• Η υπόθεση άνοιξε από κοινωνική έρευνα, πέρασε από προκαταρκτική και κύρια ανάκριση και κορυφώνεται με πρόταση παραπομπής στο αρμόδιο Μικτό Ορκωτό, ενώ ζητείται η συνέχιση της προσωρινής κράτησης του 55χρονου μέχρι την εκδίκαση
Η εισαγγελική εισήγηση παραπομπής σε δίκη, για την πολύκροτη υπόθεση αιμομιξίας που απεκάλυψε η «δημοκρατική», έρχεται να κλείσει το πρώτο βαρύ κεφάλαιο μιας ιστορίας που για χρόνια φέρεται να εξελισσόταν πίσω από κλειστές πόρτες, μέσα σε συνθήκες απομόνωσης, εξάρτησης και φόβου.
Στον πυρήνα της βρίσκεται μια 31χρονη Ελληνίδα και ένας 55χρονος Έλληνας, βιολογική κόρη και βιολογικός πατέρας, με την εισαγγελική αρχή να περιγράφει ένα χρονικό που ξεκινά από το 2010 και φθάνει έως τον Ιανουάριο του 2022.
Η δικογραφία σχηματίστηκε αυτεπαγγέλτως στην Ρόδο, με αφορμή έγγραφο που διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία στις 12/6/2024 από υπηρεσία κοινωνικής πρόνοιας του Δήμου, στο οποίο επισυναπτόταν έκθεση κοινωνικής έρευνας. Εκεί καταγράφονταν σοβαρές υπόνοιες για γενετήσιες πράξεις μεταξύ της 31χρονης και του 55χρονου, δηλαδή μεταξύ κατιόντος και ανιόντος.
Μετά την παραλαβή του υλικού, παραγγέλθηκε προκαταρκτική εξέταση με διαδοχικές εισαγγελικές παραγγελίες στις 19/6/2024, 10/12/2024 και 19/2/2025 προς την Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ρόδου. Στη συνέχεια, στις 20/5/2025 ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των 2 κατηγορουμένων για αιμομιξία κατ’ εξακολούθηση, με την υπόθεση να περνά στην κύρια ανάκριση.
Μετά τις απολογίες, η 31χρονη δεν τέθηκε υπό περιοριστικό μέτρο, ενώ για τον 55χρονο επιβλήθηκε προσωρινή κράτηση. Η εισήγηση ζητεί η προσωρινή κράτηση να συνεχιστεί έως την οριστική εκδίκαση, με ανώτατο όριο την 27/11/2026.
Το χρονικό που περιγράφεται εκτείνεται σε 12 χρόνια. Αν τοποθετηθεί πάνω στον άξονα των ηλικιών, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σκληρή. Το 2010, η 31χρονη ήταν 16 και ο 55χρονος ήταν 39.
Η εισαγγελική αποτίμηση εντάσσει τα γεγονότα σε πλαίσιο επαναληπτικότητας, μιλώντας για πράξεις που φέρονται να τελέστηκαν σε πολλαπλές, μη επακριβώς προσδιορισμένες ημερομηνίες. Τα περιστατικά, κατά το υλικό της δικογραφίας, τοποθετούνται κυρίως μέσα στην οικία όπου διέμεναν, σε συνθήκες που η κοινωνική έρευνα αποδίδει σε απομόνωση και εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες, με αναφορές σε έλεγχο και σωματική βία.

Στην καρδιά της υπόθεσης υπάρχει ένα στοιχείο που, κατά την εισαγγελική εκτίμηση, λειτουργεί ως καθοριστικός δείκτης. Η 31χρονη φέρεται ότι κυοφόρησε και γέννησε ένα κορίτσι στις 28/10/2022, χωρίς, όπως καταγράφεται, να λαμβάνει ιατρική φροντίδα κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης και του τοκετού. Ο τοκετός φέρεται ότι έγινε αιφνιδίως μέσα στο σπίτι, με παρόντα τον 55χρονο, ο οποίος κατά τα αναφερόμενα παρείχε συνδρομή.
