ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Πόσο άλλαξε ο Πολιτισμός στην κρίση

news room 14 λεπτά ανάγνωση
566

Οι καλ­λι­τε­χνι­κοί διευ­θυ­ντές πέντε κορυ­φαίων οργα­νι­σμών «χαρ­το­γρα­φούν» το τοπίο στον χώρο. Είτε συμ­φω­νούν είτε δια­φω­νούν, ανα­δει­κνύ­ουν ενδια­φέ­ρο­ντα επι­μέ­ρους ζητή­ματα που συμ­βάλ­λουν στον δημόσιο διάλογο

Δέκα, σχεδόν, χρόνια μετά το ξέσπα­σμα της σφοδρής κρίσης που επη­ρέ­ασε τη ζωή μας σε όλα τα επίπεδα, πόσο άλλαξε στ’ αλήθεια ο Πολι­τι­σμός έτσι όπως εκφρά­ζε­ται από τους μεγά­λους οργα­νι­σμούς; Μια πρώτη από­πειρα να απα­ντή­σει κανείς στο ερώτημα οδηγεί σε μια σειρά δια­πι­στώ­σεις. Κατ’ αρχάς, στο γεγονός ότι παρά τις δυσκο­λίες και τις σοβαρές περι­κο­πές στις επι­χο­ρη­γή­σεις οι μεγάλοι φορείς όχι μόνο άντεξαν αλλά το τελευ­ταίο, κυρίως, διά­στημα μας εκπλήσ­σουν ευχά­ρι­στα δημιουρ­γώ­ντας συν­θή­κες ευφο­ρίας
.
  Στο πλαίσιο αυτό, «Το Βήμα» απευ­θύν­θηκε στους καλ­λι­τε­χνι­κούς διευ­θυ­ντές πέντε κορυ­φαίων οργα­νι­σμών: στον Βαγγέλη Θεο­δω­ρό­πουλο (Φεστι­βάλ Αθηνών-Επιδαύρου), στον Γιώργο Κου­με­ντάκη (Εθνική Λυρική Σκηνή), στον Στάθη Λιβα­θινό (Εθνικό Θέατρο), στον Μίλτο Λογιάδη (Μέγαρο Μου­σι­κής Αθηνών) και στον Νίκο Δια­μα­ντή (Δημο­τικό Θέατρο Πειραιά) θέτο­ντάς τους μια σειρά ερω­τή­ματα που «χαρ­το­γρα­φούν» το τοπίο.

Μπορεί, άραγε, ο Πολι­τι­σμός να δώσει ένα μήνυμα εξόδου από την κρίση; Σε τι βαθμό και σε ποια κατεύ­θυνση επη­ρέ­ασε ως τώρα η κρίση τους μεγά­λους οργα­νι­σμούς; Η ανάγκη συνερ­γειών/συνερ­γα­σιών που ανα­δεί­χθηκε τα τελευ­ταία χρόνια, άγνωστη εν πολλοίς προη­γου­μέ­νως, είναι μια τάση παρο­δική ή ήρθε για να μείνει; Η μείωση της κρα­τι­κής επι­χο­ρή­γη­σης σε τι βαθμό μπορεί να ανα­πλη­ρω­θεί από τις ιδιω­τι­κές χορη­γίες και πόσο εφικτό είναι το μοντέλο της αυτο­χρη­μα­το­δό­τη­σης; Το κοινό έχει δια­φο­ρο­ποι­η­θεί τα τελευ­ταία χρόνια; Σε τι βαθμό οι ίδιοι είναι ικα­νο­ποι­η­μέ­νοι από την προ­σέ­λευση στις εκδη­λώ­σεις τους; Ποια είναι, τέλος, η μεγα­λύ­τερη πρό­κληση που αντι­με­τω­πί­ζει ο καθένας;

Είτε συμ­φω­νούν είτε δια­φω­νούν στις εκτι­μή­σεις τους, οι απα­ντή­σεις ανα­δει­κνύ­ουν ενδια­φέ­ρο­ντα επι­μέ­ρους ζητή­ματα που εμπλου­τί­ζουν αναμ­φί­βολα τον δημόσιο διάλογο.

Νίκος Δια­μα­ντής – Δημο­τικό Θέατρο Πειραιά

«Το κοινό έχει δια­φο­ρο­ποι­η­θεί ριζικά»

«Το μεγάλο κέρδος που απο­φέ­ρει αυτή η παγκό­σμια κρίση είναι η μετα­τό­πιση της καλ­λι­τε­χνι­κής δημιουρ­γίας από την υψηλού επι­πέ­δου και επι­βρά­βευση κατ’ αντι­στοι­χία της αρι­στείας όπου κι αν βρί­σκε­ται, στο πεδίο της υψηλού επι­πέ­δου συμ­με­το­χι­κό­τη­τας, στην επα­να­δια­μόρ­φωση ενός και­νούρ­γιου συμ­με­το­χι­κού ουμα­νι­σμού» λέει ο Νίκος Δια­μα­ντής.

