ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Η φτήνια τρώει τον παρά στην Ryanair

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Ryanair 2

Θα πάω την Κυ­ρια­κή, θα γυ­ρί­σω τη Δευ­τέ­ρα. Κλεί­νω το ει­σι­τή­ριο μόλις πέντε μέρες πριν: Θεσ­σα­λο­νί­κη -Ρώμη, 118 ευρώ με τη RyanAir. Δεν ακού­γε­ται κα­θό­λου άσχη­μο.

Μόνο που κάπου εδώ, τε­λειώ­νει το θε­τι­κό μέρος του ρε­πορ­τάζ. Ξε­κι­νώ να κλεί­σω το ει­σι­τή­ριο και αρ­χί­ζουν οι μι­κρές, πι­κρές χρε­ώ­σεις.

Θες να πλη­ρώ­σεις με πι­στω­τι­κή κάρτα αντί για χρε­ω­στι­κή; Τρία ευρώ πάνω. Θες να δια­λέ­ξεις από πριν πού θα κά­θε­σαι; 15 ευρώ για κάθε πτήση. Θες να σου στεί­λουν γρα­πτό μή­νυ­μα με τα στοι­χεία της πτή­σης; 2 ευρώ ακόμα. Θες να επι­βι­βα­στείς με το πρώτο γκρουπ επι­βα­τών στο αε­ρο­πλά­νο; 14 ευρώ έξτρα.

Και μετά, αρ­χί­ζουν τα τρι­ψή­φια: αν έχεις μαζί σάκο με ρα­κέ­τες του τένις, τσά­ντα του γκολφ ή εξο­πλι­σμό για σκέι­τμπορντ, 100 ευρώ. Μου­σι­κό όρ­γα­νο; Αλλα 100 ευρώ. Μπό­τες του σκι; 100 ευρώ ακόμα. Το κα­θι­σμα­τά­κι του μωρού για αυ­το­κί­νη­το; 20 ευρώ.

Η RyanAir μπο­ρεί να είναι διά­ση­μη για τα φθηνά της ει­σι­τή­ρια σε ολό­κλη­ρη την Ευ­ρώ­πη, αλλά είναι επί­σης διά­ση­μη για τις κρυ­φές χρε­ώ­σεις της – αν, ας πούμε, ξε­χά­σεις να τυ­πώ­σεις το ει­σι­τή­ριό σου από το σπίτι και πας στο γκισέ του αε­ρο­δρο­μί­ου χωρίς αυτό, θα σε χρε­ώ­σουν μέχρι και 100 ευρώ έξτρα!

Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τη στιγ­μή που απο­φα­σί­ζεις να τα­ξι­δέ­ψεις με τη RyanAir αρ­χί­ζουν οι εκ­πλή­ξεις. Και δεν τε­λειώ­νουν μέχρι να κα­τέ­βεις από το αε­ρο­πλά­νο.

Στο τρίτο «κλικ» του πο­ντι­κιού δια­πι­στώ­νω πως η βα­λί­τσα μου δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στην τιμή ει­σι­τη­ρί­ου. Μπορώ να πάρω μαζί μου μόνο μία τσά­ντα στην κα­μπί­να επι­βα­τών, μέχρι 10 κιλά. Το επό­με­νο «κλικ» είναι ακόμη πιο δια­φω­τι­στι­κό: αν θέλω κα­νο­νι­κή βα­λί­τσα, θα πρέ­πει να πλη­ρώ­σω 40 ευρώ επι­πλέ­ον! Απο­φα­σί­ζω να τα­ξι­δέ­ψω χωρίς βα­λί­τσα, αλλά στο επό­με­νο «κλικ» το πα­ζά­ρι συ­νε­χί­ζε­ται.

Τώρα αρ­χί­ζουν οι πα­ρά­ξε­νες προ­σφο­ρές:

Θες να μιλάς στο κι­νη­τό όσο είσαι στον αέρα; RyanAir Talk, με οκτώ ευρώ την ώρα. Θες να βγά­λεις από τώρα ει­σι­τή­ριο από το αε­ρο­δρό­μιο για το κέ­ντρο της Ρώμης; 4 ευρώ. Θες να κά­νεις το τουρ της Ρώμης όταν φτά­σεις; 25 ευρώ. Θες να αγο­ρά­σεις βα­λί­τσα ή τσά­ντα ή σα­κί­διο; Από 40 έως 100 ευρώ. Θες να νοι­κιά­σεις αυ­το­κί­νη­το; 50 ευρώ τη μέρα.