Στην εισήγηση αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στο ότι η εγκυμοσύνη και η γέννηση φέρονται να εξελίχθηκαν εν κρυπτώ. Η επιλογή της αποφυγής ιατρικής παρακολούθησης περιγράφεται ως ένδειξη πρόθεσης συγκάλυψης της σχέσης. Και εδώ η τραγικότητα δεν βρίσκεται μόνο στην καταγγελλόμενη πράξη, αλλά και στο περιβάλλον που, όπως περιγράφεται, έφτασε να θεωρεί φυσιολογικό κάτι που, για την κοινωνία και τον νόμο, αποτελεί ακραία παραβίαση των ορίων.
Το κορίτσι που γεννήθηκε το 10/2022 είναι σήμερα 3 ετών. Η δικογραφία αναφέρεται επίσης σε ένα ακόμη παιδί.
Στο αποδεικτικό υλικό δεσπόζει έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης. Σύμφωνα με όσα αποτυπώνονται στην εισήγηση, από την στατιστική επεξεργασία των εργαστηριακών αποτελεσμάτων προκύπτει ότι ο γενετικός τύπος του 55χρονου είναι 274.309.387 φορές πιο πιθανό να ανήκει στον βιολογικό πατέρα του κοριτσιού που γεννήθηκε στις 28/10/2022 από ό,τι σε οποιοδήποτε άλλο τυχαίο άτομο, με πιθανότητα πατρότητας 99,999%.
Σε υποθέσεις όπου οι απολογίες συχνά κινούνται ανάμεσα στην άρνηση, την ελαχιστοποίηση και την αμφισβήτηση, η αριθμητική αυτή αποτύπωση παρουσιάζεται ως σημείο καμπής.
Η εισαγγελική προσέγγιση την αντιμετωπίζει ως κρίσιμο αντικειμενικό στοιχείο, που δεν εξαρτάται από διαθέσεις, ισχυρισμούς ή αναγνώσεις. Και αυτό, κατά την λογική της εισήγησης, αλλάζει τον τρόπο που αξιολογούνται οι αφηγήσεις των εμπλεκομένων.
Η 31χρονη αρνήθηκε την κατηγορία. Ταυτόχρονα, όπως καταγράφεται, ισχυρίστηκε ότι ο 55χρονος προέβαινε σε γενετήσιες πράξεις εις βάρος της από τότε που ήταν 16, χωρίς την συναίνεσή της, εκμεταλλευόμενος σχέση εξουσίας και εξάρτησης και την απουσία άλλου προσώπου που θα μπορούσε να παρέμβει.
Η εισήγηση, όμως, αποτιμά αυτούς τους ισχυρισμούς ως μη επαρκώς επιβεβαιωμένους από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, αναφέροντας ότι στηρίζονται αποκλειστικά στην απολογία της 31χρονης.

Επιπλέον, αποδίδεται βάρος σε αντικειμενικά δεδομένα, όπως η μακρά συγκατοίκηση και το γεγονός της εγκυμοσύνης και της γέννησης. Στο κείμενο επισημαίνεται ότι η αναφορά σε επιθετική συμπεριφορά υπό χρήση ουσιών αξιολογείται ως περιγραφικό στοιχείο και όχι αυτοτελής απόδειξη εξαναγκασμού ή έλλειψης συναίνεσης.
Από την άλλη, ο 55χρονος επίσης αρνήθηκε την κατηγορία, ενώ κατά τα αναφερόμενα παραδέχθηκε την ύπαρξη σεξουαλικών σχέσεων για περίπου 1 μήνα γύρω στα έτη 2021 και 2022. Η εισαγγελική εισήγηση κρίνει ότι και οι δικοί του ισχυρισμοί δεν ευσταθούν, επικαλούμενη συνδυαστικά την κοινωνική έρευνα, τις καταθέσεις και κυρίως το εργαστηριακό εύρημα πατρότητας.