Θεωρεί ότι η ανά­δειξη αξιο­κρα­τι­κών στοι­χείων στον χώρο της δημιουρ­γίας είναι πλέον σαφής κατεύ­θυνση. Η δεξα­μενή της καλ­λι­τε­χνι­κής δημιουρ­γίας στους μεγά­λους πολι­τι­στι­κούς οργα­νι­σμούς – συνε­χί­ζει – οφείλει να αφου­γκρά­ζε­ται είτε με συνερ­γα­σίες, είτε με προ­γράμ­ματα κοι­νω­νι­κής επα­να­δια­πραγ­μά­τευ­σης, την ταυ­τό­τητα ενός νέου ανθρώ­που, ενός πλη­γω­μέ­νου ανθρώ­που ο οποίος κοι­νω­νικά ανί­σχυ­ρος προ­σπα­θεί να πορευ­θεί. «Πρέπει με ταχύ­τα­τους ρυθμούς να μπορείς να εκπαι­δεύ­εις και κυρίως να αφοράς. Κατά τη γνώμη μου δεν είναι μόνο θέμα συνερ­γα­σιών, είναι θέμα της συντρι­βής της αλα­ζο­νείας ενός καλ­λι­τέ­χνη».

Πιστεύει πως προ­φα­νώς, ό,τι κατα­κτιέ­ται στην τέχνη με τη βοήθεια συνερ­γα­σίας αλλά και συμ­με­το­χι­κό­τη­τας δεν μπορεί να γυρίσει πίσω. «Οι συνερ­γα­σίες είναι κομμάτι της αλλαγής φιλο­σο­φίας των δημό­σιων οργα­νι­σμών» εκτιμά. «Εξίσου σημα­ντικό, για να μην πω σημα­ντι­κό­τερο, είναι η προ­σέγ­γιση, μέσα από δια­φο­ρε­τικά προ­γράμ­ματα, των δια­φο­ρε­τι­κών κοι­νω­νι­κών ομάδων – ομάδων που είναι δια­χω­ρι­σμέ­νες είτε για εθνο­τι­κούς, είτε για οικο­νο­μι­κούς, είτε για γνω­σια­κούς, είτε για δια­φο­ρε­τι­κούς λόγους. Ο μη απο­κλει­σμός και η σύγκλιση ομάδων είναι μια βαθύ­τερη μορφή συνερ­γα­σίας που βρί­σκε­ται στην αρχή της φιλο­σο­φίας κάθε οργα­νι­σμού». Από εκεί και πέρα, το αν συνερ­γά­ζο­νται ή όχι μεταξύ τους είναι μια δια­φο­ρε­τική κουλ­τούρα που κατα­κτιέ­ται σιγά-σιγά…

Ανα­φε­ρό­με­νος στα οικο­νο­μικά λέει πως το γεγονός ότι το κράτος αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να χρη­μα­το­δο­τή­σει τέτοιου υψηλού επι­πέ­δου δημό­σιους πολι­τι­στι­κούς οργα­νι­σμούς έχει οδη­γή­σει το Δημο­τικό Θέατρο Πειραιά να στραφεί σε μια ισορ­ρο­πία ανάμεσα σε κοι­νω­νικά προ­γράμ­ματα όπως τα ΕΣΠΑ, σε χορη­γίες από οργα­νι­σμούς αλλά και σε ιδιώτες οι οποίοι επεν­δύ­ουν με πολλούς και δια­φο­ρε­τι­κούς τρόπους στο Δημο­τικό Θέατρο. «Εφαρ­μό­ζουμε ένα μοντέλο οικο­νο­μι­κού ανορ­θο­λο­γι­σμού μέσα από το οποίο το 1/3 περίπου του προ­ϋ­πο­λο­γι­σμού μας προ­έρ­χε­ται από τα έσοδά μας και τα υπό­λοιπα 2/3 από συμ­βά­σεις που έχουμε με πολλούς και δια­φο­ρε­τι­κούς φορείς του Δημο­σίου. Θεωρώ ότι το μοντέλο της αυτο­χρη­μα­το­δό­τη­σης δυστυ­χώς ή ευτυχώς είναι ένα μοντέλο όπου μοιραία κατευ­θυ­νό­μα­στε προς αυτό. Η έννοια του κράτους ως μαικήνα απέ­να­ντι στην τέχνη είναι ένα πράγμα που έχει τελειώ­σει προ πολλού».

Εκτιμά ότι το κοινό έχει δια­φο­ρο­ποι­η­θεί ριζικά. «Δεν είναι πλέον το αθώο κοινό, που ήταν παγι­δευ­μένο σε έναν εγωτικό μικρο­α­στι­σμό, αλλά είναι ένα υπο­ψια­σμένο κοινό το οποίο λει­τουρ­γεί με τον στοι­χειώδη όρο. Αυτή τη στιγμή πορεύ­ε­ται έχοντας στον νου του, για πρώτη φορά από την εποχή της μετα­πο­λε­μι­κής Ελλάδας, τα χρειώδη της ζωής». Αυτή είναι μια βαθιά εξέταση των προ­τε­ραιο­τή­των και ως τέτοια δημιουρ­γεί ένα και­νούρ­γιο κοινό σε πολλά επίπεδα. Οχι μόνο σε επίπεδο συμ­με­το­χής αλλά και στον τρόπο με τον οποίο συμ­με­τέ­χει.

