• Μια ανατομία επιλογών που οδήγησαν έναν πρωτοκλασάτο αυτοδιοικητικό να χαράξει μόνος του πορεία • Από την «αυτοκόλλητη» φιλία με τον σημερινό δήμαρχο έως την προεκλογική τοξικότητα, τη δικαστική επικύρωση της εκλογής, τη ρήξη με την Περιφέρεια και το «άδειασμα» για την προσφυγή στη Δικαιοσύνη
Η ανεξαρτητοποίηση του Τηλέμαχου Καμπούρη από την παράταξη «Με Δύναμη για τη Ρόδο» του Αντώνη Καμπουράκη δεν είναι ένα στιγμιαίο ξέσπασμα.
Είναι η κορύφωση μιας μακράς αλυσίδας γεγονότων που εκτείνεται πριν, κατά και μετά τις δημοτικές εκλογές του 2023.
Προσωπικές σχέσεις που δοκιμάστηκαν, διαφορετικές σχολές άσκησης αντιπολίτευσης, στρατηγικά λάθη εσωτερικής οργάνωσης, αλλά και μετατοπίσεις σε επίπεδο θεσμικών συσχετισμών μεταξύ Δήμου και Περιφέρειας.
Το «τις πταίει» δεν χωρά σε έναν ένοχο αλλά επιμερίζεται και φωτίζει τις αδυναμίες ενός ολόκληρου πολιτικού μικρόκοσμου που επηρεάζει άμεσα τη διακυβέρνηση της Ρόδου.
Η δημόσια ανακοίνωση του ίδιου, αλλά και η απάντηση της παράταξης Καμπουράκη, επιβεβαιώνουν ότι η κρίση δεν αφορά μόνο σε πρόσωπα, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο ορίζεται και ασκείται η αντιπολίτευση στον Δήμο Ρόδου σήμερα.
Η υπόθεση Καμπούρη λειτουργεί έτσι ως καθρέφτης ενός ολόκληρου πολιτικού μικρόκοσμου.
Το χρονικό μιας ρήξης που «ψηνόταν» καιρό
Ο Τηλέμαχος Καμπούρης, πρώτος σε σταυρούς μεταξύ όλων των υποψηφίων στις τελευταίες εκλογές (και στις προηγούμενες), υπηρέτησε σε προβεβλημένες θέσεις την προηγούμενη δημοτική περίοδο: αντιδήμαρχος Οικονομικών και στη συνέχεια, αντιδήμαρχος Τεχνικών Έργων.
Η πολιτική του διαδρομή ήταν άρρηκτα δεμένη με την ηγεσία Καμπουράκη, αλλά και με στενούς δεσμούς φιλίας με τον σημερινό δήμαρχο και τότε αντιδήμαρχο της ίδιας παράταξης Αλέξανδρο Κολιάδη.
Η ρήξη ξεκίνησε όταν, στην κούρσα του 2023, ο Κολιάδης επέλεξε να αντιπαρατεθεί εκλογικά απέναντι στον πολιτικό του «ευεργέτη», εγκαινιάζοντας μια προεκλογική περίοδο υψηλής έντασης.
Παρά τα παράπονά του προς την προηγούμενη διοίκηση, ο Καμπούρης παρέμεινε, όπως ο ίδιος διακηρύσσει, στο πλευρό της παράταξης «Με Δύναμη για την Ρόδο», επικαλούμενος πολιτική συνέπεια, αίσθηση καθήκοντος και αστική ευγένεια.
Μετά την ανατροπή του 2023 και την εκλογή Κολιάδη, η ένταση δεν εκτονώθηκε. Η δικαστική διαμάχη για το αποτέλεσμα, η επανακαταμέτρηση και, τελικά, η επικύρωση της εκλογής από το Συμβούλιο της Επικρατείας, όξυναν την εσωστρέφεια στο στρατόπεδο Καμπουράκη, αντί να οδηγήσουν σε ανασύνταξη γραμμής.
Η δημόσια δήλωση ανεξαρτητοποίησης του Καμπούρη, που κατατέθηκε στο δημοτικό συμβούλιο στις 29 Αυγούστου 2025, επισημοποίησε αυτό που επί μήνες διαφαινόταν: το χάσμα έγινε αγεφύρωτο.
