ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ροβήρος Μανθούλης: Πέθανε από κορωνοϊό ο σπουδαίος σκηνοθέτης, συγγραφέας και ποιητής

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Ροβήρος Μανθούλης

Σε ηλι­κία 92 ετών έφυγε από τη ζωή ο σπου­δαί­ος σκη­νο­θέ­της, συγ­γρα­φέ­ας και ποι­η­τής Ρο­βή­ρος Μαν­θού­λης. Ο Ρο­βή­ρος Μαν­θού­λης άφησε την τε­λευ­ταία του πνοή το πρωί της Με­γά­λης Πέμ­πτης σε νο­σο­κο­μείο του Πα­ρι­σιού όπου νο­ση­λευό­ταν με κο­ρω­νο­ϊό.

Ποιος ήταν ο Ρο­βή­ρος Μαν­θού­λης

Ο Ρο­βή­ρος Μαν­θού­λης γεν­νή­θη­κε στην Κο­μο­τη­νή και με­γά­λω­σε στην Αθήνα. Συμ­με­τεί­χε στους κύ­κλους της Διά­πλα­σης των Παί­δων και στις γραμ­μές του ΕΑΜ των Νέων και συ­νέ­χεια της ΕΠΟΝ, σαν δια­φω­τι­στής. Από τα τέλη του 1943 μέχρι την Απε­λευ­θέ­ρω­ση, ήταν το «χωνί» των Εξαρ­χεί­ων και της Νε­ά­πο­λης, που έφερ­νε τα βρά­δια, από κά­ποια τα­ρά­τσα στο λόφο του Στρέ­φι, τα αντι­στα­σια­κά μη­νύ­μα­τα μπρο­στά στα ανοι­χτά πα­ρά­θυ­ρα των πε­ριοί­κων. Σαν τους κή­ρυ­κες της αρ­χαί­ας Αθή­νας που με­τα­δί­δα­νε τις απο­φά­σεις της Εκ­κλη­σί­ας του Δήμου. (Με ανά­λο­γες χο­ά­νες, τις δι­θυ­ραμ­βο­χο­ά­νες, απάγ­γελ­λαν στην Σπάρ­τη τον δι­θύ­ραμ­βο στο θέ­α­τρο και, ίσως, τα ψη­φί­σμα­τα οι κή­ρυ­κες).

Μετά το γυ­μνά­σιο σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κές Επι­στή­μες στην Πά­ντειο κι εξέ­δω­σε το πρώτο του βι­βλίο, την ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή Σκα­λο­πά­τια, 1949. Δά­σκα­λός του στην ποί­η­ση ήταν ο Νι­κη­φό­ρος Βρετ­τά­κος και η παρέα του, στο φι­λο­λο­γι­κό πα­τά­ρι του Λου­μί­δη, ήταν, ανά­με­σα σ’ άλ­λους, ο Μι­χά­λης Κα­τσα­ρός, ο Νίκος Γκά­τσος, ο Μάνος Χα­τζι­δά­κις, ο κρι­τι­κός Αλέ­κος Αρ­γυ­ρί­ου και ο σκη­νο­θέ­της Φρί­ξος Ηλιά­δης, που εξέ­δι­δε το πε­ρι­βό­η­το πε­ριο­δι­κό Ποι­η­τι­κή Τέχνη.

Από το 1949 έως το 1953, σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρά­φο και Θέ­α­τρο στο Πα­νε­πι­στή­μιο Syracuse της πο­λι­τεί­ας της Νέας Υόρ­κης. Εκεί του ανοί­χτη­κε και ο πρώ­τος αμε­ρι­κα­νι­κός φά­κε­λος, όταν δη­μο­σί­ευ­σε ένα αντι-μα­καρ­θι­κό άρθρο στην εφη­με­ρί­δα του Syracuse. Σ’ αυτήν την πόλη είχε το στρα­τη­γείο του ο Μα­κάρ­θι, στα γρα­φεία της Ομο­σπον­δί­ας των Πα­λαιών Πο­λε­μι­στών. (Τον δεύ­τε­ρο φά­κε­λο του τον άνοι­ξαν το 1972, όταν γύ­ρι­ζε στο Χάρ­λεμ την ται­νία «Μπλουζ με σφιγ­μέ­να δό­ντια»).

