Για τον ευρωβουλευτή του Πασοκ – ΚινΑλ κ. Νίκο Ανδρουλάκη δεν χρειάζονται συστάσεις. Διετέλεσε γραμματέας του ΠΑΣΟΚ, εκλέχθηκε ευρωβουλευτής με επιτυχημένη πορεία, ήταν υποψήφιος για την προεδρία του ΚΙΝΑΛ απέναντι στην κα Φώφη Γεννηματά, αλλά ποτέ δεν έπαψε να στηρίζει τις επιλογές του κόμματος. Πρόσφατα βρέθηκε στην Ρόδο στο πλαίσιο της πανελλήνιας περιοδείας που πραγματοποιεί.
Σήμερα μιλάει στην “δ” για τις ευρωεκλογές, την “Τρίτη εντολή”, που όπως ανέφερε και ο ίδιος, δεν πρέπει να πάει στην Χρυσή Αυγή, καθώς και για τον στόχο του ΚΙΝΑΛ στις ευρωεκλογές.
Η συνέντευξη αναλυτικά:
• Κύριε Ανδρουλάκη, ποιο είναι το διακύβευμα των επικείμενων ευρωεκλογών κατά την άποψή σας και πόσο κρίσιμη είναι αυτή η εκλογική αναμέτρηση για την πορεία της Ε.Ε. αλλά και για την πορεία της Ελλάδας;
Τα τελευταία χρόνια πολλοί από τους συμπολίτες μας στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, βλέπουν την Ένωση ως κάτι το ξένο, το απόμακρο έως και εχθρικό. Βλέπουμε για πρώτη φορά να αμφισβητείται ευθέως ο πυρήνας των Ευρωπαϊκών αξιών, όπως η αλληλεγγύη, το κράτος δικαίου, ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ακραίες ιδέες που πιστεύαμε ότι είχαν βυθισθεί στην πολιτική λήθη επανέρχονται στο προσκήνιο. Ακόμα και θεωρητικά πιο μετριοπαθείς συντηρητικές δυνάμεις κάνουν μία ακροδεξιά στροφή. Ενδεικτικό παράδειγμα, οι δηλώσεις του κ. Ταγιάνι, Πρόεδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, ο οποίος προσέφυγε σε επικίνδυνους ιστορικούς αναθεωρητισμούς, βλέποντας θετικές στιγμές στο καθεστώς του Φασίστα ΜπενίτοΜουσολίνι.
Οι ερχόμενες Ευρωεκλογές είναι πολύ κρίσιμες για το μέλλον του Ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Οι προοδευτικές δυνάμεις θα έχουν να αντιμετωπίσουν από τη μία τους συντηρητικούς που επιθυμούν τη διατήρηση των πιο αντιλαϊκών πλευρών του status quo, τη συνέχιση της θεσμικής στασιμότητας κατά την οποία οι σημαντικές αποφάσεις θα λαμβάνονται πίσω από κλειστές πόρτες, χωρίς καμία δυνατότητα λογοδοσίας στους πολίτες και από την άλλη ένα μέρος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς οποία υπερασπίζεται τα ανθρώπινα δικαιώματα α λα καρτ και εμφανίζεται φοβική σε μία πιο ισχυρή και αυτόνομη Ευρώπη. Απέναντι σε αυτές τις αντιλήψεις πρέπει να δώσουμε τον αγώνα για ενίσχυση των κοινών θεσμών, της συνεργασίας και πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης, ώστε να μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά τις προκλήσεις του μέλλοντος. Η επιλογή αυτή αποτελεί όχι μόνο η εθνικά συμφέρουσα για τη χώρα μας αλλά και αναγκαία για να ανταποκριθούμε στο νέο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Μόνο με ενίσχυση της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Άμυνας θα μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στις σύγχρονες γεωπολιτικές προκλήσεις της περιοχής μας. Μόνο με κοινή οικονομική πολιτική θα επιτύχουμε την καταπολέμηση της φοροαποφυγής των μεγάλων επιχειρήσεων και την αύξηση των εσόδων του κοινωνικού κράτους. Μόνο με ενίσχυση των κοινών θεσμών και του Κοινοβουλίου θα καταφέρουμε να έχουμε περισσότερη δημοκρατία και διαφάνεια στη λήψη των αποφάσεων.
