ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Κραυγές και ψίθυροι στο Αιγαίο-Μαρτυρίες διασωστών σε πρώτο πρόσωπο

news room 1 λεπτό ανάγνωση
μετανάστες

Είναι ένα δράμα σε εξέλιξη. Θα κρα­τή­σει μήνες ή χρόνια; Πραγ­μα­τικά δεν ξέρω. Υπάρ­χουν στιγμές που νιώθω ότι έτσι θα πάει η υπό­λοιπη ζωή μου. Η θάλασσα έχει γίνει νεκρο­τα­φείο. Το κείμενο που ακο­λου­θεί είναι βασι­σμένο σε μαρ­τυ­ρίες δια­σω­στών από το ανα­το­λικό Αιγαίο

«Τις κραυγές μες τη νύχτα δεν θα τις ξεχάσω ποτέ. Οι νεκροί δεν υπο­φέ­ρουν πια, τα άψυχα σώματα που επι­πλέ­ουν στο νερό είναι γαλήνια. Επι­κρα­τεί μια ηρεμία που προ­κα­λεί θλίψη αλλά δεν τρο­μά­ζει. Αυτό που δεν αντέ­χε­ται είναι οι κραυγές».

«Δεν είχα ποτέ κατα­λά­βει πώς οι άνθρω­ποι μπορούν να βγάζουν τέτοιες ζωώδεις κραυγές. Είναι τόσο επώδυνο. Ξυπνάω στη μέση της νύχτας αγχω­μέ­νος περι­μέ­νο­ντας ν’ ακούσω να με καλούν σε βοήθεια. Μπερ­δεύω το φύσημα του ανέμου με τις μισο­πνιγ­μέ­νες ανάσες των παιδιών και των νεαρών κορι­τσιών. Δεν περί­μενα ότι θα υπήρχαν τόσες γυναί­κες, τόσα παιδιά, νήπια στην ηλικία του γιου μου».

«Τους αγκα­λιά­ζεις, τους τραβάς έξω από το νερό νομί­ζο­ντας ότι ζουν ακόμα, σε ξεγε­λούν οι σπασμοί του σώματος. Λίγο αργό­τερα βλέπεις πως δεν μπορείς να κάνεις τίποτα πια, κρατάς στα χέρια σου ένα άψυχο σώμα. Ένα ακόμα».

«Δεν έχεις χρόνο να σκε­φθείς, να στε­νο­χω­ρη­θείς, να κλάψεις. Έκλαψα μόνο την πρώτη φορά όταν κράτησα στα χέρια μου ένα κορι­τσάκι που έκλαιγε σπα­ρα­χτικά γιατί είχε μόλις δει να ανα­σύ­ρουν τη μάνα του, μια νέα, όμορφη γυναίκα, νεκρή. Το έσφιξα στην αγκαλιά μου κι έκλαψα μαζί του. Είναι όλα τόσο παρά­λογα, τόσο λάθος».

«Παλιό­τερα δεν τους συμπα­θούσα τους μετα­νά­στες. Τους έβλεπα εδώ στο νησί χωρι­σμέ­νους σε μικρές και μεγάλες ομάδες καθι­σμέ­νους γύρω από σόμπες να γελούν, να ακούν ραδιό­φωνο, να παίζουν ζάρια – κι ένιωθα θυμό. Νέοι άντρες, δυνατοί κι αντί να μείνουν στην πατρίδα τους να δου­λέ­ψουν, να βρουν μια λύση στα βάσανά τους, μαζεύ­ο­νταν όλοι εδώ, δημιουρ­γώ­ντας τόσα προ­βλή­ματα. Τώρα ο τρόπος που σκέ­φτο­μαι έχει αλλάξει. Τους βλέπω με άλλο μάτι. Αυτοί είναι πρό­σφυ­γες βέβαια, κυνη­γη­μέ­νοι άνθρω­ποι. Κατα­λα­βαίνω ότι για να φτάσει ένας πατέρας και μια μάνα να περά­σουν τα παιδιά τους από τέτοιες δοκι­μα­σίες, δεν έχουν άλλη επιλογή. Σκέψου, λέω στον εαυτό μου, τι κόλαση ζούσαν οι άνθρω­ποι στις πατρί­δες τους για να απο­φα­σί­σουν να παίξουν τη ζωή τους κορώνα-γράμματα».

