Με απόφαση της ελάσσονος Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου απορρίφθηκε η από 2 Απριλίου 2015 αίτηση 5 συγγενών εκλιπόντος το έτος 2014 συνταξιούχου βουλευτή της Δωδεκανήσου κατά του Ελληνικού Δημοσίου για την αναίρεση απόφασης του ΙΙ Τμήματος που απέρριψε αίτημα για την αναπροσαρμογή της σύνταξής του.
Με την τελευταία απόφαση απορρίφθηκε συγκεκριμένα η από 20.6.2008 έφεση του συνταξιούχου βουλευτή κατά της από 21.6.2007 πράξης της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, απορριπτικής αίτησής του για την αναπροσαρμογή της σύνταξής του με βάση το σύνολο των αποδοχών του Προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων.
Πιο συγκεκριμένα ο (τότε) εκκαλών – ενάγων, δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών κληρονόμων του, δικαιώθηκε από 3.6.1989 βουλευτική σύνταξη, που αναπροσαρμόσθηκε στη συνέχεια αυξητικά με πράξεις της αρμόδιας Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
Με αίτησή του προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, επικαλούμενος τις 13, 23 και 24/2006 αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, με τις οποίες έγινε δεκτό ότι «γεννάται ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση των ενώπιόν του προσφευγόντων εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., λόγω της κατά παράβαση του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος παράλειψης των οργάνων της νομοθετικής εξουσίας να θεσπίσουν ρύθμιση, με την οποία οι αποδοχές των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων να ανέρχονται κατά το κρίσιμο στην ένδικη κατά περίπτωση υπόθεση χρονικό διάστημα τουλάχιστον στο αυτό ύψος με τις αποδοχές του Προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, οι δε αποδοχές των λοιπών δικαστικών λειτουργών να διαβαθμίζονται αναλόγως», ζήτησε την αναπροσαρμογή της σύνταξής του με βάση το σύνολο των αποδοχών του Προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, στο ύψος των οποίων, όπως έγινε δεκτό με τις ανωτέρω αποφάσεις, πρέπει κατ’ ευθεία εφαρμογή των άρθρων 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος να αναβαθμιστούν οι αποδοχές των Προέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων.
Η αίτησή του αυτή απορρίφθηκε, με την από 21.6.2007 έγγραφο (πράξη) της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την αιτιολογία αφενός μεν ότι οι αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου παράγουν κατά το άρθρο 8 του ν. 3038/2002 τα αποτελέσματά τους μόνο έναντι των διαδίκων της δίκης, αφετέρου δε ότι με την 17/2006 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου έγινε αντίθετα δεκτό ότι δεν στοιχειοθετείται παράνομη παράλειψη των οργάνων της νομοθετικής εξουσίας να αναβαθμίσουν τις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών στο ύψος των αποδοχών του Προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων και κατ’ επέκταση δεν θεμελιώνεται από αυτούς δικαίωμα αποζημίωσης κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ..
Με την από 20.6.2008 έφεση, ο ανωτέρω ζήτησε να ακυρωθεί η πράξη αυτή και να αναπροσαρμοσθεί αναλόγως η σύνταξή του, ενώ με την σωρευθείσα αγωγή ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να του καταβάλει, νομιμοτόκως από τότε που κατέστη ληξιπρόθεσμη κάθε επιμέρους συνταξιοδοτική παροχή, άλλως από την υποβολή της σχετικής αίτησής του προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής, ως αποζημίωση το ποσό των 109.324,12 ευρώ, προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την παράνομη στέρηση των κατά τα ως άνω αυξημένων συνταξιοδοτικών παροχών του για το χρονικό διάστημα από 1.7.2000 έως 31.12.2007, επιπλέον δε ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 10.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Ακολούθως, το δικάσαν ΙΙ Τμήμα δέχθηκε ότι αβασίμως αιτείτο ο ανωτέρω την από 1.7.2000 μέχρι 31.12.2007 αναπροσαρμογή της σύνταξής του με βάση τις αποδοχές Προέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου αναβαθμισμένες στο ύψος του συνόλου των αποδοχών του Προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, αφού δεν υφίσταται τέτοια πάγια μισθολογικού περιεχομένου διάταξη για τους Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων (και τους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς), ώστε να δικαιωθούν οι μεν εν ενεργεία βουλευτές, σύμφωνα με την απόφαση της Βουλής που ελήφθη κατά την ΚΔ΄/22.12.1964 Συνεδρίασή της και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ζ΄/1975 Ψηφίσματος, αντίστοιχου ποσού βουλευτική αποζημίωση, οι δε συνταξιούχοι βουλευτές, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 2 του ν.δ. 99/1974, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 1694/1987, αντίστοιχη κατ’ αύξηση αναπροσαρμογή της βουλευτικής τους σύνταξης.
Περαιτέρω, δέχθηκε ότι ούτε κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 9 του ν. 3620/2007 και της κατ’ εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσας 2/1601/0022/30.1.2008 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, ο τότε εκκαλών εδικαιούτο αναλόγου κατ’ αύξηση αναπροσαρμογής της συντάξεώς του, αφού με τις διατάξεις αυτές χορηγήθηκε στους δικαστικούς λειτουργούς εφάπαξ έκτακτη οικονομική παροχή – ενίσχυση, που δεν έχει τα εννοιολογικά χαρακτηριστικά τής, έστω και για περιορισμένο χρονικό διάστημα (και ειδικότερα από 1.1.2003 έως 31.12.2007), αναβάθμισης του ισχύοντος για αυτούς ειδικού μισθολογίου, με συνέπεια να αποκλείεται και οποιαδήποτε αντίστοιχη μεταβολή της βουλευτικής αποζημίωσης και κατ’ επέκταση της βουλευτικής σύνταξης.
Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές το Τμήμα απέρριψε την έφεση – αγωγή ως αβάσιμη.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