Κάθε πά­τη­μα στο «continue» σε βγά­ζει και σε μια και­νούρ­για σε­λί­δα, που κάτι θέλει να σου που­λή­σει. Εχω φτά­σει στην πέμ­πτη σε­λί­δα κι ακόμα δεν έχω υπο­κύ­ψει σε κα­νέ­να πει­ρα­σμό. Και τότε, εμ­φα­νί­ζε­ται η λο­τα­ρία: «Παίξε με τη RyanAir για να κερ­δί­σεις το τα­ξί­δι σου και 15 λίρες βά­ου­τσερ δώρο». Στο «θες να παί­ξεις;» πατάω «ναι». Και με την άκρη του μα­τιού μου βλέπω στην τιμή του ει­σι­τη­ρί­ου δίπλα να προ­στί­θε­νται «2 ευρώ χρέ­ω­ση για παι­χνί­δι»!

Μου παίρ­νει πε­ρί­που δέκα λεπτά απα­νω­τών «κλικ» για να φτάσω στη σε­λί­δα όπου τε­λι­κά θα κλεί­σω το ει­σι­τή­ριο, αλλά σκέ­φτο­μαι την τιμή – ευ­και­ρία των 118 ευρώ και κάνω υπο­μο­νή. Επι­τέ­λους, κά­πο­τε φτάνω στο τέλος. Πατάω το «Pay now», πε­ρι­μέ­νω όλο ανυ­πο­μο­νη­σία… και το σύ­στη­μα με πε­τά­ει έξω! «Sorry», μου γρά­φει, «έχου­με κά­ποια προ­βλή­μα­τα με την ιστο­σε­λί­δα μας». «Η κρά­τη­σή σας έχει κλει­δω­θεί».

Μισή ώρα μετά, που το σύ­στη­μα ξε­μπλο­κά­ρει, δια­πι­στώ­νω πως ακόμη δεν έχω κάνει κρά­τη­ση. Πως πρέ­πει να ξα­να­κά­νω, δη­λα­δή, όλη τη δια­δι­κα­σία απ’ την αρχή. Και ακόμη δεν έχω καν δει το αε­ρο­πλά­νο…

Οποιος μπει πρώ­τος κά­θε­ται εκεί που θέλει

Αε­ρο­δρό­μιο Μα­κε­δο­νία. «Είστε για Ρώμη;». Γνέφω στην υπάλ­λη­λο της RyanAir. Τσε­κά­ρει το ει­σι­τή­ριο που έχω τυ­πώ­σει απ’ το σπίτι. «Ωραία, κα­θή­στε εκεί μέχρι να ανοί­ξει η πύλη», λέει δεί­χνο­ντας ένα πε­ρι­φραγ­μέ­νο χώρο μπρο­στά στην πόρτα που βγά­ζει στον αε­ρο­διά­δρο­μο. Τη ρωτάω πότε θα μου δώσει τον αριθ­μό της θέσης μου στο αε­ρο­πλά­νο. «Δεν θα έχετε συ­γκε­κρι­μέ­νη θέση», μου εξη­γεί ευ­γε­νι­κά. «Αλλά αν θέ­λε­τε να δια­λέ­ξε­τε μια καλή θέση, να κα­θή­σε­τε τώρα κοντά στην πύλη, ώστε μόλις ανοί­ξει, να τρέ­ξε­τε για να προ­λά­βε­τε». Για μια στιγ­μή νο­μί­ζω πως η υπάλ­λη­λος μου κάνει πλάκα. Μόνο που δεν γε­λά­ει. Κοι­τώ­ντας λοξά μήπως και χα­μο­γε­λά­σει ξαφ­νι­κά που με ξε­γέ­λα­σε, πάω κοντά στην πύλη. Γύρω μου σιγά σιγά μα­ζεύ­ε­ται το τσούρ­μο των επι­βα­τών. Ολοι όρ­θιοι, σπρώ­χνουν ποιος θα κολ­λή­σει πιο κοντά προς την πόρτα. Υστε­ρα από πέντε λεπτά σ’ αυτήν την κα­τά­στα­ση, αρ­χί­ζω να σκέ­φτο­μαι πως η υπάλ­λη­λος δεν έκανε πλάκα.

