ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Δεκτή η αγωγή χρησικτησίας δύο κατοίκων της Ιαλυσού κατά του Ελληνικού Δημοσίου

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
δικαιοσύνη

Με την υπ’ αριθμ. 228/2022 από­φα­ση του Μο­νο­με­λούς Εφε­τεί­ου Δω­δε­κα­νή­σου ευ­δο­κί­μη­σε αγωγή χρη­σι­κτη­σί­ας που άσκη­σαν δύο κά­τοι­κοι της Ια­λυ­σού κατά του Ελ­λη­νι­κού Δη­μο­σί­ου.

Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, το δι­κα­στή­ριο απέρ­ρι­ψε την έφεση που άσκη­σε το Ελ­λη­νι­κό Δη­μό­σιο και έκρι­νε ότι στο πρό­σω­πο του ημε­δα­πού συ­ντρέ­χουν οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την με­τα­γρα­φή στην ιδιο­κτη­σία του ακι­νή­του του Ελ­λη­νι­κού Δη­μο­σί­ου στο οποίο ασκεί και ασκού­σε πρά­ξεις νομής από 30ετίας.

Πρό­κει­ται μια πρω­τό­τυ­πη από­φα­ση, σπά­νια, καθώς ο κα­νό­νας θέλει τα ακί­νη­τα του Ελ­λη­νι­κού Δη­μο­σί­ου να μην είναι δει­κτι­κά χρη­σι­κτη­σί­ας

Για τα ακί­νη­τα που ανή­κουν ή τα διεκ­δι­κεί το Ελ­λη­νι­κό Δη­μό­σιο ως ανή­κο­ντα σε αυτό όπως είναι γνω­στό δεν μπο­ρεί να προ­βλη­θεί η κτήση της κυ­ριό­τη­τας με χρη­σι­κτη­σία και συ­νε­πώς δεν μπο­ρεί ένας ιδιώ­της να ισχυ­ρι­στεί ότι απέ­κτη­σε την κυ­ριό­τη­τα ενός ακι­νή­του το οποίο ανή­κει στο Ελ­λη­νι­κό Δη­μό­σιο.

Ση­μα­ντι­κή ρωγμή στις δια­τά­ξεις για την προ­στα­σία των δη­μο­σί­ων κτη­μά­των επέ­φε­ρε η διά­τα­ξη του άρ­θρου 4 του Ν. 3127/2003, με την οποία επα­να­φέ­ρε­ται ο θε­σμός της κτή­σης κυ­ριό­τη­τας με ανε­πί­λη­πτη νομή του βυ­ζα­ντι­νο­ρω­μαϊ­κού δι­καί­ου και ανα­γνω­ρί­ζε­ται δι­καί­ω­μα κυ­ριό­τη­τας στα αστι­κά ακί­νη­τα στο νομέα του υπό συ­γκε­κρι­μέ­νους όρους.

Με το άρθρο 4 του Ν. 3127/2003 “Τρο­πο­ποί­η­ση και συ­μπλή­ρω­ση των Νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτη­μα­το­γρά­φη­ση και το Εθνι­κό Κτη­μα­το­λό­γιο και άλλες δια­τά­ξεις” ορί­ζο­νται τα εξής: “Σε ακί­νη­το που βρί­σκε­ται μέσα σε σχέ­διο πό­λε­ως ή μέσα σε οι­κι­σμό που προ­ϋ­φί­στα­ται του έτους 1923 ή μέσα σε Οι­κι­σμό κάτω των 2.000 κα­τοί­κων, που έχει οριο­θε­τη­θεί, ο νο­μέ­ας του θε­ω­ρεί­ται κύ­ριος ένα­ντι του Δη­μο­σί­ου εφό­σον: α) νέ­με­ται, μέχρι την έναρ­ξη ισχύ­ος του νόμου αυτού, αδια­τα­ρά­κτως για δέκα (10) έτη το ακί­νη­το, με νό­μι­μο τίτλο από επα­χθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δι­καιο­πα­ρό­χου του, που έχει κα­ταρ­τι­σθεί και με­τα­γρα­φεί μετά την 23-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρι­σκό­ταν σε κακή πίστη, ή β) νέ­με­ται, μέχρι την έναρ­ξη ισχύ­ος του Νόμου αυτού, το ακί­νη­το αδια­τα­ρά­κτως για χρο­νι­κό διά­στη­μα τριά­ντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρι­σκό­ταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορί­ζε­ται στις πε­ρι­πτώ­σεις α’ και β’ προ­σμε­τρά­ται και ο χρό­νος νομής των δι­καιο­πα­ρό­χων που δια­νύ­θη­κε με τις ίδιες προ­ϋ­πο­θέ­σεις.