Ανα­φε­ρό­με­νος στο θέμα της προ­σέ­λευ­σης λέει ότι παρα­τη­ρεί­ται μια αύξηση όχι μόνο ποσο­τική. «Αυτό που με ευχα­ρι­στεί περισ­σό­τερο είναι η διεισ­δυ­τι­κό­τητα σε πολλούς και δια­φο­ρε­τι­κούς χώρους» σχο­λιά­ζει. «Το Δημο­τικό Θέατρο Πειραιά προ­σπα­θεί με καθαρό και δια­κριτό τρόπο, έχοντας ως φιλο­σο­φία την υπομονή και την επιμονή, τη δυνατή, δια­κριτή, καθαρή φωνή, να μην είναι ένα πυρο­τέ­χνημα, το οποίο ανα­δύ­θηκε τα τελευ­ταία χρόνια» κατα­λή­γει.

Mίλτος Λογιά­δης – Μέγαρο Μου­σι­κής Αθηνών

«Οικο­νο­μι­κό­τε­ρες διέ­ξο­δοι στις επι­λο­γές»

«Μια κοι­νω­νική και οικο­νο­μική κρίση, όπως αυτή που βιώ­νουμε, απο­τε­λεί ευκαι­ρία για να ανα­νε­ω­θεί ο ίδιος ο Οργα­νι­σμός, να επα­να­προσ­διο­ρί­σει τις αξίες και τις κατευ­θύν­σεις του, δίνο­ντας ελπίδα και προ­ο­πτική στην κοι­νω­νία την οποία υπη­ρε­τεί. Τα τελευ­ταία χρόνια, οι πολι­τι­στι­κοί οργα­νι­σμοί μέσα στην κρίση δια­μόρ­φω­σαν μια ισχυρή δυνα­μική, η οποία μπορεί να απο­τε­λέ­σει ένα μήνυμα εξόδου, καθι­στώ­ντας την Ελλάδα σημα­ντικό πολι­τι­στικό κέντρο της Ευρώπης» σχο­λιά­ζει ο Μίλτος Λογιά­δης.

Συνε­χί­ζο­ντας λέει ότι είναι φυσικό μια τόσο σοβαρή οικο­νο­μική κρίση να προ­κα­λέ­σει τριγ­μούς στους πολι­τι­στι­κούς φορείς οι οποίοι βλέπουν την επι­χο­ρή­γησή τους να μειώ­νε­ται ως και να μηδε­νί­ζε­ται. «Κάτι τέτοιο επη­ρε­ά­ζει ανα­πό­φευ­κτα τον καλ­λι­τε­χνικό προ­γραμ­μα­τι­σμό και ποσο­τικά, όσον αφορά τον αριθμό των εκδη­λώ­σεων, αλλά, δυστυ­χώς και ποιο­τικά, με την πραγ­μα­το­ποί­ηση περισ­σό­τε­ρων “εμπο­ρι­κών εκδη­λώ­σεων από το συνη­θι­σμένο.

Βέβαια, το δυσμε­νές αυτό περι­βάλ­λον μπορεί να λει­τουρ­γή­σει και ως πρό­κληση για ανα­νε­ω­τι­κές και ριζο­σπα­στι­κές αλλαγές. Δεν παύει όμως να απο­τε­λεί πονο­κέ­φαλο για τις διοι­κή­σεις που καλού­νται να υπη­ρε­τή­σουν τον οργα­νι­σμό σε περίοδο κρίσης». Ανα­φε­ρό­με­νος στο θέμα των συνερ­γα­σιών, θεωρεί ότι πρό­κει­ται για τις «θετικές παρα­μέ­τρους» της κρίσης. Τέτοιες δια­δι­κα­σίες, λέει, ήταν ζητού­μενο, ιδιαί­τερα στη χώρα μας, τα προη­γού­μενα χρόνια.

Ωστόσο «η οικο­νο­μική ευμά­ρεια της προ κρίσης περιό­δου δεν βοήθησε στο να φανεί η σημασία τέτοιου τύπου συνερ­γα­σιών. Σήμερα όμως θεω­ρού­νται αυτο­νό­η­τες, παρ’ όλο που υπάρχει ακόμη περι­θώ­ριο διεύ­ρυν­σής τους. Πιστεύω πάντως και ελπίζω αυτή η τάση να μην απο­τε­λεί παρο­δικό φαι­νό­μενο…». Ενδει­κτικά ανα­φέ­ρει τις συνερ­γα­σίες του Μεγάρου με φορείς όπως η ΚΟΑ, η ΕΡΤ, το Ελλη­νικό Φεστι­βάλ μέσω των οποίων ελα­χι­στο­ποιεί­ται η δαπάνη των παρα­γω­γών, ενώ βελ­τιώ­νο­νται η ποιό­τητα αλλά και η προβολή προς τα έξω.

