ΕΙΔΗΣΕΙΣ

“Δεν έχουμε άλλη επιλογή από τη φυγή”-Μόλις πριν λίγες ώρες είχε φτάσει στις ακτές της Κω

news room 3 λεπτά ανάγνωση
δημοσίευμα

«Δώσε μου ό,τι όνομα θες, δεν έχει ση­μα­σία, ούτως ή άλλως εί­μα­στε χα­μέ­νοι στην ανω­νυ­μία, κα­τα­ντή­σα­με αριθ­μοί». Το βλέμ­μα της 23χρο­νης Για­σμίν ακο­λου­θεί την τε­τρά­χρο­νη κόρη της Νάγια και τον σύ­ζυ­γό της Νι­ντάλ. Μόλις πριν λίγες ώρες το πλοιά­ριο που τους με­τέ­φε­ρε στην Ελ­λά­δα είχε φτά­σει στις ακτές της Κω. Μιλά με έναν λόγο που δεν έχει εξάρ­σεις, σαν στε­γνός θρή­νος γε­μά­τος ερω­τη­μα­τι­κά. «Ποιος κα­τα­ρά­στη­κε την Συρία; Γιατί ο Θεός επι­τρέ­πει αυτή την τρα­γω­δία; Η πα­τρί­δα μου ήταν όμορ­φη, οι άν­θρω­ποι έντι­μοι, δεν ήμα­σταν πλού­σιοι αλλά ήμα­σταν ευ­τυ­χι­σμέ­νοι. Τώρα κάθε οι­κο­γέ­νεια έχει έναν νεκρό, έναν αγνο­ού­με­νο. Δεν έχου­με άλλη επι­λο­γή από τη φυγή».

Χρι­στια­νή από το Χα­λέ­πι, σπού­δα­ζε Διοί­κη­ση Επι­χει­ρή­σε­ων στο Πα­νε­πι­στή­μιο και η κόρη της ήταν μηνών, όταν ξέ­σπα­σε ο πό­λε­μος. «Ο θά­να­τος εκεί είναι πα­ντού. Τον αδελ­φό μου τον σκό­τω­σαν. Ήταν 28 ετών και η γυ­ναί­κα του πε­ρί­με­νε το πρώτο τους παιδί. Περ­πα­τού­σε στον δρόμο και χτυ­πή­θη­κε από όλμο. Ο ανι­ψιός μου γεν­νή­θη­κε ορ­φα­νός».

Η Για­σμίν άφησε πα­νε­πι­στή­μιο και σπίτι και πήγε στη Λιβύη όπου ο άντρας της βρήκε μια δου­λειά. Αλλά οι μάχες άρ­χι­σαν να μαί­νο­νται και εκεί. «Δεν μπο­ρού­σα­με να γυ­ρί­σου­με στη Συρία με το μωρό. Το σπίτι μας είχε κα­τα­στρα­φεί κι ένα κα­τά­στη­μα που είχε ο άντρας μου έγινε στά­χτες. Δεν εί­χα­με πού να γυ­ρί­σου­με». Έφυ­γαν για την Ιορ­δα­νία, αλλά η ζωή εκεί για τους πρό­σφυ­γες ήταν πολύ δύ­σκο­λη. «Δεν υπήρ­χαν δου­λειές για μας, μας αντι­με­τώ­πι­ζαν με κα­χυ­πο­ψία, αρ­νού­νταν ακόμη και σπίτι να μας νοι­κιά­σουν κι όταν άκου­γαν στον δρόμο να μι­λά­με με συ­ρια­κή προ­φο­ρά μας κοι­τού­σαν εχθρι­κά». Έφυ­γαν για την Τουρ­κία, όπου έμει­ναν λί­γους μήνες προ­σπα­θώ­ντας να βρουν δου­λειά για να επι­βιώ­σουν. Μά­ταια. Απο­φά­σι­σαν να πε­ρά­σουν στην Ευ­ρώ­πη.