Σε κακή πίστη βρί­σκε­ται ο νο­μέ­ας, εφό­σον δεν συ­ντρέ­χουν οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις του άρ­θρου 1042 του ΑΚ”. “Οι δια­τά­ξεις της προη­γού­με­νης πα­ρα­γρά­φου εφαρ­μό­ζο­νται για ακί­νη­το εμ­βα­δού μέχρι 2.000 τ.μ.

Για ενιαίο ακί­νη­το εμ­βα­δού με­γα­λύ­τε­ρου των 2.000 τ.μ., οι δια­τά­ξεις της προη­γού­με­νης πα­ρα­γρά­φου εφαρ­μό­ζο­νται μόνον εφό­σον στο ακί­νη­το υφί­στα­ται κατά την 31-12-2002 κτί­σμα που κα­λύ­πτει πο­σο­στό του­λά­χι­στον τριά­ντα τοις εκατό (30%) του ισχύ­ο­ντος συ­ντε­λε­στή δό­μη­σης στην πε­ριο­χή” (§ 2).

Με τις δια­τά­ξεις αυτές, που απο­τε­λούν κοινό δί­καιο, το οποίο, καθώς υπα­γο­ρεύ­τη­κε από το γε­νι­κό­τε­ρο συμ­φέ­ρον, ισχύ­ει σε όλη την επι­κρά­τεια, επο­μέ­νως και στη Δω­δε­κά­νη­σο θε­σπί­ζε­ται εξαί­ρε­ση από τον κα­νό­να ότι επί δη­μο­σί­ων κτη­μά­των νο­μέ­ας κατά πλά­σμα του νόμου είναι το Δη­μό­σιο και ότι αυτά είναι ανε­πί­δε­κτα κτη­τι­κής ή απο­σβε­στι­κής πα­ρα­γρα­φής.

Στην από 15-05-2018 αγωγή του οι ενά­γο­ντες εξέ­θε­σαν ότι δυ­νά­μει άτυ­πης δω­ρε­άς του πα­τρός τους το έτος 1991 πε­ρι­ήλ­θε σε αυ­τούς, εξ αδιαι­ρέ­του, τμήμα οι­κο­πέ­δου εμ­βα­δού 1.342,95 τ.μ, μετά της σε αυτό ευ­ρι­σκο­μέ­νης ισο­γεί­ου οι­κί­ας, επι­φά­νειας 96,17 τ.μ και τριών απο­θη­κών συ­νο­λι­κής αυτών επι­φά­νειας 41,24, που κεί­ται στη θέση “Μπα­μπα­κιές” εντός του οι­κι­σμού Πλα­τα­νιών, φέ­ρε­ται δε να ανή­κει, σύμ­φω­να με το Κτη­μα­το­λό­γιο, στο ενα­γό­με­νο Ελ­λη­νι­κό Δη­μό­σιο, ως διά­δο­χο του Ιτα­λι­κού Δη­μο­σί­ου, πλην όμως το εν λόγω τμήμα ακι­νή­του με τα εντός αυτού ευ­ρι­σκό­με­να κτί­σμα­τα ανήκε αρ­χι­κά στη προ­για­γιά των ενα­γό­ντων, η οποία το με­τα­βί­βα­σε λόγω ατύ­που δω­ρε­άς στον υιό της (παπ­πού των ενα­γό­ντων), ο οποί­ος το δώ­ρι­σε πε­ραι­τέ­ρω ατύ­πως στον υιό του (πα­τέ­ρα των ενα­γό­ντων) το έτος 1960, ο δε τε­λευ­ταί­ος, περί το έτος 1991, το με­τα­βί­βα­σε, επί­σης συ­νε­πεία ατύ­που δω­ρε­άς, στους ενά­γο­ντες κατά πο­σο­στό εξ αδιαι­ρέ­του σε έκα­στο, καθ’ όλο δε το χρο­νι­κό διά­στη­μα της υπ’ αυτών κα­το­χής του ακι­νή­του, ήτοι πέραν της τρια­κο­ντα­ε­τί­ας, οι δι­καιο­πά­ρο­χοι των ενα­γό­ντων και στη συ­νέ­χεια και οι ίδιοι οι ενά­γο­ντες, ασκού­σαν επ’ αυτού δια­κα­το­χι­κές πρά­ξεις, συ­νε­χώς και αδια­τά­ρα­κτα, με διά­νοια κυ­ρί­ων και με καλή πίστη.