Τα τελευ­ταία χρόνια, λέει ο καλ­λι­τε­χνι­κός διευ­θυ­ντής του Μεγάρου, παρα­τη­ρούμε διεθνώς μείωση των κρα­τι­κών κον­δυ­λίων για τον πολι­τι­σμό. Ετσι, οι οργα­νι­σμοί στρέ­φο­νται στην ανα­ζή­τηση εναλ­λα­κτι­κών τρόπων εξα­σφά­λι­σης οικο­νο­μι­κών πόρων. Κατά τη γνώμη του όμως «αυτό δυστυ­χώς συμ­βαί­νει λόγω της ασφυ­ξίας που δημιουρ­γεί­ται από ακραί­ους νεο­φι­λε­λεύ­θε­ρους κύκλους παγκο­σμίως στην προ­σπά­θεια μείωσης της κρα­τι­κής δαπάνης για πολι­τι­στι­κές, κοι­νω­νι­κές και εκπαι­δευ­τι­κές δράσεις. Δεν είναι μια ρεα­λι­στική ανα­γκαιό­τητα που προ­κύ­πτει από την ανάγκη για την καλύ­τερη δια­χεί­ριση των κρα­τι­κών κον­δυ­λίων, αλλά από τη συνει­δητή πολι­τική κατεύ­θυνση χει­ρα­γώ­γη­σης και ελέγχου του πολι­τι­στι­κού προ­ϊ­ό­ντος από μεγάλα, ιδιω­τικά συμ­φέ­ρο­ντα».

Πιστεύει ότι η κρίση σαφώς επη­ρέ­ασε (και) το κοινό που παρα­κο­λου­θεί πολι­τι­στι­κές εκδη­λώ­σεις. «Η οικο­νο­μική ανάγκη οδηγεί ίσως κάποιους ανθρώ­πους να επι­λέ­γουν οικο­νο­μι­κό­τε­ρες διε­ξό­δους στις πολι­τι­στι­κές τους επι­λο­γές» σχο­λιά­ζει ανα­γνω­ρί­ζο­ντας πως ο πολι­τι­σμός απο­τε­λεί στή­ριγμα στη δύσκολη καθη­με­ρι­νό­τητα. Λέει πως, παρότι η κατά­σταση επη­ρέ­ασε την προ­σέ­λευση του κοινού, στον ενάμιση χρόνο που βρί­σκε­ται στη θέση του καλ­λι­τε­χνι­κού διευ­θυ­ντή του Μεγάρου έχει παρα­τη­ρη­θεί βελ­τί­ωση στην επι­σκε­ψι­μό­τητα των παρα­στά­σεων, ιδιαί­τερα τον Δεκέμ­βριο του 2017.

«Η μεγα­λύ­τερη πρό­κληση είναι, στη δύσκολη οικο­νο­μική συγκυ­ρία και με την ετήσια επι­χο­ρή­γηση να υπο­λεί­πε­ται των λει­τουρ­γι­κών αναγκών του ΟΜΜΑ, να προ­σπα­θή­σουμε να δια­τη­ρή­σουμε το υψηλό επίπεδο των παρα­γω­γών μας, ενώ ταυ­τό­χρονα να είμαστε σε μια συνεχή δια­δι­κα­σία επα­να­προσ­διο­ρι­σμού και ανα­νέ­ω­σης, με απώτερο σκοπό και την προ­σέλ­κυση όσο το δυνατόν περισ­σό­τε­ρων θεατών» κατα­λή­γει.

Βαγ­γέ­λης Θεο­δω­ρό­που­λος – Φεστι­βάλ Αθηνών – Επι­δαύ­ρου

«Η έλλειψη ασφά­λειας ταρα­κού­νησε τους πάντες»

«Δεν νομίζω ότι η παρου­σία των μεγάλων οργα­νι­σμών που όντως εκπέ­μπουν αισιο­δο­ξία και έχουν αλλάξει τον πολι­τι­στικό χάρτη της πρω­τεύ­ου­σας δίνει ακριβώς μήνυμα εξόδου από την κρίση. Σίγουρα υπάρ­χουν δυνά­μεις που μέσα σε αυτή την κατά­σταση κατα­φέρ­νουν να είναι δημιουρ­γι­κές. Και νέες καλ­λι­τε­χνι­κές δυνά­μεις. Από εκεί πιστεύω ότι θα μπο­ρέ­σουμε να αντλή­σουμε αισιο­δο­ξία για το μέλλον μας και όχι μόνο από τους μεγά­λους πολι­τι­στι­κούς οργα­νι­σμούς, μέσα σε αυτούς και το Φεστι­βάλ Αθηνών και Επι­δαύ­ρου, όσο καλή δουλειά κι αν κάνουν» λέει ο Βαγ­γέ­λης Θεο­δω­ρό­που­λος.