Σι­γου­ρεύ­ο­μαι εντε­λώς τη στιγ­μή που ανοί­γει η πύλη και νιώθω να με σπρώ­χνουν πε­νή­ντα άλλοι επι­βά­τες προς τα έξω. «Μα τι με κά­νεις;» ακούω τον Θεσ­σα­λο­νι­κιό δίπλα μου να λέει. Το σα­κί­διο της μπρο­στι­νής έχει χωθεί στο πλευ­ρό του. Σπρώ­χνο­ντας ο ένας τον άλλον περ­νά­με σαν αέρας το τε­λευ­ταίο τσεκ και τρέ­χο­ντας πια, κα­τε­βαί­νου­με τα σκα­λιά προς το λε­ω­φο­ρειά­κι. Νιώθω πως αν σκο­ντά­ψω, οι πίσω θα με τσα­λα­πα­τή­σουν. Ενα μικρό άλμα, και κολ­λάω στις πλά­τες των άλλων στο λε­ω­φο­ρείο. Ετσι πα­στω­μέ­νοι ξε­κι­νά­με για το αε­ρο­πλά­νο. «Ελένη, άμα μπεις πρώτη να πιά­σεις θέση», ακούω τη γυ­ναί­κα δίπλα μου. «Εν­νοια σου, θα τρέξω σαν τον άνεμο!», απα­ντά­ει η κόρη της.

Ξαφ­νι­κά, το λε­ω­φο­ρείο φρε­νά­ρει. Μέσα από το τζάμι πίσω από τα σώ­μα­τα, βλέπω το αε­ρο­πλά­νο. Οι πόρ­τες ανοί­γουν. «Πάμε! Πάμε! Πάμε!», ακούω πίσω μου. Ολοι μαζί πε­τα­γό­μα­στε έξω και τρέ­χου­με. Είναι σαν την από­βα­ση στη Νορ­μαν­δία, αλλά με βα­λί­τσες αντί για όπλα. Οι γέροι και οι χο­ντροί μέ­νουν πίσω – αλλά όπως θα μάθω σύ­ντο­μα, οι πα­χύ­σαρ­κοι αντι­με­τω­πί­ζο­νται πε­ρί­που όπως η πα­νού­κλα στις πτή­σεις της RyanAir. Προς το παρόν, τρέχω στη σκάλα του αε­ρο­πλά­νου και ορμάω σε μια τριά­δα θέ­σε­ων να πιάσω το πα­ρά­θυ­ρο. Νιώθω μιαν αλ­λό­κο­τη ευ­τυ­χία που τα κα­τά­φε­ρα. Συ­νέρ­χο­μαι μόνο όταν βλέπω μια Ιτα­λί­δα να χο­ρεύ­ει που πρό­λα­βε να κα­πα­ρώ­σει το κά­θι­σμα στην έξοδο κιν­δύ­νου.

Ενας 18άρης Γερ­μα­νός έρ­χε­ται και κά­θε­ται δίπλα μου. Είναι πολύ αδύ­να­τος, αλλά οι θέ­σεις είναι τόσο στε­νές, που ανα­γκα­στι­κά κολ­λά­ει επάνω μου. Το μπλου­ζά­κι μου μυ­ρί­ζει ήδη γερ­μα­νι­κό αντη­λια­κό, το αε­ρο­πλά­νο πια έχει γε­μί­σει ασφυ­κτι­κά, έχει ζέστη και πι­τσι­ρι­κά­δες και μπα­γκά­ζια πα­ντού. Είναι πε­ρί­που σαν το ΚΤΕΛ της Σα­ντο­ρί­νης τον Δε­κα­πε­νταύ­γου­στο, μόνο που αυτό εδώ όπου να ‘ναι θα πε­τά­ξει.