Επί της άνω αγω­γής, το πρω­το­βάθ­μιο Δι­κα­στή­ριο, το οποίο δί­κα­σε αντι­μω­λία των δια­δί­κων κατά την τα­κτι­κή δια­δι­κα­σία, εξέ­δω­σε ορι­στι­κή από­φα­σή του, με την οποία έκανε δεκτή την αγωγή.

Το δι­κα­στή­ριο έκρι­νε ότι οι ενά­γο­ντες ποτέ δεν ενο­χλή­θη­καν από οποιον­δή­πο­τε και ει­δι­κό­τε­ρα από τα όρ­γα­να του Ελ­λη­νι­κού Δη­μο­σί­ου, εξαι­τί­ας δε της μα­κρο­χρό­νιας, αδια­τά­ρα­κτης νομής, τόσο των ιδίων όσο και των δι­καιο­πα­ρό­χων τους, ου­δέ­πο­τε προ­βλη­μα­τί­στη­καν για το ιδιο­κτη­σια­κό κα­θε­στώς του ακι­νή­του τους, ενώ το ενα­γό­με­νο Ελ­λη­νι­κό Δη­μό­σιο ου­δέ­πο­τε εν­δια­φέρ­θη­κε για το επί­δι­κο και ου­δέ­πο­τε ενήρ­γη­σε υλι­κές πρά­ξεις επ’ αυτού, ούτε ενό­χλη­σε τους ενά­γο­ντες ή τους δι­καιο­πα­ρό­χους τους, κα­θι­στώ­ντας γνω­στή την κυ­ριό­τη­τά του.

Ενό­ψει των ανω­τέ­ρω, απο­δεί­χθη­κε ότι οι ενά­γο­ντες και οι προ­κά­το­χοί τους, όταν επε­λή­φθη­σαν της νομής του ακι­νή­του ήταν καλής πί­στης, καθώς είχαν την πε­ποί­θη­ση ότι απέ­κτη­σαν την κυ­ριό­τη­τα του ακι­νή­του, χωρίς να τους βα­ρύ­νει βαριά αμέ­λεια ότι δεν απέ­κτη­σαν αυτήν, αφού ου­δό­λως απο­δεί­χθη­κε ότι η συ­μπε­ρι­φο­ρά τους πα­ρε­ξέ­κλι­νε από αυτήν του μέσου επι­με­λούς αν­θρώ­που, ώστε να εμ­φα­νί­ζε­ται ασυ­νή­θης και να φα­νε­ρώ­νει πλήρη αδια­φο­ρία τους για τυχόν δι­καιώ­μα­τα τρί­των επί του ακι­νή­του και δη του Ελ­λη­νι­κού Δη­μο­σί­ου.

Την υπό­θε­ση χει­ρί­στη­κε ο δι­κη­γό­ρος κ. Σάβ­βας Λυ­ρι­στής.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

  • Giannoulakis Nikolaos  /  28.08.2022 13:26

    Συγχαρτηρια!στους δικαστες που δικαιωσαν τους πολιτες!Α Λ Λ Α και στον κυριο ΛΥΡΙΣΤΗ γιατι δημιουργειται μια ΔΙΚΑΙΗ αρχη για παρα πολλους ταλαιπωρημενους απο το “κρατος”,πολιτες!!!

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.