Η σκιά των εκλογών του 2023 και η απόφαση του ΣτΕ
Η ήττα του Αντώνη Καμπουράκη στον δεύτερο γύρο τον Οκτώβριο του 2023 με αντίπαλο τον Αλέξανδρο Κολιάδη υπήρξε κομβική. Η δικαστική διαδρομή που ακολούθησε, με παρεμβάσεις και δημόσιες τοποθετήσεις εκατέρωθεν, έληξε υπέρ του νυν δημάρχου. Το ΣτΕ απέρριψε τις ενστάσεις και επικύρωσε οριστικά το αποτέλεσμα.
Αυτό δεν ήταν απλώς μια νομική κατάληξη, αλλά ένας πολιτικός επιταχυντής. Στο εσωτερικό της μείζονος αντιπολίτευσης, αντί για σύγκλιση κυριάρχησαν ασυντόνιστες κινήσεις, μειωμένη εσωτερική επικοινωνία και σποραδικές δημόσιες παρεμβάσεις χωρίς ενιαίο αφήγημα. Δεν διαμορφώθηκε ενιαίος βηματισμός. Αντί για «μασίφ» παρουσία, δεν υπήρξαν παραταξιακές συνεδριάσεις, τα κανάλια επικοινωνίας χαλάρωσαν και ο δημόσιος λόγος φάνηκε αποσπασματικός.
Η πολιτική δυσανεξία που ακολούθησε την απόφαση του ΣτΕ εγκλώβισε την αντιπολίτευση σε μια ζώνη αμηχανίας, τη στιγμή που το εκλογικό σύστημα είχε ήδη τοποθετήσει την παράταξη «ΕΝΑ» σε θέση κυριαρχίας στο συμβούλιο.
Υποψήφιοι που υπερτερούσαν σημαντικά σε αριθμό σταυρών, ελέω του εκλογικού συστήματος, είδαν να αναλαμβάνουν τα έδρανα του δημοτικού συμβουλίου δημοτικοί σύμβουλοι που δεν είχαν την εκλογική τους δύναμη και να μένουν στο περιθώριο χωρίς κανείς να τους προσφέρει ελπίδα.
Η καταγραφή της «νέας κανονικότητας» επισφράγισε θεσμικά αυτό που πολιτικά είχε ήδη συντελεστεί.
Για τον Καμπούρη, που έβλεπε τον εαυτό του να χρεώνεται ισομερώς την ήττα, αυτό αποτέλεσε οριακή στιγμή. Η αντιπολίτευση, όπως την αντιλαμβανόταν δεν έβρισκε οργανωτική «στέγη» μέσα στην παράταξη.
Ο Καμπούρης ακολούθησε, ίσως και αυτόνομα, μια πιο επιθετική κριτική, συχνά εστιάζοντας σε τεχνικά και θεσμικά ζητήματα και κατήγγειλε προσωπικές επιθέσεις και συκοφαντία, επιλέγοντας μάλιστα τη δικαστική οδό εναντίον του δημάρχου και του προέδρου της ΔΕΥΑΡ.
Η δημόσια αποστασιοποίηση της παράταξης και κυρίως του Καμπουράκη από αυτή την επιλογή ήταν, κατά τα φαινόμενα, η «σταγόνα» που ξεχείλισε το ποτήρι.
Στον αντίποδα, η ανακοίνωση Καμπουράκη την ημέρα της ανεξαρτητοποίησης υπογράμμισε την ανάγκη υπευθυνότητας και αποφυγής «τυφλών αντιπαραθέσεων», σηματοδοτώντας μια προτίμηση σε χαμηλότερους τόνους και θεσμικό προφίλ.
Η συνύπαρξη των δύο αυτών σχολών σκέψης χωρίς ξεκάθαρη ιεράρχηση παρήγαγε το τωρινό αδιέξοδο.
Η διάσταση Δήμου–Περιφέρειας ως καταλύτης
Στο φόντο, η μείζων πολιτική μεταβλητή: οι τεταμένες σχέσεις Δήμου Ρόδου με την Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου. Η προεκλογική και μετεκλογική αλληλουχία υποψιών, ταύτισης ή αποστασιοποίησης, δημιούργησε μια ιδιότυπη γεωμετρία ισχύος.
Ο Καμπούρης είδε, μετά την ρήξη Περιφέρειας με την δημοτική αρχή, όπως και άλλα στελέχη της αντιπολίτευσης, στον Περιφερειάρχη μια ηγετική φωνή αντιπολίτευσης και στοίχισε τη ρητορική του ανάλογα, υποστηρίζοντας δημόσια κριτικές θέσεις.