Στον διά­δρο­μο έχουν ξε­μεί­νει εννέα όρ­θιοι, χωρίς θέση. «Φουλ;», ρω­τά­ει ο μπρος αε­ρο­συ­νο­δός την πίσω. «Φουλ!», απα­ντά­ει εκεί­νη. Ο αε­ρο­συ­νο­δός μα­ζεύ­ει τους εννέα και ξε­κι­νά­ει δια­νο­μή. Περ­πα­τά­ει αργά και όπου βλέ­πει άδεια θέση, «You!», λέει και δεί­χνει έναν απ’ τους όρ­θιους. «Sit there!». Τον τρίτο στη σειρά, έναν εύ­σω­μο νεαρό, δεν τον θέλει κα­νείς. «Γιατί σε μένα ο χο­ντρός;», κάνει ο Ελ­λη­νας που του κλή­ρω­σε να κά­τσει αρι­στε­ρά του. Ο νε­ο­φερ­μέ­νος δεν κα­τα­λα­βαί­νει λέξη, αλλά έχει τον δικό του πόνο: ξε­χει­λί­ζει από το κά­θι­σμα, τα μπρά­τσα της κα­ρέ­κλας χώ­νο­νται στα πλευ­ρά του. Ο τρί­τος της τριά­δας το φι­λο­σο­φεί. «Ε, ας στρι­μω­χτού­με», λέει όπως είναι σχε­δόν κολ­λη­μέ­νος στο τζάμι. «Και τι έγινε; Δε­κα­πέ­ντε ευρώ πλη­ρώ­σα­με το ει­σι­τή­ριο».

Το βα­σα­νι­στή­ριο με το σι­δε­ρέ­νιο κουτί

Στο Ciampino, το δεύ­τε­ρο αε­ρο­δρό­μιο της Ρώμης, είναι σαν να μην υπάρ­χει άλλη αε­ρο­πο­ρι­κή εται­ρεία. Εμείς στο γκισέ Α10, πε­τά­με με RyanAir για Θεσ­σα­λο­νί­κη, απέ­να­ντι ξε­κι­νά­ει μια τε­ρά­στια ουρά που στρι­φο­γυ­ρί­ζει σε όλη την αί­θου­σα ανα­μο­νής για να κα­τα­λή­ξει στο γκισέ για Γκέ­τε­μποργκ και στο βάθος ήδη ετοι­μά­ζε­ται για τα­ξί­δι το τσούρ­μο για Αϊ­ντ­χό­βεν. Αυτοί οι επι­βά­τες της RyanAir είναι και οι πιο άτυ­χοι. Η υπάλ­λη­λος τους βάζει έναν έναν να χώ­νουν την τσά­ντα τους στο ει­δι­κό σι­δε­ρέ­νιο κουτί, να της απο­δεί­ξουν πως χω­ρά­ει. «Επε­σαν στη στρίγ­γλα», κάνει ο νε­α­ρός δίπλα μου, ο Γιώρ­γος, που έχει ξα­να­πε­τά­ξει με RyanΑir. Τον κοι­τά­ζω με απο­ρία. «Οι υπάλ­λη­λοι μόνο αν θέ­λουν σε ελέγ­χουν», λέει. «Αν θέ­λουν, μπο­ρούν και να σου ζυ­γί­σουν τη βα­λί­τσα». Ο νε­α­ρός λέει πως το χει­ρό­τε­ρο απ’ όλα «είναι να σου βγά­λουν το χάρ­τι­νο κουτί. Εκεί δεν μπο­ρείς να τη στρι­μώ­ξεις τη βα­λί­τσα. Αν πας να τη βά­λεις μέσα κι αυτό σκι­στεί, πλη­ρώ­νεις επί τόπου. Εκατό ευρώ ακόμα!». Αλλά βέ­βαια, μπο­ρεί και να μη σου ζη­τή­σουν τί­πο­τε απ’ όλ’ αυτά. «Να, κοίτα εκεί», κάνει ο Γιώρ­γος. Μου δεί­χνει την ουρά της RyanAir για Ντί­σελ­ντορφ. Με­γά­λες και μι­κρές χει­ρα­πο­σκευ­ές περ­νούν χωρίς κα­νέ­ναν έλεγ­χο. Η υπάλ­λη­λος στα­μα­τά­ει μόνο μια γυ­ναί­κα με τρεις τσά­ντες. Οι υπό­λοι­ποι επι­βά­τες την χα­ζεύ­ουν όπως έχει πέσει στο πά­τω­μα και πα­λεύ­ει να χω­ρέ­σει όλα της τα πράγ­μα­τα σε μία τσά­ντα. «Και να τα κα­τα­φέ­ρει, θα φρα­κά­ρει μετά η τσά­ντα της στο σι­δε­ρέ­νιο κουτί», λέει ο Γιώρ­γος. «Το οποίο είναι δύο πό­ντους πιο στενό από το αντί­στοι­χο της Ολυ­μπια­κής. Για να που­λά­ει η RyanAir τις δικές της βα­λί­τσες, που είναι στο σωστό μέ­γε­θος». «Τι γί­νε­ται αν η τσά­ντα σου δεν χω­ρά­ει;», τον ρωτάω. «Ο,τι γί­νε­ται κάθε φορά που σε πιά­νει λάθος η RyanAir: πλη­ρώ­νεις», λέει ο Γιώρ­γος. «Φθηνά ει­σι­τή­ρια, πα­νά­κρι­βα πρό­στι­μα». Στο αε­ρο­δρό­μιο του Λον­δί­νου, λέει, είδε και ζυ­γα­ριές της RyanAir με… κερ­μα­το­δέ­κτη: όποιος επι­βά­της ήθελε να ξέρει αν είναι η βα­λί­τσα του υπέρ­βα­ρη πριν φτά­σει στο γκισέ, έπρε­πε να πλη­ρώ­σει μισή λίρα για να τη ζυ­γί­σει!