Μιλώ­ντας για τους κρα­τι­κούς οργα­νι­σμούς, συνε­χί­ζει, είναι γνωστό ότι από την αρχή της κρίσης άρχισαν οι περι­κο­πές «και μάλιστα μεγα­λύ­τε­ρες απ’ ό,τι σε άλλου είδους οργα­νι­σμούς, δεδο­μέ­νου ότι η τέχνη θεω­ρεί­ται είδος πολυ­τε­λείας». Ο ίδιος πιστεύει ότι η τέχνη στη­ρί­ζει ψυχο­λο­γικά τους ανθρώ­πους που ζουν σε συν­θή­κες πίεσης. «Για παρά­δειγμα, στο Ασκλη­πιείο της Επι­δαύ­ρου δημιουρ­γή­θηκε θέατρο, αυτό που γνω­ρί­ζουμε, ως μέρος της ψυχο­λο­γι­κής υπο­στή­ρι­ξης των ασθενών, και βέβαια όχι μόνο. Οι δημό­σιοι οργα­νι­σμοί κλή­θη­καν λοιπόν να προ­σαρ­μο­στούν σε αυτές τις νέες οικο­νο­μι­κές συν­θή­κες.

Αυτό έχει τα αρνη­τικά και τα θετικά του: η αγωνία των εσόδων από τα εισι­τή­ρια οδηγεί σε πιο συντη­ρη­τι­κές επι­λο­γές, γιατί οι πιο τολ­μη­ρές έχουν μεγα­λύ­τερο ρίσκο. Επειτα η τέχνη, ως γνωστόν, δεν γίνεται με τα χρήματα, αλλά, κακά τα ψέματα, χρειά­ζο­νται και αυτά. Και δεν υπάρ­χουν. Το θετικό είναι ότι η έλλειψη ασφά­λειας και σιγου­ριάς ταρα­κού­νησε τους πάντες, και όχι μόνο καλ­λι­τε­χνικά, αλλά και στο οικο­νο­μικό επίπεδο: ανα­ζή­τηση πόρων από χορη­γίες, ΕΣΠΑ, συμπρά­ξεις με άλλους φορείς, μεγα­λύ­τερη εξω­στρέ­φεια».

Ανα­φε­ρό­με­νος γενι­κό­τερα στα οικο­νο­μικά και εστιά­ζο­ντας στο Φεστι­βάλ λέει ότι «και με την κρατική χρη­μα­το­δό­τηση και μέσα από τις συμπα­ρα­γω­γές και με εξεύ­ρεση χορη­γιών και φυσικά με προ­σε­κτική οικο­νο­μική δια­χεί­ριση είμαστε σε θέση να πραγ­μα­το­ποιούμε το καλ­λι­τε­χνικό μας πρό­γραμμα. Το Φεστι­βάλ έφτασε να έχει πλε­ό­να­σμα τον προη­γού­μενο χρόνο, κάτι σπάνιο στην ιστορία του, χωρίς εκπτώ­σεις στο καλ­λι­τε­χνικό έργο.

Ωστόσο, το να στο­χεύ­ουμε στην αυτο­χρη­μα­το­δό­τηση θα μπο­ρούσε να είναι πολύ επι­κίν­δυνο ως προς τη δια­σφά­λιση ενός καλ­λι­τε­χνι­κού προ­γράμ­μα­τος τολ­μη­ρού και ανε­ξάρ­τη­του, που δεν θα πνί­γε­ται από την αγωνία του ταμείου. Οι μεγάλοι ιδιω­τι­κοί πολι­τι­στι­κοί οργα­νι­σμοί έχουν πίσω τους ανθηρά ιδρύ­ματα. Οι κρα­τι­κοί οργα­νι­σμοί είναι εξαρ­τη­μέ­νοι από ένα κράτος που στην παρούσα φάση έχει πολύ περιο­ρι­σμέ­νες δυνα­τό­τη­τες».

Θεωρεί ότι το κοινό δεν δια­φο­ρο­ποι­ή­θηκε ουσια­στικά, έγινε όμως πιο επι­λε­κτικό. Προ­σπα­θεί να ενη­με­ρώ­νε­ται προ­σε­κτικά, καθώς δεν έχει πλέον τη δυνα­τό­τητα να σπαταλά άσκοπα τα μετρη­μένα χρήματά του. «Ευτυχώς, οι πολι­τι­κές εισι­τη­ρίων που έχουν καθιε­ρω­θεί τα τελευ­ταία χρόνια για διά­φο­ρες ομάδες κοινού δεν αφήνουν το κοινό να συρ­ρι­κνω­θεί».

