ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Η Χώρα της Αστυπαλιάς δεν θα είναι πια η ίδια: Κλείνει μετά από 50 χρόνια το καφενείο του Μουγγού

news room 3 λεπτά ανάγνωση
844

Ενας κύκλος μισού αιώνα κλείνει στα τέλη Σεπτεμ­βρίου. Ένα από τα πιο διάσημα καφε­νεία στην Ελλάδα βάζει ορι­στικά λουκέτο. Το καφε­νείο του Μουγγού στην Αστυ­πά­λαια, ένα από τα πιο cult καφε­νεία στο νησιω­τικό σύμπλεγμα του Αιγαίου περνάει στα χέρια του νέου ιδιο­κτήτη του, αφού δεν κατέστη δυνατή η επί­τευξη συμ­φω­νίας με τον ενοι­κια­στή για την παρά­ταση της μίσθω­σης.

Από το επόμενο καλο­καίρι θα λει­τουρ­γεί ως ένας ανα­νε­ω­μέ­νος χώρος αλλά στους τοίχους δεν θα υπάρ­χουν τα αντι­κεί­μενα καθώς και οι φωτο­γρα­φίες που είχαν «αιχ­μα­λω­τί­σει» την ζωή του νησιού κυρίως τους καλο­και­ρι­νούς μήνες. Αλλά και στιγμές των ντόπιων τον χειμώνα δίπλα στη σόμπα, με τα χαρτιά της τρά­που­λας πάνω στις ροτό­ντες,  όταν λυσ­σο­μα­νάει ο Γαρμπής και ο Σορόκος.

Στε­γα­σμένο σε ένα κτίριο που φτιά­χθηκε στα μέσα της δεκα­ε­τίας του 1890- από τα πρώτα κτίρια εκτός του  κάστρου των Κουερίνι- το καφε­νείο πέρασε στα χέρια του Μιχάλη Ψαρρή και του συνερ­γάτη του Γιάννη Λαδά στα τέλη του 1973 από τον τότε  ιδιο­κτήτη Βλάσση Λαπατά, ο οποίος το είχε πάρει από το Νικήτα Πώλο το 1965. Νωρί­τερα ο Μιχάλης Ψαρρής λει­τουρ­γούσε νυκτε­ρινό καφε­νείο στην περί­φημη Κατώα, τον τόπο Lavoro για τους παλιούς Αστυ­πα­λί­τες που θυμού­νται ακόμη την ιταλική κατοχή στα Δωδε­κά­νησα μέχρι το 1947. Άλλωστε ο Μουγγός ήταν και ο τσα­γκά­ρης του νησιού, με το κατά­στημα να στε­γά­ζε­ται σε χώρο λίγα μέτρα μακρύ­τερα από το καφε­νείο που έμελλε να μείνει στην ιστορία του νησιού ως το το καφε­νείο του Μουγγού.

Για περισ­σό­τερα από 17 χρόνια ο κωφά­λα­λος Μιχάλης Ψαρρής, λει­τουρ­γούσε το καφε­νείο με τη βοήθεια της συζύγου του Μαρίας. Μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος το 1989- ο Μιχάλης Ψαρρής ήταν 62 ετών- ο απο­κα­λού­με­νος και Μουγγός ήταν η ψυχή του καφε­νείου. Το 1990 το καφε­νείο αφού λει­τούρ­γησε για λίγους μήνες υπό την επί­βλεψη της Μαρίας Ψαρρή, που γνώριζε τον Μιχάλη από 2 ετών, αφού ήταν ορφανή από μητέρα και είχαν μεγα­λώ­σει στο ίδιο σπίτι, έκλεισε και οι ντόπιοι έχασαν το σημείο ανα­φο­ράς τους. Τότε ο Νικόλας Μανω­λά­κης ή Γούρνας ανέλαβε πρω­το­βου­λία ώστε να επα­να­λει­τουρ­γή­σει ο χώρος και συνα­ντή­θηκε με τον ιδιο­κτήτη καπετάν Κάρλο Βογια­τζή ο οποίος έδωσε την έγκρισή του. Μέχρι σήμερα ο χώρος λει­τουρ­γεί υπό την επο­πτεία του Στέ­φα­νου Αγγε­λίδη, γαμπρού του Νικόλα Μανω­λάκη.

Το χταπόδι που ψήνεται μαζί με τις σουπιές, στη ψηστα­ριά στην είσοδο του καφε­νείου, είναι ο μεζές που σε οδη­γούσε στο κτίριο απέ­να­ντι από το Δημαρ­χείο ακόμη και με κλειστά μάτια. Τα γλέντια με τη συμ­με­τοχή ντόπιων και του­ρι­στών, Ελλήνων και ξένων, έχουν αφήσει εποχή και συζη­τιού­νται δια­χρο­νικά. Αν μπο­ρού­σαν να μιλή­σουν οι αιω­νό­βιοι τοίχοι του θα έλεγαν ιστο­ρίες για τα χιλιά­δες λίτρα ούζου, τσί­που­ρου, κρασιού και μπύρας που έχουν κατα­να­λω­θεί για να λυθούν οι γλώσσες και να πουν ιστο­ρίες για τόπους μακρι­νούς, για έρωτες ομο­λο­γη­μέ­νους και ανο­μο­λό­γη­τους.

 

Αλλά στη μνήμη όσων αγαπούν την Αστυ­πα­λιά ή έχουν περάσει έστω και μια φορά από το καφε­νείο δεν είναι δυνατόν να δια­γρα­φούν τα γλέντια στο εσω­τε­ρικό, την ταράτσα και το δρόμο έξω από το κτίριο που είχαν ώρα λήξης την Ανατολή, με τον ήλιο να εμφα­νί­ζε­ται στην πίσω δεξιά γωνία του καφε­νείου.

Επι­τρέψτε μου μια προ­σω­πική αναφορά αφού ζω το καφε­νείο του­λά­χι­στον κάθε καλο­καίρι από το 1993 όταν ήρθα για πρώτη φορά στη Αστυ­πα­λιά. Αν και δεν πρόλαβα τον Μουγγό μέσα σε αυτό το χώρο είχα την μεγάλη τύχη να ακούσω να παίζει βιολί ο Νικήτας Καστρι­νός, από τους κορυ­φαί­ους σύγ­χρο­νους λαϊκούς οργα­νο­παί­κτες, λαούτο ο Ιορ­δά­νης Μαρ­κό­νης και ταμπούρλο ο Πήτερ, ένας ξαν­θο­μάλ­λης Ελβετός, που είχε ερω­τευ­θεί την ελλη­νική νησιώ­τικη μουσική. Ήταν οι ίδιοι που για πολλά χρόνια ξεσή­κω­ναν τους ντό­πιους και τους του­ρί­στες στο διήμερο πανη­γύρι της Πανα­γιάς της Πορ­ταί­τισ­σας το Δεκα­πε­νταύ­γου­στο.

Κλεί­νο­ντας πρέπει  να αναφέρω ότι το όνομα του καφε­νείου είναι «Καφε­νείο οι Μύλοι», αλλά είναι μετρη­μέ­νοι στα δάχτυλα του ενός χεριού αυτοί που ξέρουν ή θυμού­νται αυτό το όνομα, στη λαϊκή συνεί­δηση έχει κατο­χυ­ρω­θεί ως “Το καφε­νείο του Μουγγού».

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.