Η πρώτη φορά που επι­χεί­ρη­σαν να πε­ρά­σουν στην Ελ­λά­δα ήταν τραυ­μα­τι­κή. «Κιν­δυ­νέ­ψα­με να πνι­γού­με. Ήμα­σταν 15 άν­θρω­ποι σε μια πολύ μικρή βάρκα. Μετά από λίγο άρ­χι­σε να γε­μί­ζει νερό. Ήμουν τρο­μο­κρα­τη­μέ­νη κι έλεγα ‘Θεέ μου ας πε­θά­νω εγώ, δεν αντέ­χω να δω το παιδί μου να πνί­γε­ται’. Κα­λέ­σα­με βο­ή­θεια και όταν ήρθαν Τούρ­κοι λι­με­νι­κοί εκλι­πα­ρού­σα τον άντρα μου ‘δως τους το μωρό να σωθεί’. Εκεί­νος δεν ήθελε κι έλεγε ‘πώς θα τους εμπι­στευ­τώ το παιδί μας;’ Μας επέ­στρε­ψαν στην Τουρ­κία και λέ­γα­με πως ποτέ πια δεν θα επι­χει­ρού­σα­με θα­λάσ­σιο τα­ξί­δι. Αλλά το ξα­να­κά­να­με. Μπο­ρείς να κα­τα­λά­βεις ποια από­γνω­ση μπο­ρεί να οδη­γή­σει μια μάνα να προ­σπα­θή­σει ξανά αυτό το τα­ξί­δι με το παιδί της;»

Η Για­σμίν μιλά σαν να αφη­γεί­ται κά­ποιου άλλου την ιστο­ρία και δι­στά­ζει πριν συ­νε­χί­σει. «Έμει­να έγκυος πριν έναν χρόνο και ζή­τη­σα από έναν για­τρό να δια­κό­ψει την κύηση. Ξέρω πώς ακού­γε­ται, αλλά δεν είχα άλλη διέ­ξο­δο: όταν φέρ­νεις ένα παιδί στον κόσμο, πρέ­πει να νιώ­θει ότι το φρο­ντί­ζεις, του προ­σφέ­ρεις μια ζωή, ότι μπο­ρεί να σε εμπι­στευ­τεί. Έχω ήδη τη Νάγια και δεν μπορώ να της προ­σφέ­ρω τί­πο­τα. Στην πα­τρί­δα μου δεν έχου­με ηλε­κτρι­κό, νερό, φα­γη­τό, ούτε δου­λειά. Και στην προ­σφυ­γιά που ζούμε για πε­ρισ­σό­τε­ρο από τρία χρό­νια, πάλι δεν έχου­με τί­πο­τα. Φεύ­γεις και δεν παίρ­νεις τί­πο­τα μαζί σου. Προ­σπα­θείς να χω­ρέ­σεις όλη σου τη ζωή σε μια βα­λί­τσα. Ακόμη κι αυτά χά­θη­καν στον πάτο της θά­λασ­σας στην πρώτη μας από­πει­ρα να έρ­θου­με στην Ευ­ρώ­πη».

Όσοι πρό­σφυ­γες φτά­νουν στην Ελ­λά­δα, έχουν συ­νή­θως ένα σχέ­διο ζωής: άλλοι να ζη­τή­σουν άσυλο εδώ, άλλοι να πάνε σε άλλη χώρα, όλοι όμως ανα­ζη­τούν κα­τα­φύ­γιο και ασφά­λεια. Εκεί­νη νιώ­θει χα­μέ­νη. «Δεν ξέρω τι να πε­ρι­μέ­νω ή τι να σχε­διά­σω. Δεν ξέρω τι θα απο­γί­νου­με. Ούτε καν αν θα μεί­νου­με ή θα φύ­γου­με. Πριν τέσ­σε­ρα χρό­νια όλοι μας συ­μπα­θού­σαν, τώρα κα­νείς δεν μας θέλει. Γιατί; Το μόνο που θέλω είναι να μπο­ρέ­σω να γυ­ρί­σω μια μέρα στη Συρία. Να βρεθώ στη γει­το­νιά μου, με την οι­κο­γέ­νειά μου και να γνω­ρί­σει η Νάγια την πα­τρί­δα της, τους παπ­πού­δες της. Έστω και για μια μέρα. Αλλά όπως ήταν πριν τον πό­λε­μο».

Ήταν τα τε­λευ­ταία της λόγια, πριν χα­θούν τα ίχνη της. Δεν θέ­λη­σε να δώσει κα­νέ­να στοι­χείο επι­κοι­νω­νί­ας, λέ­γο­ντας «μόνο να μι­λή­σω ήθελα».

Πηγή: Ύπατη Αρ­μο­στεία του ΟΗΕ για τους Πρό­σφυ­γες

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.