Για την 5η Μαρτίου 2015 αναβλήθηκε η εκδίκαση της πρώτης υπόθεσης – Φέρεται ότι με το πρόσχημα επενδύσεων σε αμοιβαία κεφάλαια υψηλής κερδοφορίας, απεκόμησε όφελος ύψους 1.753.736,31 ευρώ από επενδυτές -Δηλώνει θύμα του χρηματιστηρίου, της απόφασής του να αποκαταστήσει τους πελάτες του και… τοκογλύφων

 

 

O ασφαλιστικός σύμβουλος, που βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα, ως ο πρωταγωνιστής, μιας σκανδαλώδους υπόθεσης εξαπάτησης σε βάρος 20 πελατών της ασφαλιστικής εταιρείας, στην οποία εργαζόταν, δίνει μια εντελώς διαφορετική εκδοχή για τα όσα του καταλογίζονται επιφυλασσόμενος μάλιστα για «αποκαλύψεις» ενώπιον του δικαστηρίου, στην μετ΄ αναβολή δίκη.
Για την 5η Μαρτίου 2015 αναβλήθηκε συγκεκριμένα την Παρασκευή η εκδίκαση της πρώτης υπόθεσης με κατηγορούμενο τον ασφαλιστικό σύμβουλο, ο οποίος φέρεται ότι με το πρόσχημα επενδύσεων σε αμοιβαία κεφάλαια υψηλής κερδοφορίας, να απεκόμησε όφελος ύψους 1.753.736,31 ευρώ.
Τα θύματα ισχυρίζονται ότι ο μηνυόμενος τους χορηγούσε εικονικά αμοιβαία κεφάλαια. Η ασφαλιστική εταιρεία διατείνεται μεταξύ άλλων ότι τα ποσά που εξασφάλιζε ο ασφαλιστικός σύμβουλος, για τα πλαστά αμοιβαία κεφάλαια που κατάρτιζε, τα διαχειριζόταν μέσω τράπεζας με την οποία δεν συνεργαζόταν και δεν ήταν ο θεματοφύλακας των νόμιμων αμοιβαίων της θυγατρικής εταιρείας του ασφαλιστικού ομίλου στον οποίο εργαζόταν.
Τα όσα υποστηρίζει έχουν ενδιαφέρον:
Αφού αναφέρεται στην πορεία του στην ασφαλιστική εταιρεία ο 43χρονος σήμερα ασφαλιστικός σύμβουλος τονίζει ότι το έτος 1998, περίοδο κατά την οποία η ελληνική χρηματαγορά ανθούσε,  ανέλαβε να προωθήσει τα αμοιβαία κεφάλαια της εταιρείας στην οποία εργαζόταν κατορθώνοντας σταδιακά, αφενός να διαμορφώσει ένα ισχυρό επενδυτικό χαρτοφυλάκιο με κέρδη για τους πελάτες του, αφετέρου να αποκτήσει φήμη εντός της τοπικής κοινωνίας  της Ρόδου, με αποτέλεσμα όλο και περισσότερα άτομα να τον εμπιστεύονται για να επενδύσουν στα αμοιβαία κεφάλαια.
Μεταξύ των ετών 1998 – 2000, την περίοδο, δηλαδή, της ξέφρενης ανόδου του δείκτη τιμών του Χρηματιστηρίου Αθηνών, προωθούσε επενδυτικά προϊόντα στους πελάτες του με βάση τις κατευθυντήριες οδηγίες που ελάμβανε καθημερινά από τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας.
Τον Σεπτέμβριο του 2000, όταν και όλως αιφνιδίως συντελέστηκε κάθετη πτώση του Γενικού Δείκτη Τιμών του Χρηματιστηρίου Αθηνών, οι απώλειες επί των αμοιβαίων  κεφαλαίων έφθαναν το ποσοστό του 70% και οι πελάτες του ζητούσαν επίμονα την εξαγορά  τους, διακατεχόμενοι από έντονα αισθήματα πανικού.
Όπως υποστηρίζει, ακολουθώντας τότε, τις ρητές εντολές της εταιρείας για «διακράτηση θέσεων», διατήρηση δηλαδή των πελατών του, αποφάσισε, να αποτρέψει τους πελάτες του από την εξαγορά των μεριδίων τους και να τους πείσει να μεταφέρουν τις επενδύσεις τους σε ομολογιακά αμοιβαία κεφάλαια, τα οποία θεωρούνται περισσότερο σταθερά και ασφαλή από άλλες επενδύσεις.