Ανα­ρω­τιέ­μαι τι απ’ όλ’ αυτά πε­ρι­μέ­νει τη δική μας πτήση. Εί­μα­στε ήδη όρ­θιοι στην ουρά εί­κο­σι λεπτά όταν, επι­τέ­λους, έρ­χε­ται το προ­σω­πι­κό να ανοί­ξει την πύλη. Πρώ­τοι περ­νούν οι τρεις νε­α­ροί που έχουν κάνει priority booking – δη­λα­δή με 10 ευρώ πα­ρα­πά­νω, δι­καιού­νται να μπουν πρώ­τοι στο αε­ρο­πλά­νο και να δια­λέ­ξουν όποια θέση τους αρέ­σει. Ο πρώ­τος περ­νά­ει γε­λα­στός, ο δεύ­τε­ρος το ίδιο, ο τρί­τος όμως ακού­ει το «Just a moment, sir!». Ο υπάλ­λη­λος παίρ­νει την τσά­ντα του, που μοιά­ζει έτοι­μη να εκρα­γεί απ’ τα πολλά ρούχα. Την πάει στο σι­δε­ρέ­νιο κουτί. Ο νε­α­ρός ση­κώ­νει την τσά­ντα και προ­σπα­θεί να τη βάλει ανά­με­σα στα σί­δε­ρα. Βλέπω τον υπάλ­λη­λο που τον κοι­τά­ζει με ύφος μα­ταιό­τη­τας. Ο νε­α­ρός όμως επι­μέ­νει, τώρα χτυ­πά­ει με μανία την τσά­ντα του να χωθεί στο κουτί. Και ξαφ­νι­κά, το σί­δε­ρο υπο­χω­ρεί και η τσά­ντα γλι­στρά­ει μέσα ολό­κλη­ρη. «Ναιαιαι!», φω­νά­ζει ο νε­α­ρός και ση­κώ­νει τα χέρια στον αέρα. Γυ­ρί­ζει προς την ουρά των Ελ­λή­νων. «Greece – Italy, one – zero!», φω­νά­ζει δυ­να­τά. Ο φίλος του, δυο μέτρα πιο ‘κει, κάνει αυ­θόρ­μη­τα σήμα να χει­ρο­κρο­τή­σου­με. Οι επι­βά­τες γε­λώ­ντας αρ­χί­ζουν τα πα­λα­μά­κια. Ο νε­α­ρός με την τσά­ντα υπο­κλί­νε­ται και μετά φεύ­γει για το αε­ρο­πλά­νο κα­τα­χει­ρο­κρο­τού­με­νος. Πίσω του ο υπάλ­λη­λος της RyanAir πρέ­πει να έχει τρο­μά­ξει. Γιατί δεν τσε­κά­ρει ούτε ζυ­γί­ζει καμία άλλη βα­λί­τσα της επα­να­στα­τη­μέ­νης πτή­σης μας.

