Η Μεγάλη Εβδομάδα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 είχε τρία ορόσημα:
Τη μεγάλη καλαφούνα στην αυλή της εκκλησιάς. Αυτό ήταν το στοίχημα. Ποιοι θα μαζέψουν τις πιο μεγάλες κουτσούρες, κορμούς δέντρων και ό,τι άλλο χρειάζεται για μια φωτιά τόσο μεγάλη, ώστε όμοιά της να μην έχουν τα άλλα 43 χωριά της Ρόδου. Κάθε χωριό και μια εκκλησία με κυπαρίσσι, κάθε εκκλησιά και μια καλαφούνα, κάθε καλαφούνα και μια μεγάλη παρέα, γιατί τότε όλα τα χωριά, από το πιο μεγάλο που τότε ήταν τα Τριάντα, μέχρι το πιο μικρό, την Αρνίθα (μπορεί και να ‘ταν ο Ιστριος), όλα είχαν τις παρέες τους. Κι όταν αργά το απόγευμα η φωτιά άναβε άρχιζαν οι συγκρίσεις. Μονάδα μέτρησης δεν υπήρχε. «Εμείς έχουμε το πιο ψηλό κυπαρίσσι και η φλόγες φτάνουν μέχρι την κορυφή του. Η δική μας η φωτιά είναι η πιο μεγάλη».
Τα χωριά μας στη Ρόδο, στο χωριό μου τις Φάνες, η καλαφούνα ήταν η πρόκληση της Μεγάλης Πέμπτης και το σημείο συνάντησης όλης της παρέας. Εκεί, αναψοκοκκινισμένοι από την πυρά και τη λαχτάρα να δούμε από τα παράθυρα της εκκλησιάς τα ομορφοντυμένα κορίτσια στα θρονιά, θέταμε την επόμενη σοβαρή πρόκληση: Να ξενυχτήσουμε. Μέχρι το ξημέρωμα να μην κλείσουμε μάτι. Εκείνες τις Μεγάλες Πέμπτες οι παρέες ξενυχτούσαν βλέποντας τις φλόγες και ακούγοντας τα ξύλα να σκάνε μέσα τους. Πότε – πότε ακουγόταν κάποια στρακαστρούκα ή ακόμα δυνατότερα κάποια κροτίδα από εκείνες που έφερναν στα μπακάλικα η Μαρίτσα, η Μαρούκλα, η κυρά Ρήνη ή η Μιράντα.
Ετσι, με στρακαστρούκες και αναψοκοκκινισμένες κλεφτές ματιές περνούσαν οι ώρες. Ετσι, μέχρι που κοντά στα μεσάνυχτα ξεκινούσαν οι έφοδοι. Οι παρέες έβγαιναν παγανιά τη νύχτα και είχαν συγκεκριμένο στόχο: Τους ξυλόφουρνους στις αυλές των σπιτιών και τις σιταρένιες, χωριάτικες μέχρι την καρδιά τους, χοντροκομμένες φέτες ψωμιού. Τα πυρότουβλα στους φούρνους εκείνες τις ώρες δεν ήταν πια σταχτοκόκκινα, όμως κρατούσαν καλά μέσα τους τη ζέστη. Οι νοικοκυρές ήξεραν το πότε έπρεπε να βάλουν τις λαμαρίνες με τις φέτες ψωμί στους φούρνους και το πρωί να τις βρουν να ‘ναι τραγανά παξιμάδια κι όχι μαύρα κάρβουνα. Την ίδια γνώση είχαν και οι παρέες, μόνο που δεν γνώριζαν ποια σπίτια έψηναν παξιμάδια. Τότε ήταν που επιστρατεύονταν εκείνος με την καλύτερη όσφρηση και η νυχτερινή αναζήτηση ξεκινούσε. Βέβαια, επειδή όλοι υπερηφανεύνταν πως μπορούν να μυρίσουν τα φρεσκοψημένα παξιμάδια από ένα χιλιόμετρο μακριά, ο ανιχνευτής της παρέας άλλαζε κάθε 10 λεπτά.
