήρ­ξε και η ανα­φο­ρά προς την Εφο­ρεία Αρ­χαιο­τή­των: «η ερ­γα­σία όμως βαί­νει πολύ βρα­δέ­ως, ένεκα της ασθε­νεί­ας τινών δυτών, οί­τι­νες νο­ση­λεύ­ο­νται. Ερ­γά­ζο­νται δε μόνον πέντε.» Οι Συ­μια­κοί δύτες κα­τα­δύ­ο­νταν σε βάθος 65-70 μέτρα, όπου πα­ρέ­με­ναν έως 5 λεπτά,ενώ χρειά­ζο­νταν 3 επι­πλέ­ον λεπτά για την ανά­δυ­ση και την κα­τά­δυ­ση. Ήταν επο­μέ­νως ανα­γκα­σμέ­νοι, σε πολ­λα­πλές κα­τα­δύ­σεις κα­θη­με­ρι­νά, αντι­μέ­τω­ποι με τις αντί­ξο­ες και­ρι­κές συν­θή­κες, με το βάθος, με την ιλύ του βυθού, αλλά και με το με­γά­λο βάρος των αντι­κει­μέ­νων. Στο τέλος του χει­μώ­να του 1901 ήταν προ­φα­νής η  σω­μα­τι­κή κα­τα­πό­νη­ση τους και δι­καιο­λο­γη­μέ­να τα αι­τή­μα­τα τους για δια­στή­μα­τα ανά­παυ­λας.

Καμία αρ­χαιο­λο­γι­κή ανα­κά­λυ­ψη δεν θα είχε συμ­βεί, χωρίς τον κα­πε­τά­νιο Δη­μή­τριο Κοντό, το πλή­ρω­μά του και τους δύτες του, και ο θη­σαυ­ρός των Αντι­κυ­θή­ρων θα βρι­σκό­ταν ακόμη στο βυθό της θά­λασ­σας. Ανα­κά­λυ­ψαν το ναυά­γιο και δια­κιν­δύ­νευ­σαν τις ζωές τους, στην πρώτη προ­σπά­θεια να δια­σώ­σουν αντι­κεί­με­να από ένα βυ­θι­σμέ­νο πλοίο. Μια τολ­μη­ρή πε­ρι­πέ­τεια από την οποία δεν επέ­στρε­ψαν όλοι….

.mixanitouxronou.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.