Φό­ρε­σαν… τις απο­σκευ­ές τους

«Τώρα φάτε τη σκόνη μας!». Εί­μα­στε οι τυ­χε­ροί που κα­τά­φε­ραν να μπουν στο πρώτο λε­ω­φο­ρείο προς το αε­ρο­πλά­νο. Ο νε­α­ρός δίπλα μου χο­ρο­πη­δά­ει. Με το που κλεί­νουν οι πόρ­τες, κάνει απ’ το τζάμι χει­ρο­νο­μί­ες στους φί­λους του που έμει­ναν πίσω, στον αε­ρο­διά­δρο­μο, να πε­ρι­μέ­νουν το δεύ­τε­ρο λε­ω­φο­ρείο. «Κο­ρόι­δα­αα!», φω­νά­ζει. Αυτό είναι κάτι που μα­θαί­νεις μετά την πρωτη πτήση με RyanAir: όποιος μπο­ρέ­σει να μπει στο πρώτο λε­ω­φο­ρείο για το αε­ρο­πλά­νο, δια­λέ­γει πρώ­τος θέση, πράγ­μα που θε­ω­ρεί­ται πολύ με­γά­λη υπό­θε­ση στις στρι­μωγ­μέ­νες πτή­σεις αυτής της εται­ρεί­ας.

Το λε­ω­φο­ρείο ξε­κι­νά­ει. «Τώρα εί­μα­στε πα­σά­δες!», ακούω μια κυρία πίσω μου να λέει. «Ναι, και μοιά­ζου­με και με πα­σά­δες!», της απα­ντά­ει η φίλη της. Γυ­ρί­ζω να δω… και πράγ­μα­τι, η γυ­ναί­κα πα­ρου­σιά­ζει ομοιό­τη­τα με τον Αλή Πασά των Ιω­αν­νί­νων. Φο­ρά­ει δύο μα­ντί­λια στον λαιμό, ένα που­λό­βερ, ένα φού­τερ, ένα δερ­μά­τι­νο παλτό κι από πάνω μια ροζ ζα­κέ­τα. «Ζε­σταί­νο­μαι, όμως…», λέει στη φίλη της. «Κου­ρά­γιο, θα γδυ­θού­με στο αε­ρο­πλά­νο», της απα­ντά­ει εκεί­νη. Η φίλη της είναι πε­ρί­που πε­νή­ντα ετών και έχει τυ­λι­χτεί με ένα που­κά­μι­σο, ένα τζά­κετ, μια γού­νι­νη ζα­κέ­τα, ένα με­τα­ξω­τό γι­λέ­κο κι ένα χρυσό φου­λά­ρι. Οι δύο γυ­ναί­κες δί­νουν σαφή απά­ντη­ση στην απο­ρία μου, πώς μπο­ρεί ένας Ελ­λη­νας να πάει στη Ρώμη και να μην ψω­νί­σει τί­πο­τα για να μη βα­ρύ­νει τη βα­λί­τσα του. Η απά­ντη­ση είναι «δεν μπο­ρεί». Κι αυτό οδη­γεί σε απί­θα­νες με­ταμ­φιέ­σεις στον δρόμο του γυ­ρι­σμού.

Δεν υπάρ­χει τί­πο­τε δω­ρε­άν

Στην κα­μπί­να έχει ζέστη. «Κο­ρα­κιά­σα­με!», κάνει ο Ελ­λη­νας δίπλα μου. Με το που βγαί­νουν τα τρό­λεϊ με τα ανα­ψυ­κτι­κά, τον βλέπω που ανα­θαρ­ρεί. «One water!», λέει στον αε­ρο­συ­νο­δό σε άψογα ελ­λη­νο­αγ­γλι­κά. Εκεί­νος του δίνει ένα μπου­κα­λά­κι. «Τhree euros», του λέει.

