Με απόφαση που εξέδωσε το Ειρηνοδικείο Ρόδου υπήχθη στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου Κατσέλη περί υπερχρεωμένων νοικοκυριών μια 48χρονη που έλαβε δάνειο με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.
Η αιτούσα, στο παρελθόν απασχολούνταν ως εποχιακή υπάλληλος (ξενοδοχοϋπάλληλος) με την ειδικότητα της καμαριέρας με καθαρό μηνιαίο μισθό 515,46 ευρώ για τους μήνες από Μάιο έως και το μήνα Σεπτέμβριο, ενώ τους υπόλοιπους μήνες ελάμβανε επίδομα ανεργίας ποσού 360 ευρώ. Τη θερινή περίοδο του έτους 2019 εργάστηκε σε ξενοδοχείο με μισθό 900 ευρώ για τους μήνες που εργάστηκε (ήτοι από Μάιο έως Οκτώβριο 2019), ενώ για τους μήνες Νοέμβριο, Δεκέμβριο και Ιανουάριο έλαβε ως επίδομα ανεργίας το ποσό των 360 ευρώ. Παλαιότερα κατά το χρόνο λήψης δανείου (έτος 2003), η αιτούσα εργάζονταν επίσης ως υπάλληλος με μηνιαίο μισθό 1.200 ευρώ. Είχε τελέσει πολιτικό γάμο ο οποίος λύθηκε με συναινετική πράξη. Εχει αποκτήσει χωρίς γάμο ένα τέκνο ήδη ενήλικο και διαθέτει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ένα διαμέρισμα επιφανείας 75,44 τ.μ, που έχει εμπορική αξία 60.000 ευρώ.
Είχε αναλάβει δάνειο ανερχόμενο στο ποσό των 46.474,88 ευρώ και η σύμβαση στεγαστικού δανείου τελεί υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 100%.
Με την εγγύηση αυτή το Ελληνικό Δημόσιο ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλεί τις προερχόμενες από τις ανεξόφλητες του ανωτέρω δανείου απαιτήσεις της πιστώτριας τράπεζας. Η δε πιστώτρια τράπεζα, σε περίπτωση που δεν εξοφλεί η πρωτοφειλέτης (αιτούσα) τις ληξιπρόθεσμες δόσεις της ή μέρος αυτών, δικαιούται, αφού παρέλθει ένα τρίμηνο από τη λήξη της κάθε δόσης, να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση των εγγυημένων απαιτήσεών της, μετά από προηγούμενη βεβαίωσή τους στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., σαν έσοδο του Δημοσίου. Η τράπεζα πρέπει, όπως έκρινε το δικαστήριο, να επιδιώκει στον οριζόμενο χρόνο των τριών μηνών την είσπραξη από την πρωτοφειλέτη αιτούσα φυσικό πρόσωπο των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων από το Δημόσιο δόσεων του επίδικου δανείου. Μάλιστα, το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, ανέλαβε την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων της τράπεζας που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, όσους από τους εγγυημένους τόκους παραμένουν ακόμη ανεξόφλητοι και τέλος τα έξοδα επίδοσης της αναγγελίας κλεισίματος λογαριασμού, εφόσον είναι ακόμη ανεξόφλητα. Επομένως, η αιτούσα ευθύνεται ως οφειλέτης όχι έναντι της τράπεζας, αλλά έναντι του Δημοσίου, του τελευταίου λογιζόμενου σε σχέση με αυτόν ως πιστωτή (αναδοχέα ιδιωτικού χρέους).
Αυτό διότι, λόγω του ως άνω ισχύοντος μηχανισμού της εξόφλησης των ληξιπρόθεσμων τοκοχρεωλυτικών αυτών δόσεων από τον εγγυητή Ελληνικό Δημόσιο (μετά την πάροδο του συμβατικού παραπάνω διαστήματος), το δάνειο λογίζεται εξυπηρετούμενο από τον εγγυητή και είναι πάντα ενήμερο. Η αιτούσα άρχισε να δυσκολεύεται να καταβάλει τις δόσεις από έτος 2014, οπότε και εργάζονταν ήδη ως εποχιακή υπάλληλος και ορισμένες φορές οι εργοδότες της καθυστερούσαν να της καταβάλουν τη μισθοδοσία της.
Δεδομένου ότι είναι εποχιακή ιδιωτική υπάλληλος και εξαιτίας της βαθιάς οικονομικής ύφεσης που διέρχεται η χώρα κρίθηκε από το δικαστήριο ότι η αιτούσα βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, η δε αδυναμία της αυτή δεν οφείλεται σε δόλο. Αποδείχθηκε ακόμα ότι το ένδικο δάνειο, η συνολική οφειλή από το οποίο ανέρχεται σήμερα στο ποσό των 46.474,78 ευρώ, είναι ληξιπρόσθεσμο ωστόσο, δεν έχει ακόμη βεβαιωθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., ως προς τις ανεξόφλητες ληξιπρόθεσμες δόσεις και δεν έχει, ούτως καταστεί, δημόσιο έσοδο, άλλως χρέος της αιτούσας έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω κατάπτωσης σε βάρος του της εγγυητικής ρήτρας του τελευταίου και επομένως εξακολουθεί να αποτελεί χρέος προς την τράπεζα που μπορεί να υπαχθεί στη ρύθμιση του N. 3869/2010, καθόσον καταφάσκεται και η υπαγωγή της αιτούσας στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου «Κατσέλη».
Το δικαστήριο έτσι καθόρισε τις επί μία τριετία μηνιαίες καταβολές της αιτούσας προς την πιστώτριά της στο ποσό των 40 €,για την εξυπηρέτηση της σύμβασης στεγαστικού δανείου και θα καταβάλλεται μέσα στο πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα.
Εξαιρεί από την εκποίηση την πρώτη κατοικία της και της επιβάλλει την υποχρέωση να καταβάλλει, στην πιστώτρια το συνολικό ποσό των 36.000 € που αντιστοιχεί στο 60% της εμπορικής αξίας του διαμερίσματος, το οποίο θα καταβληθεί σε 360 μηνιαίες δόσεις, έκαστης ανερχόμενης στο ποσό των εκατό ευρώ.
Την υπόθεση χειρίστηκε η δικηγόρος κ. Αικατερίνη Λυρίου.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