Λέει ότι, παρά την οικο­νο­μική δυσπρα­γία, την τελευ­ταία διετία το Φεστι­βάλ έχει δια­τη­ρή­σει σταθερό το κοινό του και μέσα από τις εκδη­λώ­σεις του Ανοίγ­μα­τος στην Πόλη προ­σπα­θεί να το διευ­ρύ­νει. Ανα­φέ­ρε­ται και στη δουλειά που γίνεται στην Αργο­λίδα και στο­χεύει στην ανά­πτυξη κοινού σε σχέση με το Αρχαίο Θέατρο της Επι­δαύ­ρου. Ποια είναι η μεγα­λύ­τερη πρό­κληση για το Φεστι­βάλ;

«Με την πλη­θω­ρική παρου­σία τα τελευ­ταία χρόνια της Στέγης του Ιδρύ­μα­τος Ωνάση και του Κέντρου Πολι­τι­σμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, το Φεστι­βάλ δεν μπορεί να επα­να­παύ­ε­ται, αλλά αντί­θετα να ενι­σχύει τον χαρα­κτήρα του, όχι μόνο στην Πει­ραιώς 260 ή στις εκδη­λώ­σεις του Ανοίγ­μα­τος στην Πόλη αλλά και στους εμβλη­μα­τι­κούς χώρους που απο­τε­λούν το συγκρι­τικό μας πλε­ο­νέ­κτημα» λέει ο Βαγ­γέ­λης Θεο­δω­ρό­που­λος. «Μεγάλη πρό­κληση είναι ακόμη το να προ­σπα­θείς να λει­τουρ­γείς με την ελευ­θε­ρία του ιδιω­τι­κού τομέα μέσα σε συν­θή­κες Δημο­σίου και μνη­μο­νια­κών δεσμεύ­σεων».

Στάθης Λιβα­θι­νός – Εθνικό Θέατρο

«Ακόμη και κάτι ευχά­ρι­στο φαί­νε­ται πολυ­τέ­λεια»

«Η έξοδος από την κρίση είναι πολι­τι­κός όρος και ένα θέατρο, ακόμη κι αν είναι Εθνικό, δεν μπορεί να “συνεν­νοη­θεί” εύκολα με πολι­τι­κούς όρους. Και αν τελεί­ωνε σήμερα η οικο­νο­μική κρίση, το θέατρο θα είχε πολλά να πει. Η ανθρώ­πινη ηθική και η ανθρώ­πινη ευαι­σθη­σία βρί­σκο­νται πάντα σε κρίση. Ομως αυτή η τόσο σοβαρή για τον τόπο οικο­νο­μική κρίση έφερε στο θέατρο και τα καλά της. Εμείς στο Εθνικό Θέατρο εφαρ­μό­σαμε νέα τιμο­λο­γιακή πολι­τική, νέες χαμηλές τιμές στα εισι­τή­ρια των σκηνών μας, και αυτό βρήκε μεγάλη αντα­πό­κριση στο κοινό» λέει ο Στάθης Λιβα­θι­νός. Πιστεύει ότι είναι νωρίς ακόμη για απο­λο­γι­σμούς. «Η κρίση δημιούρ­γησε ένα δυσά­ρε­στο νεφε­λώ­δες τοπίο, μια σκο­τεινή ατμό­σφαιρα όπου ακόμη και κάτι ευχά­ρι­στο φαί­νε­ται σαν πολυ­τέ­λεια. Τελικά η ψυχραι­μία ανα­δει­κνύ­ε­ται πλέον σε αξία νούμερο ένα. Θεωρώ ότι διαθέτω αρκετή».

Ανα­φε­ρό­με­νος στις συνερ­γα­σίες λέει ότι δεν γνω­ρί­ζει αν αυτή η τάση θα μείνει ή όχι. «Στο Εθνικό Θέατρο ξεκι­νή­σαμε το 2015 που ανέλαβα με πολλές συνερ­γα­σίες και θα προ­χω­ρή­σουμε κάνο­ντας όλο και περισ­σό­τε­ρες» λέει θυμί­ζο­ντας τις πλέον χαρα­κτη­ρι­στι­κές (ΚΘΒΕ, ΘΟΚ, ΕΛΣ, Κέντρο Δελφών, Θέατρο Βαχτάν­γκοφ κ.ά.). «Η συνερ­γα­σία είναι πάντα ένα πολύ ωραίο μήνυμα για την ελλη­νική κοι­νω­νία και οφεί­λουμε ως Εθνικό Θέατρο να δίνουμε αυτό το μήνυμα. Παρ’ όλα αυτά, ας μην ξεχνάμε ότι μια συνερ­γα­σία δεν είναι αυτο­σκο­πός. Είναι το μέσο να πάρει αξία ένα ιδιαί­τερο καλ­λι­τε­χνικό σχέδιο. Πρέπει να επι­ση­μάνω ότι οι κρα­τι­κοί οργα­νι­σμοί είναι δυσκί­νη­τοι και κάθε συνερ­γα­σία γίνεται με προ­σω­πικό τίμημα, πολλές θυσίες στο ξεπέ­ρα­σμα εμπο­δίων. Επι­θυ­μητό παρα­μέ­νει ένα ενδια­φέ­ρον, ασυ­νή­θι­στο και πρω­το­πόρο καλ­λι­τε­χνικό απο­τέ­λε­σμα».