Με το μπου­κα­λά­κι στο χέρι, ο άν­δρας μένει στήλη άλα­τος. «Τρία;», λέει και μετά ακο­λου­θεί μια χυ­δαιό­τη­τα που σε κάνει να εύ­χε­σαι ο αε­ρο­συ­νο­δός να μη μι­λά­ει ελ­λη­νι­κά. «Τι λέει ρε ο φίλος;», συ­νε­χί­ζει ο Ελ­λη­νας, «τρία λίτρα νερό θα έπαιρ­να στην Ελ­λά­δα με τρία γιού­ρο». Ο αε­ρο­συ­νο­δός τον κοι­τά­ζει. «Three euros», ξα­να­λέ­ει πα­γε­ρά.

Η επα­νά­στα­ση κα­τα­στέλ­λε­ται.

Ο άν­δρας βγά­ζει ένα πε­ντά­ευ­ρο και πριν καν βάλει στην τσέπη του τα ρέστα, πίνει με λύσσα το νερό. Στην τε­λευ­ταία στα­γό­να, «το “Ζα­γό­ρι” είναι κα­λύ­τε­ρο», τον ακούω που λέει μεσ’ απ’ τα δό­ντια του.

Αυτός είναι ένας ακόμη τρό­πος να αυ­ξη­θούν τα κέρδη της RyanAir. Μέσα στο αε­ρο­πλά­νο δεν υπάρ­χει τί­πο­τα δω­ρε­άν – το 2010 σκέ­φτη­καν μήπως χρε­ώ­σουν 1 ευρώ την επί­σκε­ψη στις τουα­λέ­τες! Τώρα ο καφές κάνει τρία ευρώ και το σά­ντουιτς πε­ντέ­μι­σι. Αλλά, βέ­βαια, οι βε­τε­ρά­νοι των πτή­σε­ων χα­μη­λού κό­στους έχουν πάρει τα μέτρα τους.

Το «κριτς κριτς» δεν έχει στα­μα­τή­σει ούτε στιγ­μή πίσω μου. Ενας νε­α­ρός Ιτα­λός τρώει φι­στί­κια με επι­κά­λυ­ψη κα­ρα­μέ­λας. «Nuts from Rome!», μου λέει καθώς το «κριτς κριτς» συ­νε­χί­ζε­ται κι εγώ τον κοι­τά­ζω δο­λο­φο­νι­κά.

«Μaybe you want some? ».

Πηγή: kathimerini.gr

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

  • Σοφουλι  /  04.11.2014 15:25

    Θα ήταν ενδιαφέρον να χει γίνει καλύτερη έρευνα για τη λειτουργία της εταιρίας και για τη στρατηγική της. Επίσης, εκτίθεται δυστυχώς και ενισχύεται (βέβαια και πάλι εσφαλμένα) το στερέοτυπο της ελληνικής νοοτροπίας που θεωρεί τους Έλληνες απαίδευτους και άξεστους, ολίγον τι αγροίκους, μακρύα από τα ευρωπαικά πρότυπα αφού ”τρέχουν, ποδοπατιούνται και σπρώχνονται για να προλάβουν μία θέση κοντά στο παράθυρο”.
    Μεγαλύτερη προσοχή και παράκληση για αμερόληπτη ειδησεογραφία. Το χρειαζόμαστε…

  • kakkou  /  26.04.2014 11:17

    Το κοστος αν δεν τυπωσεις εισητηριο εινα 80€ σιγουρα το ειχα παθει πριν λιγο καιρο!!!!! Και πρεπει να το εκτυπωσεις πολυ πρριν τη πτηση Γιατι 4 ωρες πριν κλεινει το συστημα!!!!!!

  • kakkou  /  26.04.2014 11:11

    Πλεον υπαρχουν θεσεις στη ryanair!!!! Αλλα λιγους μηνες πριν δεν υπηρχαν!!!