Αντίθετα, ο πρώην δήμαρχος, που βίωσε προσωπικά την εκλογική αντιπαράθεση με τον Κολιάδη και παράλληλα την ψυχρότητα με την Περιφέρεια, κινήθηκε με μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα, ενίοτε δίνοντας σήματα συνεννόησης με την νέα δημοτική αρχή.
Το μήνυμα προς το εσωτερικό ακροατήριο ήταν αντιφατικό: σε ποιους απευθύνεται η μείζων αντιπολίτευση, ποιον θεωρεί προνομιακό συνομιλητή και με ποια συμμαχία φιλοδοξεί να ελέγξει την ατζέντα της Ρόδου;
Η έλλειψη σαφούς απάντησης ενίσχυσε την αποσυσπείρωση.
Η «χαριστική βολή»: η προσφυγή στη Δικαιοσύνη και το «άδειασμα»
Σύμφωνα με την ανακοίνωση ανεξαρτητοποίησης, η προσφυγή του Καμπούρη στη Δικαιοσύνη για συκοφαντική δυσφήμιση κατά του δημάρχου και του προέδρου της ΔΕΥΑΡ αποτέλεσε κορυφαία πράξη υπεράσπισης της προσωπικής του αξιοπρέπειας. Η δημόσια διαφοροποίηση της παράταξης και η απόφαση να μη στηριχθεί πολιτικά αυτή η κίνηση, ερμηνεύθηκαν από τον ίδιο ως αποκήρυξη.
Στο κείμενο αποχώρησής του αναδεικνύει τη διαφωνία φιλοσοφίας για το τι σημαίνει «δημιουργική αντιπολίτευση». Η ανακοίνωση της παράταξης Καμπουράκη, με τη σειρά της, επιμένει σε σταθερή γραμμή «υπευθυνότητας» και αποφυγής πόλωσης, αποσυνδέοντας την αντιπολίτευση από προσωπικές ατζέντες.
Οι δύο αφηγήσεις πλέον βαδίζουν παράλληλα, χωρίς δυνατότητα συγκόλλησης.
Ποιος φταίει; Επιμερίζοντας ευθύνες πέρα από τα πρόσωπα
Η απάντηση στο «τις πταίει» σπάνια είναι μονοσήμαντη. Στην προκειμένη περίπτωση, η ευθύνη φαίνεται να επιμερίζεται σε τρία επίπεδα:
Πρώτον, στην ηγεσία της παράταξης Καμπουράκη, που μετά το 2023 δεν κατόρθωσε να διαμορφώσει ένα συνεκτικό, κλιμακωτό σχέδιο αντιπολίτευσης με σταθερά κανάλια εσωτερικής συνεννόησης.
Η περιορισμένη συχνότητα παραταξιακών διεργασιών και η αποσυγκρότηση του δημόσιου λόγου άφησαν ανεπίλυτες αντιφάσεις που τελικά εξερράγησαν. Η επίμονη επίκληση της «υπευθυνότητας» δεν συνοδεύτηκε από πρακτικούς μηχανισμούς συνοχής στο εσωτερικό.
Δεύτερον, στον ίδιο τον Τηλέμαχο Καμπούρη, του οποίου η επιλογή να κλιμακώσει με νομική αντιπαράθεση δημιούργησε ένα σημείο μηδέν. Η στρατηγική της «σκληρής» θεσμικής πίεσης προϋποθέτει παράταξη πρόθυμη και ικανή να τη σηκώσει πολιτικά. Όταν αυτή η στήριξη δεν προσφέρεται, η σύγκρουση εσωτερικεύεται και οδηγεί σε διαζύγιο.
Τρίτον, στο πολωμένο περιβάλλον Δήμου–Περιφέρειας και στην κληρονομιά της δικαστικής διαμάχης για τις εκλογές. Η συνεχιζόμενη αντιπαλότητα και οι αμφίσημες πολιτικές γραμμές, πότε κόντρα, πότε συνεννόηση, παρήγαγαν ένα πεδίο όπου οι «δύο σχολές αντιπολίτευσης» έγιναν ασύμβατες υπό τον ίδιο μανδύα.
Η νέα πραγματικότητα στο δημοτικό συμβούλιο
Η ανεξαρτητοποίηση ενός πρώτου σε σταυρούς δημοτικού συμβούλου έχει αριθμητικό και συμβολικό βάρος. Σε ένα συμβούλιο όπου το εκλογικό σύστημα οδήγησε σε κυριαρχία της παράταξης «ΕΝΑ» του δημάρχου, με συμβούλους που σε ατομικό επίπεδο υπολείπονταν ψήφων από στελέχη της μείζονος αντιπολίτευσης, η μετακίνηση Καμπούρη αλλάζει τους άξονες επιρροής.