Όταν επέ­στρε­ψε από την Αμε­ρι­κή, το 1953, συ­νερ­γά­στη­κε στην αρχή με το «Θέ­α­τρο της Τε­τάρ­της» του Ε.Ι.Ρ., φέρ­νο­ντας μια και­νού­ρια ρα­διο­φω­νι­κή τε­χνι­κή στις θε­α­τρι­κές δια­σκευ­ές. Με τον Μι­χά­λη Κα­τσα­ρό, που ξα­να­βρή­κε στου Λου­μί­δη, ίδρυ­σαν μια κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή εται­ρία που σύ­ντο­μα δια­λύ­θη­κε. Θέ­λο­ντας να βο­ή­σει την κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή εκ­παί­δευ­ση, ανέ­λα­βε τη διεύ­θυν­ση σπου­δών σε δυο, δια­δο­χι­κά, κι­νη­μα­το­γρα­φι­κές σχο­λές. Στη Σχολή Σταυ­ρά­κου, όπου είχαν ήδη δι­δά­ξει ο Κά­ρο­λος Κουν, ο Μίκης Θε­ο­δω­ρά­κης και ο Γιάν­νης Τσα­ρού­χης, είχε συ­νερ­γά­τες του τον Γρη­γό­ρη Γρη­γο­ρί­ου και τον Γιάν­νη Μπα­κο­γιαν­νό­που­λο. Στη Σχολή Ιω­αν­νί­δη είχε προ­σλά­βει τον Χρή­στο Βα­χλιώ­τη, στο τμήμα ηθο­ποιών. Η φιλία που τους συ­νέ­δε­σε επε­κτά­θη­κε και σε πολ­λούς άξιους μα­θη­τές του όπως ο Ηρα­κλής Πα­πα­δά­κης, ο Φώτης Με­σθε­ναί­ος, ο Λέων Λο­ΐ­σιος. (Στα δυο ντο­κι­μα­ντέρ που γύ­ρι­σε ο Λο­ΐ­σιος στη Λέσβο, ο Με­σθε­ναί­ος ήταν οπε­ρα­τέρ, ο Μαν­θού­λης μο­ντέρ και ο Μπα­κο­γιαν­νό­που­λος έγρα­ψε την αφή­γη­ση).

Στο με­τα­ξύ, ο Μαν­θού­λης είχε ανα­λά­βει να ορ­γα­νώ­σει το τμήμα ντο­κι­μα­ντέρ στο υπουρ­γείο Τύπου και Πλη­ρο­φο­ριών, αλλά σ’ ένα χρόνο απο­λύ­θη­κε. Μόλις που πρό­φτα­σε τότε, το 1958, να γυ­ρί­σει την πρώτη του ται­νία, ένα ντο­κι­μα­ντέρ για τη Λευ­κά­δα, που θα πρέ­πει να είναι, ίσως με δια­φο­ρά στή­θους, και το πρώτο ελ­λη­νι­κό ντο­κι­μα­ντέρ.

Στη Λευ­κά­δα ανέ­βα­σε πα­ράλ­λη­λα το ποι­η­τι­κό έργο του Ουί­λιαμ Σα­ρό­γιαν «Η Καρ­διά μου κει πάνω στα ψηλά», υστέ­ρα από 7 μήνες πρό­βες και δυο πα­ρα­στά­σεις στο Θέ­α­τρο Αθη­νών. Σ’ αυτό έκα­ναν την πρώτη τους εμ­φά­νι­ση ο Γιώρ­γος Πα­πα­στε­φά­νου, στο ρόλο ενός παι­διού και ο ση­με­ρι­νός συγ­γρα­φέ­ας Στρά­της Χα­βια­ράς, στον ρόλο ενός γέρου 90 χρο­νών! Ο δε Μάνος Ελευ­θε­ρί­ου είχε πάρει μέρος στον χορό των αγρο­τών –έφερ­νε πορ­το­κά­λια και αυγά στον “γη­ραιό” Χα­βια­ρά όταν ο χορός τον άκου­γε να παί­ζει στη στρα­τιω­τι­κή σάλ­πιγ­γα ένα τρα­γού­δι του Μπεν Τζόν­σον, που τρα­γου­δού­σαν στα κα­πη­λειά του Λον­δί­νου στις αρχές του 17ου αιώνα.

Το 2006, κλεί­νουν 50 χρό­νια από την πρώτη ανά­μει­ξη του Μαν­θού­λη σε κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή σχολή, όπου δί­δα­ξε μέχρι την κα­τά­λυ­ση της Δη­μο­κρα­τί­ας από την χού­ντα των συ­νταγ­μα­ταρ­χών, το 1967. Ανά­με­σα στους γνω­στό­τε­ρους μα­θη­τές του ήταν ο Πα­ντε­λής Βούλ­γα­ρης και ο Βα­σί­λης Ρα­φαη­λί­δης, που θα γίνει και βοη­θός του σ’ ένα ντο­κι­μα­ντέρ.