Ο Στάθης Λιβα­θι­νός επι­ση­μαί­νει ότι σε όλον τον πολι­τι­σμένο κόσμο τα ΔΣ των μεγάλων οργα­νι­σμών φρο­ντί­ζουν για την εξα­σφά­λιση πόρων μέσω χορη­γιών. «Είναι μια ανα­πό­φευ­κτη τακτική που εξα­σφα­λί­ζει επι­πλέον πόρους για να μπορεί ένας καλ­λι­τε­χνι­κός οργα­νι­σμός, όπως το Εθνικό Θέατρο, να είναι αντα­γω­νι­στι­κός. Η επέν­δυση στον πολι­τι­σμό είναι μια πράξη με σπου­δαίο αντί­κρι­σμα. Το Εθνικό Θέατρο δέχτηκε και δέχεται χορη­γίες και δωρεές από υψηλού κύρους οργα­νι­σμούς που τιμούμε και μας τιμούν» συνε­χί­ζει προ­σθέ­το­ντας ότι, με αυτόν τον τρόπο, δημιουρ­γή­θη­καν υπο­δο­μές, εκπαι­δευ­τικά προ­γράμ­ματα αλλά και στη­ρί­χθη­καν παρα­γω­γές.

Ξεκα­θα­ρί­ζει όμως ότι καμία χορηγία δεν μπορεί να υπο­κα­τα­στή­σει την επέν­δυση του κράτους, που είναι η επι­χο­ρή­γηση. «Η κατά πολύ μειω­μένη επι­χο­ρή­γηση – σε σχέση με το παρελ­θόν – που παίρνει σήμερα το Εθνικό Θέατρο μετά βίας αρκεί για να καλύψει τα πάγια έξοδα και τη μισθο­δο­σία εργα­ζο­μέ­νων και ηθο­ποιών. Δεν δημιουρ­γεί προ­ϋ­πο­θέ­σεις ιδα­νι­κές για να εκπλη­ρω­θούν όσα θα έπρεπε να εκπλη­ρω­θούν».

Λέει ότι το κοινό είναι κάτι που αλλάζει. «Κάθε φορά που συμ­βαί­νει αλλαγή πορείας, αισθη­τι­κής και ρεπερ­το­ρίου σε ένα εθνικό θέατρο, το κοινό πρέπει να ξανα­κερ­δη­θεί. Είναι κάπως σαν τον έρωτα. Τίποτα δεν είναι δεδο­μένο και αυτο­νό­ητο. Και το κυριό­τερο, με ενδια­φέ­ρει το κοινό που ΔΕΝ ήρθε ακόμα στο θέατρο. Το νέο κοινό».

Δηλώνει ικα­νο­ποι­η­μέ­νος από την προ­σέ­λευση, αν και όχι ακόμη όσο θα ήθελε. Υπήρχαν παρα­στά­σεις με μεγάλη πλη­ρό­τητα, παρα­στά­σεις sold out, και άλλες που δεν είχαν την ανα­με­νό­μενη απήχηση. Πολύ ευχα­ρι­στη­μέ­νος δηλώνει από τις παρα­στά­σεις της Επι­δαύ­ρου. «Για εμάς προέχει σε κάθε περί­πτωση η δια­παι­δα­γώ­γηση του κοινού και φυσικά ο εκπαι­δευ­τι­κός χαρα­κτή­ρας του θεάτρου» εξηγεί.

«Να γίνει θέατρο ρεπερ­το­ρίου, να είναι μπροστά από την εποχή του και να μην είναι Εθνικό Θέατρο της Αθήνας. Να συνε­χί­σει να είναι Εθνικό Θέατρο όλης της Ελλάδας, μέσα κι έξω από τα σύνορα» κατα­λή­γει ανα­φε­ρό­με­νος στη μεγα­λύ­τερη πρό­κληση για τον οργα­νι­σμό.

Γιώργος Κου­με­ντά­κης {LF}Εθνική Λυρική Σκηνή

«Θέλουμε δημιουρ­γι­κές σχέσεις με τους χορη­γούς»

«Παρά το γεγονός ότι και ο χώρος του πολι­τι­σμού δοκι­μά­ζε­ται από την κρίση, θα πρέπει οι μεγάλοι πολι­τι­στι­κοί φορείς να είναι παρα­γω­γι­κοί, εμπνευ­σμέ­νοι, δημιουρ­γι­κοί και να προ­σφέ­ρουν έργο παρα­βλέ­πο­ντας το γεγονός ότι δια­νύ­ουμε περίοδο κρίσης και λει­τουρ­γώ­ντας κόντρα σε αυτή. Η ουσια­στική μας απο­στολή είναι να προ­σφέ­ρουμε στο κοινό μια διέξοδο από τα προ­βλή­ματα και ουσια­στική ψυχική ανάταση» λέει ο Γιώργος Κου­με­ντά­κης.