  • MAGEIRASJ  /  14.04.2014 15:47

    ΤΑ ΠΙΟ ΠΟΛΛΑ ΕΙΝΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑ !!! ΤΟ ΕΙΣΙΤΉΡΙΌ ΓΡΑΦΕΙ ΘΕΣΗ ΕΠΑΝΩ . ΔΕΝ ΤΡΕΧΕΙ ΚΑΝΕΝΑΣ ΝΑ ΜΠΕΙ ΣΕ ΛΕΩΦΟΡΕΊΑ ΚΑΙ ΑΕΡΟΠΛΑΝΑ !! ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΕΣ ΙΣΧΥΟΥΝ ΧΡΕΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΙΔΙΚΟ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟ !!! OVERBOOKING ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΧΕΔΟΝ ΠΑΝΤΟΥ !!! ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΛΛΑ !! ΜΑΛΛΟΝ Ο ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ ΜΠΕΡΔΕΨΕ ΤΗΝ RAYNAIR ME ΤΗΝ EASYJET , AΛΛΑ Η EASY ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΡΟΔΟ …..Ο νοών…νοείτω !!!

  • Αννα  /  31.03.2014 16:58

    Εϊναι απόλυτα ξεκάθαρη η πολιτική της συγκεκριμένης εταιρείας. Μπορείς αν θέλεις να μην πάρεις τίποτε από όλα τα παραπάνω, να κρατήσεις μια καλή χειραποσκευή και να είσαι μια χαρά. Αθήνα ρόδο 9,99 και χειραποσκευή 10 κιλών. Πάρε 9 κιλά ρούχα κ μην πάρεις σαμπουάν κλπ (ας δώσεις 4 ευρώ σε ένα σούπερ μάρκετ όταν φθάσεις). Έλεος πια με τη γκρίνια. Και αν δεν έχεις εκτυπώσει το εισιτήριο το κόστος θαρώ είναι 12 ευρώ και όχι 100, αλλά ποιός ο λόγος να μην το εκτυπώσεις; ΑΚόμη κι αν δεν έχει κανείς εκτυπωτή η εκτύπωση κοστίζει 5 λεπτά. Επιπλέον, τι σε νοιαζει σε ποιά θέση θα καθίσεις; Αν σε νοιάζει τόσο, δώσε 12 ευρουλάκια και κάθισε σε συγκεκριμένη θέση, οπότε και δε σου την παίρνει κανείς και έχεις priority boarding. με 22 ευρω λοιπόν έχεις ένα εισιτήριο Αθήνα Ρόδο με priority και δική σου θέση και 10 κιλά χειραποσκευή. Τώρα αν πηγαίνεις στο αεροπλάνο για να φας, να πιείς, να κάνεις τα τηλεφωνήματά σου, τι να πω.. δε μου έτυχε και προσωπικά χαίρομαι πολύ που έχω τη δυνατότητα να ταξιδεύω κ εγώ που δε μου περισσεύουν χρήματα. Να τονίσω πως ακόμη και η aegean χρεώνει χωριστά την αποσκευή, ενώ εκεί η χειραποσκευή που επιτρέπεται να έχεις είναι και 2 κιλά λιγότερο. Φυσικά στις low cost είσαι σαν σαρδέλα, δε σε “κερνούν” ροφήματα και ξηρούς καρπούς, δεν έχεις ίσως συγκεκριμένη θέση, είναι λίγο πιο στενά τα καθίσματα (δεν είμαι όμως και 2 μέτρα), όμως αυτή είναι η πολιτική της εταιρείας, είναι ξεκάθαρη και όποιος θέλει ταξιδεύει με αυτήν. Μακάρι να μπορούσαμε όλοι να ταξιδεύουμε με άλλες αεροπορικές και business class. Ασφαλώς και έχει δικαίωμα μια εταιρεία να πουλήσει οτιδήποτε, κανείς δε σε αναγκάζει να αγοράσεις. Επιτέλους πίστευες ότι η εταιρεία θα βγάλει από την τσέπη της για να μας μεταφέρει με 9 ευρώ; Συμπέθεροι είμαστε; Από κάπου πρέπει να βγάλει, όποιος θέλει ταξιδεύει, όποιος θέλει αγοράζει. Τόσο ξεκάθαρα. Ας γίνουμε λίγο πιο πολιτισμένοι και ας αποκτήσουμε λίγο τουριστική παιδεία, δεν είναι κακό

  • Πετρος  /  31.03.2014 12:02

    Μιζερη ελληνικη τοποθετηση κουμπαρων σε βαρος των εταιριων χαμηλου κοστους.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.