Παρότι το χρονικό που περιγράφεται ξεκινά από το 2010, η εισήγηση καταλήγει ότι το αξιόποινο ενός μεγάλου τμήματος έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής, για πράξεις που τοποθετούνται έως τον 12/2020.
Με βάση αυτή την εκτίμηση, η παραπομπή σε δίκη προτείνεται να αφορά την περίοδο που παραμένει ενεργή δικαστικά. Για την 31χρονη, το διάστημα από 1/2021 έως 1/2022. Για τον 55χρονο, το διάστημα από 12/2020 έως 1/2022.
Στην ουσία, η εισαγγελική πρόταση διαχωρίζει το χρονικό σε 2 επίπεδα. Το πρώτο είναι εκείνο που, ακόμη κι αν περιγράφεται ως μέρος της ίδιας σκοτεινής αλληλουχίας, δεν μπορεί να κριθεί ποινικά λόγω χρονικών ορίων. Το δεύτερο είναι εκείνο που, σύμφωνα με την εισαγγελική κρίση, μπορεί και πρέπει να εξεταστεί από δικαστήριο, ως το τμήμα που συγκεντρώνει σοβαρές ενδείξεις και παραμένει εντός των πλαισίων της ποινικής δίωξης.
Η εισήγηση προτείνει την παραπομπή των 2 κατηγορουμένων στο ακροατήριο του αρμόδιου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου που θα οριστεί από την αρμόδια εισαγγελική αρχή. Παράλληλα, ζητείται να διατηρηθεί η ισχύς του εντάλματος προσωρινής κράτησης του 55χρονου. Η αιτιολόγηση, όπως αποτυπώνεται, στηρίζεται στην εκτίμηση περί κινδύνου τέλεσης νέων ομοειδών πράξεων και στην ανάγκη να διασφαλιστεί η παρουσία του στο δικαστήριο.
Στο πλαίσιο αυτό, η εισαγγελική εισήγηση περιγράφει στοιχεία που, κατά την κρίση της, συνδέονται με την επαναληπτικότητα και την απαξίωση απέναντι στην γενετήσια ελευθερία και την προσωπικότητα του φερόμενου θύματος.
Πίσω από τα υπηρεσιακά έγγραφα, τις ημερομηνίες και τις εκθέσεις, υπάρχει ένας κόσμος που μοιάζει να λειτουργεί με δικούς του κανόνες. Ένα σπίτι όπου, σύμφωνα με το υλικό που αξιολογήθηκε, η απομόνωση και η εξάρτηση μετατρέπουν τα όρια σε θολές γραμμές και την εξουσία σε καθημερινότητα.
Η τραγικότητα της υπόθεσης δεν βρίσκεται μόνο σε αυτό που αποδίδεται, αλλά και σε αυτό που υπονοείται ως περιβάλλον, δηλαδή ένα κλειστό σύστημα όπου η σιωπή μπορεί να κρατήσει χρόνια και να σπάσει μόνο όταν κάποιος έξω από αυτό το σύστημα δει το σημάδι και το καταγράψει.
Η εισαγγελική εισήγηση παραπομπής σε δίκη δεν είναι η τελική κρίση. Είναι όμως μια δημόσια, θεσμική παραδοχή ότι το υλικό που συγκεντρώθηκε κρίνεται αρκετό για να φτάσει στο ακροατήριο. Και από αυτό το σημείο και μετά, η κοινωνία παρακολουθεί μια διαδικασία όπου δεν αναζητείται μόνο η ποινική αλήθεια, αλλά και η αποκατάσταση μιας στοιχειώδους τάξης που, σύμφωνα με το περιεχόμενο της δικογραφίας, φέρεται να διαλύθηκε για χρόνια εκεί όπου θα έπρεπε να προστατεύεται περισσότερο, μέσα στον πυρήνα της οικογένειας.













