• Η εισαγγελική παραγγελία ζητά έγγραφα, υπηρεσιακές εξηγήσεις και καταθέσεις από μέλη της Δημοτικής Επιτροπής, ενώ στο επίκεντρο τίθεται η αλληλουχία ενεργειών από το 2023 έως και τις διοικητικές προσφυγές που ακολούθησαν
Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται ακόμη μια προκαταρκτική εξέταση εις βάρος αιρετών και υπηρεσιακών παραγόντων του Δήμου Ρόδου μετά από μια διαδρομή καταγγελιών, υπηρεσιακών πράξεων και αποφάσεων, που ξεκινά από τις αρχές του 2023 και επεκτείνεται σε κρίσιμες συνεδριάσεις, διοικητικές προσφυγές και μεταγενέστερες κρίσεις οργάνων, με βασικό σημείο τριβής τη λειτουργία καταστήματος και τις συνέπειες που, κατά τους μηνυτές, θα έπρεπε να ενεργοποιηθούν λόγω αυθαίρετων κατασκευών και λόγω της θέσης της δραστηριότητας σε περιοχή με αρχαιολογικό ενδιαφέρον.
Τι ερευνά η προκαταρκτική και ποιο είναι το πλαίσιο της παραγγελίας
Το αδίκημα που τίθεται προς διερεύνηση είναι της παράβασης καθήκοντος, ενώ ελεγχόμενοι είναι 8 αιρετοί μεταξύ των οποίων και ο δήμαρχος Ρόδου κ. Αλέξανδρος Κολιάδης.
Το ιστορικό, όπως συνοψίζεται μέσα από τις μηνύσεις εδράζεται σε αντιδικία που ξεκίνησε με καταγγελίες για επεμβάσεις σε κοινόχρηστο χώρο κτηρίου και ειδικότερα για κατασκευή καπνοδόχου, η οποία φέρεται να τοποθετήθηκε για τις ανάγκες λειτουργίας επιχείρησης εστίασης.
Στα έγγραφα περιγράφεται ότι οι καταγγέλλοντες προχώρησαν σε εξώδικη γνωστοποίηση στις 24 Ιανουαρίου 2023, εκφράζοντας άρνηση για την κατασκευή, με κεντρικό επιχείρημα ότι πρόκειται για επέμβαση σε κοινόχρηστο στοιχείο του κτηρίου και ότι απαιτούνται συναινέσεις και άδειες, ενώ στη συνέχεια αναφέρεται καταγγελία προς την Πολεοδομία Ρόδου στις 21 Φεβρουαρίου 2023.
Ακολούθως, η Πολεοδομία Ρόδου φέρεται να έταξε προθεσμία με έγγραφο 769/2 Μαρτίου 2023 για προσκόμιση άδειας και, μετά την παρέλευση του χρονικού διαστήματος, εξέδωσε απόφαση τον Μάρτιο του 2023.
Στην απόφαση αυτή, οι μηνυτές διαβλέπουν αυθαιρεσία της κατασκευής, με αιτιολογία ότι δεν είχε δοθεί συναίνεση συνιδιοκτητών για να θεωρηθεί νόμιμη η απαιτούμενη άδεια μικρής κλίμακας, εφόσον η κατασκευή έγινε σε κοινόχρηστο χώρο.
Στη συνέχεια, καταγράφεται ότι κατατέθηκε ένσταση από εμπλεκόμενα πρόσωπα, ενώ εκδόθηκε απόφαση του ΣΥΠΟΘΑ με την οποία, επικυρώθηκε η διαπίστωση της αυθαιρεσίας.
Οι μηνυτές υπέβαλαν αίτηση και καταγγελία ζητώντας ανάκληση της άδειας λειτουργίας, και ότι το ζήτημα εισήχθη στη Δημοτική Επιτροπή.
Η απόφαση που συνδέεται με την εξέλιξη αυτή αποτελεί και το κεντρικό διοικητικό σημείο που εξετάζεται στην προκαταρκτική, αφού είναι η απόφαση για την οποία ζητούνται καταθέσεις από τα μέλη που συμμετείχαν.
Εκδόθηκε απόφαση ειδικής επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 και η επιτροπή έκρινε εσφαλμένες και παράνομες τόσο την απόφαση της Γραμματέως Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου, όσο και την ίδια την απόφαση της Δημοτικής Επιτροπής, κάνοντας ειδική αναφορά στη βούληση του νομοθέτη για μη ανοχή αυθαίρετης δόμησης σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος.
Πάνω σε αυτή τη βάση, το υλικό του φακέλου περιγράφει ότι, κατά τους μηνυτές, παρότι υπήρχε μεταγενέστερη διοικητική κρίση που έθιγε τη νομιμότητα των προηγούμενων χειρισμών, εξακολουθούσε να τίθεται ζήτημα για το πώς και πότε οι υπηρεσίες και το αρμόδιο όργανο του Δήμου θα επανεξέταζαν πρακτικά το θέμα.
Το σκέλος της Αρχαιολογίας και οι καταγγελίες περί άνισης μεταχείρισης
Ιδιαίτερο βάρος, όπως προκύπτει από τις μηνύσεις, δίνεται και στη διάσταση της αρχαιολογικής νομοθεσίας και της εμπλοκής της Εφορείας Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου. Στα έγγραφα περιγράφονται διαδικασίες αλληλογραφίας, αιτήματα και απαντήσεις που σχετίζονται με το αν η λειτουργία καταστήματος σε συγκεκριμένη περιοχή απαιτούσε εγκρίσεις και γνωμοδοτήσεις, καθώς και ενστάσεις των μηνυτών για τον χρόνο αντίδρασης και το εύρος των ελέγχων.
Στο ίδιο πλαίσιο, οι μηνυτές εμφανίζονται να προβάλλουν ότι σε δική τους μισθώτρια επιχείρηση ζητήθηκαν συγκεκριμένα δικαιολογητικά και ακολουθήθηκαν διαδικασίες, ενώ για το κατάστημα που βρίσκεται στο επίκεντρο της διαμάχης καταγγέλλεται ότι η κινητοποίηση των διαδικασιών έγινε μεταγενέστερα και κατόπιν πιέσεων, με αποτέλεσμα, κατά τους ίδιους, να δημιουργηθεί πρακτική άνισης αντιμετώπισης.