• Πρέπει οι ευρωεκλογές να έχουν δημοψηφισματικό χαρακτήρα όπως δηλώνει συνεχώς η Ν.Δ.;
Για πολλά χρόνια οι Ευρωεκλογές περιοριζόντουσαν στο ρόλο ενός δημοψηφίσματος για τα πεπραγμένα της εκάστοτε κυβέρνησης, όπου η συζήτηση περιοριζόταν κατά κύριο λόγο στα εθνικά θέματα και τα ευρωπαϊκά θα λέγαμε ότι είχαν τον ρόλο του κομπάρσου.
Τα τελευταία χρόνια όμως αυτό αλλάζει. Καταρχάς χάρη στη Συνθήκη της Λισαβώνας και της καινοτόμου διαδικασίας του επικεφαλής υποψηφίου, όπου τα περισσότερα Ευρωπαϊκά Κόμματα έχουν ορίσει έναν υποψήφιο για την Προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δίνοντας την ευκαιρία στους πολίτες με την ψήφο τους να επηρεάσουν ποιος θα είναι ο επόμενος πρόεδρος. Αφετέρου, με ζητήματα όπως η προσφυγική ή η οικονομική κρίση, γίνεται πλέον πιο ευδιάκριτο σε όλους ότι οι πολιτικοί συσχετισμοί που διαμορφώνονται στις Βρυξέλλες έχουν πολύ μεγάλη σημασία για την επιλογή των λύσεων. Είμαστε βέβαια ακόμα μακριά από την πλήρη αυτονόμηση σε σχέση με την εθνική πολιτική σκηνή και αυτό ως ένα βαθμό είναι απολύτως κατανοητό.
Είναι απογοητευτική η προσπάθεια να μετατραπούν οι Ευρωεκλογές σε μία μεγάλη δημοσκόπηση μόνο και μόνο για να εξυπηρετηθούν μικροπολιτικές σκοπιμότητες, ιδιαίτερα όταν το αργότερο μέχρι τον ερχόμενο Οκτώβριο θα διεξαχθούν και οι εθνικές εκλογές. Τώρα είναι η στιγμή όλα τα πολιτικά κόμματα να εξηγήσουν στον Ελληνικό λαό το όραμά τους για την Ευρώπη και τη θέση της χώρας μας σε αυτή.
Καταλαβαίνω την αγωνία του κ. Μητσοτάκη να πρέπει να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα που είναι οι βαθύτατα συντηρητικές, και υπονομευτικές για την επιτάχυνση της πολιτικής ενοποίηση της Ευρώπης του κ. Βέμπερ, όμως αυτό συνεπάγεται η δημοκρατική λογοδοσία. Άλλωστε, αποτελεί προσωπική του επιλογή καθώς η Νέα Δημοκρατία ήταν ένα από τα 4 κόμματα που τον πρότειναν.
• Ποιος είναι ο στόχος του ΚΙΝΑΛ στις ευρωεκλογές;
Πηγαίνουμε στις ευρωεκλογές έχοντας ως παρακαταθήκη το επιτυχημένο εγχείρημα της Ελιάς, όπου παρά τις δυσκολίες και την κυβερνητική φθορά είχε καταφέρει να συγκεντρώσει ένα ποσοστό λίγο πάνω από το 8%. Τώρα που οι συνθήκες είναι πιο ευνοϊκές με έναν ΣΥΡΙΖΑ που παραμένει στην κυβέρνηση χάρη μίας αντιφατικής πλειοψηφίας με εκπροσώπους της Καραμανλικής δεξιάς και πρώην πρωτοκλασάτα στελέχη των ΑΝΕΛ και μία Νέα Δημοκρατία η οποία συνεχώς συντηρητικοποιείται, υπάρχουν οι συνθήκες για ένα αποτέλεσμα που θα επιβεβαιώσει ότι η Δημοκρατική Παράταξη επανέρχεται στο πολιτικό προσκήνιο.
Πρόσφατα, μιλήσατε για την “τρίτη εντολή”. Διευκρινίστε μας τους λόγους που ανησυχείτε.
Στις προηγούμενες εθνικές και ευρωπαϊκές εκλογές η νεοναζιστική συμμορία της Χρυσής Αυγής κατέκτησε την τρίτη θέση. Ως Δημοκρατικοί πολίτες δεν μπορούμε να επιτρέψουμε αυτό να συμβεί ξανά. Φανταστείτε την πιθανότητα μετά τις ερχόμενες εθνικές εκλογές κανένα κόμμα να μην έχει αυτοδυναμία και να λάβει την τρίτη διερευνητική εντολή ένας υπόδικος για συγκρότηση και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης. Είναι δική μας ευθύνη να μην επιτρέψουμε να συμβεί αυτό.