«Μπερ­δεύω το φύσημα του ανέμου με τις μισο­πνιγ­μέ­νες ανάσες των παιδιών και των νεαρών κορι­τσιών. Δεν περί­μενα ότι θα υπήρχαν τόσες γυναί­κες, τόσα παιδιά, νήπια στην ηλικία του γιου μου»

«Τους λαθρέ­μπο­ρους αν μπο­ρούσα θα τους σκότωνα. Βαρύ αυτό που λέω, αλλά πες μου εσύ ποια τιμωρία βρί­σκεις κατάλ­ληλη γι’ αυτά τα τέρατα. Το ν’ αφήνεις κάποιον να πεθάνει για τα λεφτά, είναι ότι χει­ρό­τερο μπορώ να σκεφθώ, χει­ρό­τερο από το να τον σκο­τώ­νεις γιατί έχεις δια­φο­ρές πολι­τι­κές ή θρη­σκευ­τι­κές. Σημαί­νει ότι δεν έχεις ψυχή ανθρώ­που, είσαι κτήνος».

«Κάθε μέρα έχουμε πνιγ­μέ­νους, κάθε μέρα. Τα ψυγεία στο νοσο­κο­μείο είναι γεμάτα σώματα. Έχουν τελειώ­σει οι σάκοι που βάζουμε τα πτώματα, κατα­λα­βαί­νεις; Δυο δυο τους στοι­βά­ζουν τώρα. Κάποιοι δεν νοιά­ζο­νται, επειδή οι νεκροί είναι μου­σουλ­μά­νοι. Εμένα με νοιάζει. Τους κλείνω τα μάτια, καθα­ρίζω τους αφρούς που βγαί­νουν από το στόμα τους. Κι εύχομαι πραγ­μα­τικά να βρουν γαλήνη, να τους πάρει δίπλα του ο Αλλάχ στον παρά­δεισο που ονει­ρεύ­ο­νται».

«Είναι ένα δράμα σε εξέλιξη. Θα κρα­τή­σει μήνες ή χρόνια; Πραγ­μα­τικά δεν ξέρω. Υπάρ­χουν στιγμές που νιώθω ότι έτσι θα πάει η υπό­λοιπη ζωή μου. Η θάλασσα έχει γίνει νεκρο­τα­φείο. Περνάς με το καρα­βάκι απ΄ τη Λέρο στη Σάμο και βλέπεις να επι­πλέ­ουν αντι­κεί­μενα, βαλί­τσες, ρούχα. Οι ακτές έχουν γεμίσει παπού­τσια κάθε μεγέ­θους. Δράμα σου λέω, ζούμε ένα δράμα».

«Κάποιοι κρα­τιού­νται μακριά. Κάποιοι ενδια­φέ­ρο­νται μόνο για τον του­ρι­σμό, ψιθυ­ρί­ζουν: τι θα γίνει το Πάσχα και το καλο­καίρι; Θα έρθουν τα γιοτ από την Τουρκία και την Ιταλία; Οι πρό­σφυ­γες μάς διώ­χνουν τους του­ρί­στες».

«Κάποιοι άλλοι βοηθούν όσο μπορούν. Μαγει­ρεύ­ουν για τα συσ­σί­τια, συγκε­ντρώ­νουν φάρμακα και ρούχα. Κανείς δεν μένει ανε­πη­ρέ­α­στος, δεν γίνεται. Υπάρ­χουν κι όλοι αυτοί οι ξένοι, οι απο­στο­λές που βοηθάνε: Βρε­τα­νοί, Αμε­ρι­κά­νοι, Δανοί, Φιλαν­δοί. Έχουν σώσει χιλιά­δες ψυχές οι ξένοι από βέβαιο θάνατο, κάποιοι δου­λεύ­ουν ακού­ρα­στα πρωί και βράδυ».

«Αν δεν είχα τη γυναίκα μου, θα είχα τρε­λα­θεί. Περ­πα­τάμε και κου­βε­ντιά­ζουμε για αυτά που ζω, σαν ψυχο­θε­ρα­πεία. Είναι το στή­ριγμά μου. Τις προ­άλ­λες έπινα καφέ στο λιμάνι κι ήρθε ένας Σύριος με δυο παι­δά­κια και με αγκά­λια­ζαν, με ευχα­ρι­στού­σαν. Ήταν από τους τυχε­ρούς, από αυτούς που σώθηκαν – με θυμή­θη­καν από το βράδυ που τους μετέ­φερα στο νοσο­κο­μείο. Συγκι­νή­θηκα. Σκέ­φτηκα τότε πως αξίζει τον κόπο. Σκέ­φτηκα πως όλα αντέ­χο­νται αν ξέρεις πως βοηθάς πραγ­μα­τικά, πως η παρου­σία σου έχει σημασία. Όλα αντέ­χο­νται – ακόμα κι οι κραυγές μέσα στη νύχτα».

Εύα Στάμου protagon.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.