Συνεντεύξεις

Α. Μεταξάς: «Είναι νωρίς να αποτιμηθεί η αντίδραση της Ενωσης απέναντι στη συντελούμενη ρωσική εισβολή»

Τα κυβερνώντα καθεστώτα Ουγγαρίας και Πολωνίας συγκροτούν τα τελευταία χρόνια εξόχως προβληματικές περιπτώσεις ουσιώδους απόκλισης από τις αρχές του κράτους δικαίου ενώ κατά την εκούσια ένταξή τους συναποδέχθηκαν τις αξιακές αναφορές της Ένωσης ως αυτές καταγράφονται ρητά στη ΣΕΕ και στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Αν τώρα διαφωνούν, υπάρχει πάντα και η οδός της εξόδου. Δεν είναι υποχρεωτική η πολιτειακή μας συμβίωση ούτε η Ένωση μια à la carte χαλαρή συνεύρεση καιροσκόπων.
Η πολιτική δεν είχε συνομιλήσει επί πολλά συναπτά έτη με την κοινωνία με ειλικρίνεια και καθαρότητα για το όντως ζωτικό διακύβευμα της πράσινης μετάβασης. Η Ελλάδα έχει περιοχές οι οποίες υπήρξαν για δεκαετίες μονοσήμαντα προσανατολισμένες στο παραγωγικό μοντέλο της αξιοποίησης του λιγνίτη. Η στήριξη των τοπικών κοινωνιών απαιτεί συγκεκριμένη στρατηγική αλλά και την επεξήγηση ότι στο πλαίσιο της ενεργειακής μετάβασης θα υπάρξουν μεσοπρόθεσμα στιγμές και συγκυρίες οι οποίες δεν θα είναι πάντοτε ρόδινες.Είναι νωρίς να αποτιμηθεί η αντίδραση της Ένωσης απέναντι στη συντελούμενη ρωσική εισβολή. Ωστόσο, η υιοθέτηση πιο γρήγορων αντανακλαστικών από την Ένωση είναι ένα προσόν του οποίου παραδοσιακά στερείται, αναφέρει ο κ. Α. Μεταξάς αναπλ. καθηγητής, ΕΚΠΑ, επισκ. καθηγητής, Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, δικηγόρος, στην “Δημοκρατική”.