Πράγματι, ολόκληρο σχεδόν το πελατολόγιό του, όπως περιγράφει, πείσθηκε και δεν εξαγόρασε τις επενδύσεις του, χωρίς όμως να λείπουν τα παράπονα και οι αμφιβολίες, ώστε κάθε φορά έπρεπε να λογοδοτεί και να εφευρίσκει δικαιολογίες προκειμένου να τους αποδεικνύει ότι, ορθώς δεν επέλεξαν να προβούν σε εξαγορές, καθώς διατηρούσε ακλόνητη την πίστη, ότι η αγορά σύντομα θα ανέκαμπτε.
Τον Μάρτιο του 2001 που η ελληνική χρηματαγορά εμφάνισε σημάδια ανάκαμψης, για περίπου ένα τρίμηνο, έλαβε, όπως ισχυρίζεται, εκ νέου εντολές από διευθυντικά στελέχη της εταιρείας να μεταφέρει τα κεφάλαια των πελατών του από τα ομολογιακά αμοιβαία στα μετοχικά αμοιβαία.
Προς μεγάλη απογοήτευση και διάψευση των προσδοκιών τους, ξέσπασε νέα χρηματοπιστωτική κρίση με απώλειες της τάξεως του 90%, που δημιούργησε ένα δίχως προηγούμενο κλίμα πανικού, στα πλαίσια του οποίου οι πελάτες άρχισαν επιτακτικά πλέον να ζητούν εξαγορές των μεριδίων τους.  Αναλογιζόμενος τότε το μέγεθος της οικονομικής καταστροφής των επενδυτών – πελατών του, καθώς και το αναλογούν σε εκείνον μερίδιο ευθύνης, αποφάσισε πως έπρεπε να επανορθώσει με οποιοδήποτε προσωπικό κόστος για το λάθος του.
Επισημαίνει μάλιστα ότι οι σχέσεις που είχε με τους πελάτες του ξεπερνούσε την τυπική σχέση ασφαλιστή – πελάτη, καθώς τους περισσότερους από αυτούς εγνώριζε ήδη από το ξεκίνημα της καριέρας του και τους συναναστρεφόταν κοινωνικά. Πολλοί από αυτούς δε, είχαν επενδύσει όχι μόνο σε αμοιβαία κεφάλαια, αλλά διέθεταν επίσης και ασφαλιστήρια ζωής, ως και γενικών ασφαλειών, ώστε μπορούσε να διαβλέψει τις επιπτώσεις της παραπάνω ζημίας, σε κάθε έκαστο αυτών.
Κατόπιν τούτων, αποφάσισε, όπως αναφέρει, όχι μόνο να επιστρέψει σε όλους  τους πελάτες  του ατόφιο το κεφάλαιο της επένδυσής τους αλλά, να καλύψει επιπλέον και τυχόν απώλειές τους.
Έτσι λοιπόν, ξεκίνησε περί τα τέλη του 2001 να καλύπτει σταδιακά τις απώλειες των πελατών του, που ανέρχονταν συνολικά, σε αρκετά εκατομμύρια ευρώ.
Κατά τη διάρκεια των ετών, προκειμένου να αντεπεξέλθει στο τεράστιο βάρος της υποχρέωσης που είχε αναλάβει, αναγκάστηκε να προσφύγει σε τραπεζικό δανεισμό.
Η κατάσταση αυτή διήρκησε περίπου μέχρι το έτος 2006, όταν είχε πλέον περιέλθει σε οικονομική αδυναμία, οπότε και προσέφυγε στην εταιρεία αιτούμενος τη χορήγηση δανείου. Τονίζει δε ότι η εταιρεία δεν γνώριζε πως κάλυπτε τις απώλειες των πελατών. Τον δανειοδότησε σταδιακά με το συνολικό ποσό των 891.344,09 ευρώ και προς εξασφάλιση του εν λόγω δανείου, χορήγησε προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο της μητέρας του.
Έκτοτε, ενεπλάκη σε ένα φαύλο κύκλο καθώς η οικονομική του αδυναμία μέρα με την μέρα διευρυνόταν, ώστε αναγκαζόταν ολοένα και περισσότερο να βασίζεται σε δανειοδοτήσεις, όχι μόνο πλέον για να αποπληρώνει τις απώλειες των πελατών του, αλλά και για να διαβιεί.
Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει εξάλλου και ο ισχυρισμός του ότι αναγκάστηκε στην πορεία να καταβάλει σε ορισμένους που φέρονται ως θύματά του, ληστρικούς και τοκογλυφικούς τόκους που του είχαν επιβάλλει και ότι ουσιαστικά ήταν δανειστές του!

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