• Για ποιο λόγο θα πρέπει να σας εμπιστευτούν ξανά οι πολίτες στις ευρωεκλογές;
Είναι θετικό που παρέμεινε το σύστημα του σταυρού και δεν επανήλθε η λίστα για να μπορέσουν οι πολίτες να κρίνουν τη δουλειά που έκανα τα τελευταία 5 χρόνια στην Ευρωβουλή.
Αυτό το διάστημα είχα την ευκαιρία να εργαστώ σε σημαντικά θέματα, με το τελευταίο και ίσως πιο σημαντικό να είναι η αναβάθμιση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας και η δημιουργία του rescEU για το οποίο ήμουν υπεύθυνος εκ μέρους της Σοσιαλιστικής Ομάδας. Ο συγκεκριμένος μηχανισμός θα βοηθήσει τη χώρα μας και τα άλλα Κράτη της Ευρώπης να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικότερα φυσικές καταστροφές όπως είναι οι πυρκαγιές και οι πλημμύρες με την αγορά καινούργιων μέσων σε ευρωπαϊκό επίπεδο αλλά και την παροχή χρηματοδότηση για την επισκευή των εθνικών μέσων, όπως είναι τα πυροσβεστικά αεροπλάνα καναντέρ στη δική μας περίπτωση.
Ακόμα ως μέλος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ασχολήθηκα ιδιαίτερα με ζητήματα που άπτονται των εθνικών μας θεμάτων. Με τροπολογίες και παρεμβάσεις μου πέτυχα να ενσωματωθούν στις εκθέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πολλά ζητήματα που αφορούν τα εθνικά μας θέματα, όπως η ανάγκη άρσης του casus belli από την Τουρκία και η καταδίκη της Τουρκικής επιθετικότητας με τις παραβιάσεις του ελληνικού εναερίου χώρου, η προστασία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη, Ίμβρο και Τένεδο σχετικά με την Τουρκία αλλά και ζητήματα που αφορούν τις σχέσεις μας με άλλες χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, όπως είναι η προστασία των δικαιωμάτων της Ελληνικής μειονότητας της Βορείου Ηπείρου και ιδιαίτερα στην περίπτωση του Κωνσταντίνου Κατσίφα η πλήρη διερεύνηση των συνθηκών θανάτου του.
• Κατά την άποψή σας θα υπάρξει περιθώριο να “βελτιωθούν” οι όροι της Συμφωνίας των Πρεσπών;
Η κυβέρνηση στο συγκεκριμένο θέμα έδειξε για ακόμη μία φορά τον ανεύθυνο τρόπο με τον οποίο χειρίζεται τα εθνικά θέματα. Αποφάσισε να διαπραγματευτεί εν κρυπτώ, χωρίς να ενημερώσει τους πολιτικούς αρχηγούς και χωρίς τη διαμόρφωση μίας εθνικής στρατηγικής, όπως είχε γίνει στο παρελθόν για τόσο σημαντικά θέματα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην υπάρχει εθνική διαπραγματευτική θέση και τα όποια θετικά αποτελέσματα να υπονομεύονται από την αναγνώριση “Μακεδονικής” εθνότητας και γλώσσας δημιουργώντας κεκτημένα που μπορεί να βρούμε μπροστά μας στο μέλλον.
Πλέον η Συμφωνία των Πρεσπών έχει κυρωθεί και από τις δύο πλευρές και έχει αρχίσει ήδη να εφαρμόζεται. Το να ισχυριστεί κάποιος ότι θα μπορέσει να την ακυρώσει είναι λαϊκίστικο και ανεδαφικό. Σε κάθε περίπτωση όμως, το πλαίσιο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της γειτονικής χώρας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου χρειάζεται η συγκατάθεση της χώρας μας στο άνοιγμα και το κλείσιμο και των 35 διαπραγματευτικών κεφαλαίων, μας δίνει τη δυνατότητα να πιστεύουμε ότι κάποιες επιμέρους διορθώσεις ίσως θα μπορούσαν να γίνουν, ιδίως για το ζήτημα των προϊόντων ονομασίας προέλευσης που η κυβέρνηση απλώς παρέπεμψε για το μέλλον.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