Συνέντευξη στον Γιάννη Μπόζιο

• Η Ουγγαρία και η Πολωνία, αν και ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι δύο χώρες που φαίνεται ότι δεν συμμερίζονται τις βασικές αρχές της Ένωσης, ρέποντας προς τον αυταρχισμό και τον εθνικολαϊκισμό. Πώς επηρεάζει η στάση αυτών των κρατών μελών την Ένωση; Και πώς μπορεί αυτή να αντιδράσει;
Έχετε δίκιο όταν επισημαίνετε ότι τα κυβερνώντα καθεστώτα στις δύο αυτές χώρες συγκροτούν τα τελευταία χρόνια εξόχως προβληματικές περιπτώσεις ουσιώδους απόκλισης από τις αρχές του κράτους δικαίου αλλά και το εν γένει αξιακό κεκτημένο πάνω στο οποίο στηρίζεται το ενωσιακό εγχείρημα και η ενωσιακή έννομη τάξη. Τούτο αποτυπώνεται χαρακτηριστικά σε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες που έχουν λάβει τα δύο αυτά κράτη και οι κυβερνήσεις τους σε κομβικότατα θέματα με κυρίαρχο (αλλά όχι μόνο) αυτό των κραυγαλέων παραβιάσεων της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης αλλά και στη γενικότερη αξιακή στάση και αισθητική τους, η οποία συχνά βρίσκεται στον αντίποδα βασικών αρχών του συνταγματικού φιλελευθερισμού.
Η διαβρωτική επενέργεια αυτού του φαινομένου για την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι καίρια. Κανένα μόρφωμα υπερεθνικής συναντίληψης δεν μπορεί να δομηθεί ερήμην ελαχίστων ταυτοτικών συγκλίσεων. Οι δε ταυτοτικές συγκλίσεις δεν μπορεί να συγκροτούνται στη βάση της οικονομικής χρησιμοθηρίας. Δυνατότητες ταυτοτικής σύζευξης δεν μπορεί να παραχθούν όταν λ.χ. υφίστανται δομικές αποκλίσεις στις παραδοχές ενός κοινού νομικού πολιτισμού. Το οικονομικό στοιχείο και η άντληση οικονομικών πλεονεκτημάτων από τη συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν πρέπει να θεωρείται η προέχουσα ιεράρχηση για τη συμμετοχή στο ενωσιακό εγχείρημα. Σε όσα δε κράτη μέλη προσεγγίζουν το θέμα κατ’ αυτόν τον τρόπο μονοσήμαντα, οφείλουμε την υπόμνηση ότι κατά την εκούσια ένταξή τους συναποδέχθηκαν τις αξιακές αναφορές της Ένωσης ως αυτές καταγράφονται ρητά στη ΣΕΕ και στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Αν τώρα διαφωνούν, υπάρχει πάντα και η οδός της εξόδου. Δεν είναι υποχρεωτική η πολιτειακή μας συμβίωση ούτε η Ένωση μια à la carte χαλαρή συνεύρεση καιροσκόπων.
• Προς ποιες κατευθύνσεις πρέπει να κινηθούν τα κράτη-μέλη, καθώς και η Ευρωπαϊκή Ένωση ως ενιαίο σώμα για την συντέλεση μιας πιο φιλόδοξης ενοποιητικής πορείας; Αποτελεί η ταυτοτική σύγκλιση, στην οποία αναφερθήκατε, μία απάντηση;
Ως προείπα, ο οικονομικός ωφελιμισμός δεν είναι επαρκής για τη δημιουργία ταυτοτικών συγκλίσεων στο βάθος του ιστορικού χρόνου. Και δίχως ταυτοτικές, αξιολογικές, σημειολογικές και αισθητικές συγκλίσεις δεν δύναται να παραχθεί και η απολύτως απαραίτητη αίσθηση του συνανήκειν.
• Θεωρείτε ότι υπάρχει χάσμα στο ευρωπαϊκό επίπεδο, μεταξύ βορρά και νότου;
Ιστορικά, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η διάκριση μεταξύ βορρά-νότου αποτελούσε μία βασική διαχωριστική γραμμή. Θεωρώ ότι, σήμερα, η κρίσιμη διαχωριστική γραμμή εκτείνεται μεταξύ εκείνων των κρατών-μελών που υιοθετούν διάθεση συναντίληψης σε σχέση με το αξιακό υπόβαθρο του ενοποιητικού εγχειρήματος και, από την άλλη, των κρατών-μελών, που στην παρούσα τουλάχιστον φάση, παρουσιάζουν μείζονες αποκλίσεις από αυτό. Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι αυτή η αντίστιξη αποτυπώνεται εν συνεχεία και σε δομικές αποκλίσεις σε κάτι επίσης θεμελιακό: τις διαφορετικές προσεγγίσεις εν σχέσει με την τελολογία της κοινής ενοποιητικής πορείας και τους ρυθμούς και ιεραρχήσεις της πολιτικής ενοποίησης.