Δυο – τρεις ήταν οι δρόμοι που είχαν φωτισμό στο χωριό. Στους υπόλοιπους κυριαρχούσε το ζιντάνι. Υπήρχε βέβαια από μια λάμπα ν’ ανάβει σε κάθε σπίτι, μα το φως τους έφτανε ίσα – ίσα για να φωτίσει την πόρτα, όχι το δρόμο. «Να βάλουμε κατοστάρα λάμπα στην αυλή δεν κάνει». Στα σκοτεινά σοκάκια και στο γλυκό φως από τους άσπρους γλόμπους στις εξώπορτες, οι παρέες έγραφαν ιστορία. Δεν άφηναν φούρνο για φούρνο. Παξιμάδι για παξιμάδι. Ολόκληρη η παραγωγή της Μεγάλης Πέμπτης εξαφανίζονταν στο ξημέρωμα της Μεγάλης Παρασκευής. Βέβαια, πολύ αργότερα μάθαμε πως οι πιο πολλές νοικοκυρές επίτηδες έψηναν τα παξιμάδια, για να ‘ναι σίγουρες πως οι κανακάρηδές τους θα ‘ναι με την κοιλιά χορτάτη όσο τριγυρνούσαν σαν τα φαντάσματα. Επίσης, ήξεραν καλά πως αργά τη νύχτα, με την κοιλιά τούμπανο από το στάρι και το νερό, τα βλαστάρια τους θα νιωθαν τα βλέφαρά τους βαριά. Θα επέστρεφαν στο σπίτι οικειοθελώς και χωρίς πολλές φωνές.
Μεγάλη Παρασκευή γινόταν ο απολογισμός. Πόσοι άντεξαν ξάγρυπνοι και πόσοι όχι. Ολοι υπερηφανεύονταν πως πέρασαν τη νύχτα στην εκκλησιά και η κράση τους είναι γερή σαν του Τζιμ Λόντον, η φωτογραφία του οποίου κρέμονταν σε κάθε σπίτι που σέβονταν την αισθητική της εποχής. Βέβαια, όλων τα μάτια ήταν πιο φρέσκα και από εκείνα των μωρών που χουν μόνη έγνοια το φαΐ και τον ύπνο. Κι αν οι πιτσιρικάδες τον ύπνο τον είχαν εξασφαλίσει, το φαγητό όμως όχι. Οτιδήποτε μαγειρεμένο τη Μεγάλη Παρασκευή ήταν αμαρτία. Μόνο κουκιά στο τραπέζι και ξερά ρεβίθια που από το βράδυ τα είχαν ρίξει στο νερό να φουσκώσουν και να μαλακώσουν. Ούτε λάδι, ούτε τίποτα. Υπήρχε σε κάθε σπίτι ένας αδιόρατος κριτής που δε σήκωνε παρεκτροπές.
Το ίδιο βράδυ η πρόκληση ήταν άλλη: Στην περιφορά του Επιταφίου ποιός θα είναι εκείνος που θα κρατά το Σταυρό και ποιοι τα εξαπτέρυγα; Για αυτόν καθ’ αυτόν τον λουλουδοστολισμένο Επιτάφιο ούτε λόγος να σηκωθεί από τα πιτσιρίκια εκείνων των ημερών. Όχι μόνο ήταν πολύ βαρύς για τους άγουρους τούς ώμους, αλλά ήταν κι εκείνος το σημείο απόδειξης της βαθιάς κατάνυξης που διακατείχε τους επόμενους γαμπρούς του χωριού. Κάτι το «…γλυκύ μου Εαρ», η Ανοιξη, ο επερχόμενος Μάης και οι γεροί ώμοι που σήκωναν τον Επιτάφιο, κάθε καλοκαίρι στο χωριό γινόντουσαν αρραβώνες.
Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου ισοδυναμούσε με Ανάσταση. Η συγκίνηση στο άκουσμα των «Θρονιών» και η Θεία Μετάληψη έδινε τέλος στην αυστηρή νηστεία. Η επιστροφή στο σπίτι μύριζε τηγάνι από κάθε σπίτι. Πάλι τον πρωταγωνιστικό ρόλο είχαν οι νοικοκυρές και πάλι συμπρωταγωνιστές οι κανακάρηδες που θελαν συκώτι, ή κάτι από το λαμπριώτη για να δυναμώσουν.
Κάπως έτσι, με τα ταπεινά κεριά της εκκλησιάς, τα μεταλλικά φαναράκια με τα γυάλινα πορτάκια έφτανε το Αναστάσιμο φως στα σπίτια και η Ανάσταση πλημμύριζε τον κάθε έναν και κάθε μία εκείνης της γενιάς που ο Θεός έδωσε σήμερα να κοντεύει να συμπληρώσει μισό αιώνα ζωής.
Είναι Μεγάλη Πέμπτη κι όσο κι αν υπάρχουν μια ολόκληρη σειρά από ειδήσεις που περιμένουν να γραφτούν, αναλύσεις να γίνουν, αγορεύσεις να ειπωθούν και γκρίνια να διαδοθεί, αφιερώνουμε αυτό το δισέλιδο στις ημέρες εκείνες, της αθωότητας, της αγάπης, των κλεφτών ματιών, των μαύρων τηγανιών και των κλεμμένων παξιμαδιών των παιδικών μας χρόνων.
Καλή Ανάσταση για όλους!

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