Δεν πρόκειται μόνο για μια έξοδο πρόκειται για την ανάδυση ενός αυτόνομου πόλου κριτικής που ενδέχεται να επικοινωνεί οργανικά με την περιφερειακή ατζέντα. Σε επίπεδο πολιτικής ουσίας, ο Καμπούρης δεσμεύεται να συνεχίσει «με μοναδικό γνώμονα το συμφέρον της Ρόδου», επιμένοντας σε προγραμματικό έλεγχο και προτάσεις. Το αν αυτή η αυτονομία θα παράξει γόνιμη πίεση ή θα ενταχθεί στο θορυβώδες υπόστρωμα της τοπικής πόλωσης, θα κριθεί στους επόμενους μήνες.
Τι σημαίνει για τον Αντώνη Καμπουράκη
Η απάντηση της παράταξης Καμπουράκη, την ίδια ημέρα της αποχώρησης, κινήθηκε σε δύο ράγες: σεβασμός σε προσωπικές επιλογές και εμμονή σε «στάση αρχών».
Το πολιτικό μήνυμα ήταν καθαρό: η αντιπολίτευση οφείλει να παραμείνει θεσμική, με προτεραιότητα στα «πραγματικά προβλήματα των πολλών».
Όμως η απώλεια ενός πρωτοκλασάτου προσώπου στενεύει την περίμετρο επιρροής και θέτει ερώτημα στρατηγικής: μπορεί η μείζων αντιπολίτευση να επανασυσπειρωθεί χωρίς να απαντήσει στο πώς και με ποιο ύφος θα ελέγχει την εξουσία;
Χωρίς συλλογική απάντηση, η «υπευθυνότητα» κινδυνεύει να εκληφθεί ως αδράνεια.
Ο ρόλος του δημάρχου Αλέξανδρου Κολιάδη στο κάδρο
Η σημερινή διοίκηση οφείλει επίσης να διαβάσει σωστά τη συγκυρία. Η διαιώνιση μιας ρητορικής «εμείς ή αυτοί» εγκλωβίζει τον δημόσιο διάλογο σε σπιράλ καχυποψίας. Οι καταγγελίες περί ρεβανσισμού, οι αψιμαχίες για πρόσωπα και οι εντάσεις για τη διαχείριση της ενημέρωσης δεν μπορούν να αποτελούν μόνιμη συνθήκη διοίκησης.
Η ώσμωση με την Περιφέρεια, όσο δύσκολη κι αν είναι, παραμένει προϋπόθεση για έργα υποδομής και χρηματοδοτήσεις.
Η πολιτική ενηλικίωση της νέας δημοτικής αρχής θα κριθεί από την ικανότητά της να μετακινήσει το κέντρο βάρους από τα «στρατόπεδα» στα παραδοτέα.
Μια ανεξαρτητοποίηση ως καμπανάκι για όλους
Η αποχώρηση του Τηλέμαχου Καμπούρη δεν είναι μια παρένθεση. Είναι καμπανάκι. Για την αντιπολίτευση, ότι χωρίς συνεκτικό σχέδιο, σαφή ρόλο και εσωτερικούς κανόνες, τα ισχυρά πρόσωπα θα αναζητούν μόνοι τους χώρο έκφρασης.
Για τη δημοτική αρχή, ότι η «πολιτική των αποκλεισμών» αναπαράγει αντιπάλους και όχι συναινέσεις. Η ρητορική των διαχωρισμών τρέφει αντίπαλα δίκτυα επιρροής και δεν παράγει κυβερνησιμότητα.
Για το θεσμικό τρίγωνο Δήμος–παράταξη μείζονος αντιπολίτευσης–Περιφέρεια, ότι χωρίς λειτουργικά κανάλια, η δημόσια πολιτική θα συνεχίσει να δοκιμάζεται σε πεδίο μικροπολιτικών εντάσεων.
Στο ερώτημα «τις πταίει», η εντιμότερη απάντηση είναι ότι φταίει η αδυναμία όλων να υπερβούν την τοξικότητα της σύγκρουσης και να επιλέξουν μια συνεκτική, διαφανή, προγραμματική πολιτική.
Οι πολίτες τελικά θα κρίνουν όχι ποιος μίλησε πιο δυνατά, αλλά ποιος έκανε τη δουλειά με μετρήσιμα αποτελέσματα.