Πιστεύει ότι η κρίση λει­τούρ­γησε ως οδο­στρω­τή­ρας και άλλαξε τα πάντα. «Από το ενιαίο μισθο­λό­γιο, τους νόμους για τις προ­σλή­ψεις, τη νομο­θε­σία για τις προ­μή­θειες ως τη μείωση της αγο­ρα­στι­κής δυνα­τό­τη­τας του κοινού και φυσικά την τερά­στια μείωση των επι­χο­ρη­γή­σεων. Οι δυσκο­λίες είναι πολύ μεγάλες, αλλά την ίδια στιγμή η αφο­σί­ωση των εργα­ζο­μέ­νων, η δημιουρ­γι­κό­τητα των καλ­λι­τε­χνών και η χαρά που λαμ­βά­νουμε από το κοινό είναι παρά­γο­ντες που μας δίνουν δύναμη να τις αντι­με­τω­πί­σουμε».

Ανα­φε­ρό­με­νος στις συνέρ­γειες/συνερ­γα­σίες θεωρεί πως είναι απα­ραί­τη­τες στην εποχή μας. Δεν είναι μόνο η μείωση του κόστους αλλά και η ώσμωση που προ­κύ­πτει μέσω αυτών. Ανα­φέ­ρε­ται στο παρά­δειγμα της συνύ­παρ­ξης των φορέων του Κέντρου Πολι­τι­σμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος: της Λυρικής, της Εθνικής Βιβλιο­θή­κης και της ΚΠΙΣΝ ΑΕ. «Πριν από μερικά χρόνια κάτι τέτοιο θα φάνταζε αδια­νό­ητο. Πλέον συνιστά μια δημιουρ­γική συνθήκη που αντί να μας περιο­ρί­ζει, έρχεται να απε­λευ­θε­ρώ­σει τις δυνά­μεις μας. Πιστεύω ότι το συγκε­κρι­μένο μοντέλο συνερ­γα­σίας μπορεί να λει­τουρ­γή­σει ως παρά­δειγμα για αντί­στοι­χες συνέρ­γειες στον χώρο του πολι­τι­σμού».

Λέει πως η ΕΛΣ έχει επι­τύ­χει εφέτος τερά­στια αύξηση στις χορη­γι­κές συνερ­γα­σίες της. «Δεν ήταν εύκολο, ούτε αυτο­νό­ητο, αλλά με σύστημα και πολλή δουλειά το επι­τύ­χαμε. Προ­χω­ράμε έτσι και ανα­μέ­νουμε και περαι­τέρω αύξηση την επόμενη σεζόν. Δεν το βλέ­πουμε ως ανα­γκαίο κακό, αλλά ως ουσια­στική ανά­πτυξη του οργα­νι­σμού μας. Γνω­ρί­ζουμε ότι οι δυνα­τό­τη­τες του Ελλη­νι­κού Δημο­σίου είναι πλέον πολύ περιο­ρι­σμέ­νες και εργα­ζό­μα­στε σκληρά ώστε να καλύ­ψουμε τα κενά της χρη­μα­το­δό­τη­σής μας, χωρίς αυτό να σημαί­νει ότι οι χορηγοί θα υπο­κα­τα­στή­σουν την κρατική στήριξη. Στόχος μας είναι να θεμε­λιώ­σουμε μακρο­χρό­νιες δημιουρ­γι­κές σχέσεις με τους χορη­γούς μας, οι οποίες θα ωφελούν και τις δύο πλευρές».

Εκτιμά ότι το κοινό εκ των πραγ­μά­των ανα­γκά­στηκε να γίνει πιο επι­λε­κτικό και να βλέπει λιγό­τερα θεάματα. Ωστόσο «εμείς, ως ΕΛΣ, δεν θα πρέπει να παρα­πο­νε­θούμε γιατί παρα­τη­ρούμε μια διαρκή αύξηση του κοινού, ειδικά από τη μετα­στέ­γασή μας στο ΚΠΙΣΝ και έπειτα. Την εφετινή σεζόν κατα­φέ­ραμε να γεμί­σουμε τις αίθου­σές μας, ακόμη και με έργα που δεν θεω­ρού­νται ιδιαι­τέ­ρως δημο­φιλή, ενώ και το πρό­γραμμα της επό­με­νης σεζόν που ήδη ανα­κοι­νώ­θηκε έχει πολύ ενδια­φέ­ρου­σες παρα­γω­γές για τις οποίες είμαστε βέβαιοι ότι το κοινό θα δείξει μεγάλο ενδια­φέ­ρον». Ειδικά για την Εναλ­λα­κτική Σκηνή, η οποία τώρα δια­μορ­φώ­νει το κοινό της, δηλώνει ότι οι περισ­σό­τε­ρες παρα­γω­γές πήγαν καλά εισπρα­κτικά, ενώ κάποιες άλλες θα μπο­ρού­σαν να είχαν πάει ακόμη καλύ­τερα.

«Η πρό­κληση είναι να περά­σουμε ουσια­στικά και με επι­τυ­χία σε μια νέα εποχή για τον οργα­νι­σμό μας, ξεπερ­νώ­ντας όλα όσα προ­σπα­θούν να μας κρα­τή­σουν πίσω» κατα­λή­γει.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.