• Το φαινόμενο του ευρωσκεπτικισμού τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί. Γιατί πολλοί Ευρωπαίοι πολίτες τείνουν να αμφισβητούν την αξία της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
Αν θα έπρεπε να κάνω μια νοητική αφαίρεση, θα επικεντρωνόμουν σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας ανάγεται σε όντως υφιστάμενες δομικές παθογένειες του ενωσιακού εγχειρήματος, ο δεύτερος όμως, ας μου επιτραπεί να πω, εξίσου σημαντικός με τον πρώτο, είναι ένας αδόκιμος νοητικός παραλληλισμός που γίνεται μεταξύ του εθνικού και του ενωσιακού πεδίου, στο πλαίσιο του οποίου διενεργείται μία εξιδανικευτική σύγκριση και παρουσίαση του εθνικού επιπέδου σε σχέση με το ενωσιακό. Στο ενωσιακό επίπεδο γίνονται προβολές παθογενειών σε σχέση με πράγματι κομβικότατα προβλήματα, τα οποία ωστόσο ουδόλως έχουν επιλυθεί και στο εθνικό επίπεδο. Αποτυπώνεται έτσι μία ευρύτατη δυσθυμία, υπό τη μορφή ενός προϊόντος ευρωσκεπτικισμού, σε σχέση με ζητήματα, που θαρρεί κανείς, έχουμε την απαίτηση να έχουν επιλυθεί σε ενωσιακό επίπεδο, ενώ είναι σαφές και πρόδηλο ότι πόρρω απέχουν από το να έχουν επιλυθεί σε εθνικό επίπεδο. Έχουν άραγε επιλυθεί στο εθνικό επίπεδο πλείονα προβλήματα απτόμενα της εύρυθμης λειτουργίας του πολιτικού συστήματος; Της δημοκρατίας; Της ουσιαστικής ποιοτικής λειτουργίας του Κοινοβουλίου; Όπως προανέφερα, οι αδόκιμες, ενίοτε άρρητες, συγκρίσεις που γίνονται δημιουργούν την εντύπωση ότι είμαστε πάρα πολύ αυστηροί στην κριτική μας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, επειδή είμαστε τάχα πολύ ευτυχείς με τα όσα συμβαίνουν σε εθνικό επίπεδο, συνεπώς και η σύγκριση αποδεικνύεται χαώδης. Προσωπικά, διαφωνώ με αυτή την προσέγγιση.
• Η ενεργειακή κρίση που διανύει ο πλανήτης αποτελεί ένα πειστήριο, το οποίο καταδεικνύει την ανάγκη για μία πράσινη μετάβαση. Ποιος θα είναι ο ρόλος της πολιτικής σε αυτή τη μετάβαση;
Θα έλεγα ότι η πολιτική δεν είχε συνομιλήσει επί πολλά συναπτά έτη με την κοινωνία με ειλικρίνεια και καθαρότητα για το όντως ζωτικό διακύβευμα της πράσινης μετάβασης. Δεν έχει δηλαδή προβεί στην πλήρη και αναλυτική καταγραφή των δεδομένων και της αναγκαιότητας της ενεργειακής μετάβασης ούτε όμως και στην επεξήγηση των δυσχερειών, αλλά και του μεσοπρόθεσμου οικονομικού κόστους που αυτή ενδέχεται να έχει. Και πέραν του θέματος του οικονομικού κόστους, υφίσταται και το ζήτημα των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων που πρέπει να γίνουν ούτως ώστε συνολικά η οικονομία και η κοινωνία να αναδιαρθρωθεί κατά έναν τρόπο ο οποίος μπορεί να είναι συμβατός με τη λογική της ενεργειακής μετάβασης.
Ας πάρουμε ένα ενδεικτικό παράδειγμα από την χώρα μας. Η Ελλάδα έχει περιοχές οι οποίες υπήρξαν για δεκαετίες μονοσήμαντα προσανατολισμένες στο παραγωγικό μοντέλο της αξιοποίησης του λιγνίτη. Συνιστά μείζον εθνικό (όχι απλώς τοπικό) διακύβευμα το πώς θα υπάρξει μία αναπτυξιακή αναδιάταξη των συγκεκριμένων περιοχών ούτως ώστε αυτές να μην ερημώσουν, αλλά αντίθετα να ενταχθούν σε μία διαδικασία δημιουργικής αξιοποίησης της ενεργειακής μετάβασης. Η στήριξη των τοπικών κοινωνιών απαιτεί συγκεκριμένη στρατηγική αλλά και την επεξήγηση ότι στο πλαίσιο της ενεργειακής μετάβασης θα υπάρξουν μεσοπρόθεσμα στιγμές και συγκυρίες οι οποίες δεν θα είναι πάντοτε ρόδινες. Λείπει συνεπώς η πλήρης και διαφανής παρουσίαση των λόγων που επιβάλλουν αυτή την κρίσιμη αλλαγή ενεργειακού παραδείγματος, αλλά και των δυσχερειών της διαδικασίας

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου