• Από την αμυντική θωράκιση της Κύπρου έως τη στρατηγική αυτονομία της Ε.Ε., ο πρ. Πρέσβης-Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδος στο Συμβούλιο της Ευρώπης, αναλύει τα όρια, τις δυνατότητες και τις κρίσιμες επιλογές της ευρωπαϊκής ασφάλειας σε μια εποχή πολλαπλών γεωπολιτικών εντάσεων
Σε μια περίοδο όπου οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται με ταχύτητα και οι εστίες έντασης πολλαπλασιάζονται από την Ανατολική Μεσόγειο έως την Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, η συζήτηση για τον ρόλο της Ευρώπης στην άμυνα και την ασφάλεια επανέρχεται με επιτακτικό τρόπο. Η Ελλάδα και η Κύπρος βρίσκονται εκ νέου στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης, όχι μόνο ως γεωγραφικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και ως δοκιμασία πολιτικής βούλησης και θεσμικής επάρκειας για την ίδια την Ευρώπη. Η άμεση αντίδραση της Αθήνας στην απειλή κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας, με την ενίσχυση της αμυντικής της παρουσίας, δεν αποτέλεσε απλώς μια πράξη εθνικής αλληλεγγύης.
Όπως επισημαίνει ο Στέλιος Περράκης, Ομότιμος Καθηγητής Διεθνών και Ευρωπαϊκών Θεσμών και πρώην Αντιπρύτανης Παντείου Πανεπιστημίου, Πρόεδρος του Κέντρου Διεθνούς Δικαίου και Διπλωματίας/Διεθνολογικές Συναντήσεις Ναυπλίου, πρώην Γ.Γ. του υπουργείου Εξωτερικών, πρ. Πρέσβης-Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδος στο Συμβούλιο της Ευρώπης, πρόκειται για μια κίνηση με σαφή εθνικά και ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά, που αναδεικνύει ότι το δόγμα πως «η Κύπρος κείται μακράν» έχει πλέον ξεπεραστεί, τουλάχιστον όταν υπάρχει η πολιτική βούληση να ενεργοποιηθεί. Ταυτόχρονα, η ελληνική πρωτοβουλία λειτούργησε ως έμμεσος καταλύτης για την κινητοποίηση και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, έστω και αν αυτή δεν εντάχθηκε σε ένα σαφές θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Κι εδώ ακριβώς εντοπίζεται η πρώτη μεγάλη αντίφαση: παρά τις δυνατότητες που προβλέπουν οι ευρωπαϊκές συνθήκες, όπως η ρήτρα αμοιβαίας άμυνας ή η ρήτρα αλληλεγγύης καμία από αυτές δεν ενεργοποιήθηκε τυπικά. Οι αντιδράσεις των κρατών παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό εθνικές, στηριζόμενες στην πρόσκληση της Κυπριακής Δημοκρατίας και όχι σε μια συλλογική, θεσμικά οργανωμένη ευρωπαϊκή απάντηση. Έτσι, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας Ευρώπης που μπορεί να κινητοποιείται, αλλά ακόμη δυσκολεύεται να λειτουργήσει ως ενιαίο στρατηγικό υποκείμενο.
Παράλληλα, η συγκυρία επαναφέρει στο προσκήνιο παλαιά και σύνθετα ζητήματα, όπως το καθεστώς των ξένων βάσεων στην Κύπρο και η ευρύτερη συζήτηση περί «αποαποικιοποίησης» του νησιού. Την ίδια στιγμή, σε ευρύτερο επίπεδο, η Ευρώπη καλείται να απαντήσει σε ένα στρατηγικό ερώτημα που παραμένει ανοιχτό εδώ και δεκαετίες: μπορεί και θέλει να αποκτήσει πραγματική αυτονομία στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας; Από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έως σήμερα, η ευρωπαϊκή ασφάλεια στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην αμερικανική παρουσία και στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, οι μεταβαλλόμενες διεθνείς συνθήκες, οι συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, αλλά και οι διαφοροποιήσεις συμφερόντων μεταξύ συμμάχων, καθιστούν ολοένα και πιο επιτακτική την ανάγκη για μια πιο αυτόνομη ευρωπαϊκή στρατηγική.
Ο κ. Περράκης επισημαίνει ότι η στρατηγική αυτονομία δεν αποτελεί απλώς μια θεωρητική επιδίωξη, αλλά ανταποκρίνεται σε πραγματικές ανάγκες και προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως διεθνούς δρώντα. Πρωτοβουλίες όπως η μόνιμη διαρθρωμένη συνεργασία και η «στρατηγική πυξίδα» κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση, χωρίς ωστόσο να έχουν ακόμη οδηγήσει σε μια πλήρως συγκροτημένη κοινή άμυνα.

Αναλυτικά:
• Κύριε Καθηγητά, η Ελλάδα, από την πρώτη στιγμή, ανέλαβε δράση στέλνοντας ξεκάθαρο μήνυμα ότι όποιος απειλεί την Κύπρο δεν θα τη βρει μόνη της, αλλά πλάι σε αδελφούς εταίρους και συμμάχους. Η απόφαση να θωρακίσουμε αμυντικά την Κύπρο θεωρείτε ότι ήταν η αφορμή να αντιδράσουν και άλλοι ευρωπαϊκοί εταίροι στο πλαίσιο της κοινής ευρωπαϊκή άμυνας;
Ασφαλώς πρόκειται για μια εξαιρετική κίνηση, αντίδραση στην απειλή, με εθνικά-ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά, απόδειξη ότι η Κύπρος δεν «κείται μακράν» όταν υπάρχει πολιτική βούληση συνδρομής και αξιοποιούνται οι περιστάσεις. δηλ. στο πλαίσιο μιας αυτονόητης αμυντικής βοήθειας, αλληλεγγύη στους ομοεθνείς και στην Κυπριακή Δημοκρατία ,στο πλαίσιο εντός/εκτός του ξεχασμένου ενιαίου αμυντικού χώρου ή προστασία ευρωπαϊκού εδάφους. Πέρα από διερωτήσεις ήταν μια σωστή αντίδραση στην πρόσκληση της Κύπρου, χωρίς τυπική επίκληση ενιαίου χώρου ή και ιδιότητας εγγυήτριας δύναμης της Κυπριακής Δημοκρατίας (δυνάμει Συμφωνιών Ζυρίχης/ Λονδίνου. Και μπορεί ν’ αποτέλεσε το έναυσμα μιας ευρωπαϊκής κινητοποίησης ,αλλά αυτό ανεξάρτητα από την παρουσία και την ρήση Μακρόν περί επίθεσης στην Ευρώπη, αν προσβληθεί Κύπρος/έδαφος κράτους μέλους οι όποιες κινήσεις αποστολή ναυτικών μονάδων από ορισμένες χώρες, είναι αρχικά αυτοτελείς, με εθνική ευθύνη και όχι υπαγόμενες σε θεσμική αντίδραση της Ε.Ε. Και τούτο γιατί ούτε η Κύπρος ,ούτε η Ελλάδα επικαλέσθηκαν τυπικά την σχετική πρόνοια του άρθρου 42 παρ.7 Συνθήκη ΕΕ για συνδρομή των Κρατών-μελών εφόσον υπάρχει επίθεση σε Κράτος-μέλος, κατ’ αντιστοιχία του άρθρου 51 Χάρτη ΗΕ (νόμιμη άμυνα έναντι επίθεσης από Κράτος) Αλλά ούτε έγινε επίκληση της ρήτρας αλληλεγγύης για συνδρομή σε τρομοκρατική απειλή/επίθεση (άρθρο 222 Συνθ. ΕΕ). Τυπικά δεν υπήρξε καμιά επίκληση θεσμικών δυνατοτήτων που παρέχει η Συνθήκη ΕΕ, ούτε η αρμόδια Ύπατη Εκπρόσωπος Μάγια Κάλας έκανε καμιά σχετική αναφορά. Όλες οι θετικές αντιδράσεις ευρωπαίων και της Ελλάδας έγιναν βάσει πρόσκλησης εκ μέρους της απειλούμενης Κυπριακής Δημοκρατίας. Συνακόλουθα πέρα από το ευρωπαϊκό χαρακτήρα της συνδρομής, στις τρέχουσες περιστάσεις, περισσότερο συγκρατείται η αποφασιστική κίνηση μεταβολής των συνθηκών στο πεδίο και την χρήσιμη παρουσία ελληνικής αμυντικής δύναμης στην Κύπρο, με εμβέλεια στην ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο. Ταυτόχρονα, η όλη κατάσταση θέτει κι από μια άλλη σκοπιά το θέμα των Βάσεων και του καθεστώτος τους στην Κυπριακή Δημοκρατία και τις συνεπακόλουθες συνέπειες . Ένα ζήτημα που συνδέεται ευθέως με την «αποαποικιοποίηση» του Νησιού, (βλ. Γνωμοδότηση Διεθνούς Δικαστηρίου, Αρχιπέλαγος – Chagos και κατόπιν παραχώρηση τους στον Μαυρίκιο) και πρέπει επιτέλους να ανοίξει. Είθε η προστασία της Κυπριακής Δημοκρατίας να μην είναι περιστασιακή, αλλά να διατηρηθεί ως πραγματική δυνατότητα.
• Η Αμερική παραμένει η πιο ισχυρή χώρα στον κόσμο, και η Ευρώπη για δεκαετίες είχε επαναπαυθεί στην αμυντική της κάλυψη και προστασία. Σήμερα η Ευρώπη πρέπει να επιδιώξει στρατηγική αυτονομία;
Για την Ευρώπη, Ε.Ε, ασφαλώς το ζήτημα της άμυνας και ασφάλειας, ως ευρωπαϊκό ζήτημα παραμένει ανοικτό, σχεδόν 80 χρόνια από την μεταπολεμική αφετηρία της ευρωπαϊκής συνεργασίας σ’ αυτόν τον τομέα ( 1948, Δυτικοευρωπαική Ένωση) και ανεξάρτητα από το ΝΑΤΟ, στο οποίο λειτουργεί ως ευρωπαϊκή συνιστώσα. Παρόλα τα βήματα προς μια πολιτική Άμυνας & Ασφάλειας, μετά τη Συνθήκη του Άμστερνταμ κι αργότερα της Λισαβώνας, τις διάφορες στρατιωτικές και άλλες επιχειρήσεις, ουσιαστικά και εν πολλοίς βασιζόταν στην αμερικανική παρουσία για συνδρομή-προστασία απέναντι ουσιαστικά στην Ρωσία, όπου και σύμπτωση συμφερόντων με τις ΗΠΑ. Κάτι εξάλλου που δημιουργούσε τριβές, κατά καιρούς, στους Συμμάχους, αφού συμφέροντα και σχέσεις μεταβάλλονται στον χρόνο. Έτσι η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, ως περιεχόμενο, στόχος ανταποκρίνεται στις αμιγώς ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ανάγκες και προτεραιότητες κι ανταποκρίνονται και στον ρόλο της ΕΕ ως σημαντικού διεθνούς δρώντα που μπορεί να πρωταγωνιστεί στις διεθνείς σχέσεις ,έχοντας μάλιστα και μια αξιακή παρακαταθήκη. Οι συρράξεις στην Ουκρανία, στη Μέση Ανατολή και οι προκλήσεις στη διεθνή κοινότητα σ’ επίπεδο θεσμών και Ηγεσίας, ωθούν περισσότερο την αντίληψη, πεποίθηση για ευκαιρίες προκειμένου η ενοποιητική διαδικασία ν ‘αποκτήσει βάθος. Σ’ αυτή την κατεύθυνση λειτουργούς ΡΕSCO, στρατηγική πυξίδα. Εκτιμώ ότι υπάρχει προοπτική οι προσδοκίες εκείνων που έβλεπαν ευρωπαϊκή ταυτότητα στο ΝΑΤΟ, στην ΔΕΕ, συστατικό της ΕΕ, να γίνουν πράξη, ιδίως αν επιλέξουμε κινήσεις προθύμων, για να ξεπερνιούνται οι εκάστοτε επίμονοι αντιρρησίες.
Είναι δύσκολο, προς ώρας, να προβλέψει κάποιος την έκβαση ενός εξαιρετικά σύνθετου πολέμου με πολλούς επιτιθέμενους -παραβάτες της διεθνούς νομιμότητας (ΗΠΑ, Ισραήλ, Ιράν) και πολλούς αμυνόμενους (χώρες Κόλπου). Και επειδή ο θάνατος και η καταστροφή που επικρατεί απειλούν ευθέως τους ορίζοντες επέκεινα των εχθροπραξιών, προβάλλεται πιεστικά η ανάγκη να επιστρέψει η διπλωματία και η θεσμική παρέμβαση τρίτων, πριν φθάσουμε σε αλόγιστες ακραίες απειλές καταστροφής, με θύμα τελικά την Ανθρωπότητα.