Η διά­δο­ση του ντο­κι­μα­ντέρ στην Ελ­λά­δα έγινε έμ­μο­νη ιδέα στον Μαν­θού­λη και το 1960 ίδρυ­σε την «Ομάδα των 5», με τους Ηρα­κλή Πα­πα­δά­κη, Φώτη Με­σθε­ναίο, Γιάν­νη Μπα­κο­γιαν­νό­που­λο και Ρούσ­σο Κούν­δου­ρο. Ύστε­ρα από έναν ορ­γα­σμό δια­φώ­τι­σης του κοι­νού και των κρα­τι­κών φο­ρέ­ων, με δια­λέ­ξεις, προ­βο­λές, φε­στι­βάλ και κι­νη­μα­το­γρα­φι­κές λέ­σχες, κα­τέ­λη­ξαν στο να γυ­ρί­ζουν όλοι, αλλά και άλλοι σκη­νο­θέ­τες, σειρά από ται­νί­ες για διά­φο­ρους ορ­γα­νι­σμούς και να ζούνε απ’ αυτό. Η «Ακρό­πο­λη των Αθη­νών» (1961), που γύ­ρι­σε με τον Ηρ. Πα­πα­δά­κη και τον Φ. Με­σθε­ναίο (και τον μέγα αρ­χαιο­λό­γο Γιάν­νη Μη­λιά­δη), που­λή­θη­κε σε 3.000 πα­νε­πι­στή­μια στην Αμε­ρι­κή). Οι ται­νί­ες τους απο­σπού­σαν κάθε φορά το βρα­βείο του Φε­στι­βάλ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Το «Άν­θρω­ποι και Θεοί» (1961), με τη φωνή του Κί­μω­να Φράιερ, (με­τα­φρα­στή της Οδύσ­σειας του Κα­ζαν­τζά­κη στ’ αγ­γλι­κά) με­τα­δι­δό­ταν κάθε χρόνο, επί 5 χρό­νια, από το αμε­ρι­κά­νι­κο δί­κτυο NBC.

Όταν ορ­γά­νω­νε την «Ομάδα των 5», ο Μαν­θού­λης δέ­χτη­κε μια πρό­τα­ση του κυρ-Αντώ­νη Ζερ­βού (της γνω­στής εται­ρεί­ας ΑΝ­ΖΕΡ­ΒΟΣ, που είχε στού­ντιο, δια­νο­μή και πολλά σι­νε­μά) να γυ­ρί­σει μια ελ­λη­νι­κή κω­μω­δία –την «Κυρία Δή­μαρ­χο» (1960) με πρω­τα­γω­νι­στές την Γε­ωρ­γία Βα­σι­λειά­δου και τον Βα­σί­λη Αυ­λω­νί­τη, τον Νίκο Κούρ­κου­λο σε δευ­τε­ρεύ­ο­ντα ρόλο και τον Κα­ζαν­τζί­δη και την Μα­ρι­νέλ­λα σε πρώτη κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή εμ­φά­νι­ση. Πήρε τον Φώτη Με­σθε­ναίο σαν διευ­θυ­ντή φω­το­γρα­φί­ας για συ­μπα­ρά­στα­ση. Πρω­τά­ρη­δες και οι δυο, ανα­ζη­τού­σαν ένα δια­βα­τή­ριο για τα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά στού­ντιο. Η ται­νία είχε καλές κρι­τι­κές και καλή κα­ριέ­ρα (χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε ακόμα και στην προ­ε­κλο­γι­κή εκ­στρα­τεία για την δη­μαρ­χία της Ντό­ρας Μπα­κο­γιάν­νη…) και παί­ζε­ται ακόμα στην τη­λε­ό­ρα­ση.

Το ίδιο συ­νέ­βη και με την «Οι­κο­γέ­νεια Πα­πα­δο­πού­λου» (1961), σε σε­νά­ριο του Βαγ­γέ­λη Γκού­φα, με τον Ορέ­στη Μακρή, τον Ντίνο Ηλιό­που­λο, τον Πα­ντε­λή Ζερβό, την Κάκια Ανα­λυ­τή, τον Στέ­φα­νο Λη­ναίο και τον Θα­νά­ση Βέγγο, πριν ακόμα αρ­χί­σει τους με­γά­λους του ρό­λους. Ένας από τους με­γα­λύ­τε­ρους, που του χά­ρι­σε και το Βρα­βείο Κα­λυ­τέ­ρου Ηθο­ποιού από τους κρι­τι­κούς, θα είναι στην επό­με­νη ται­νία του Μαν­θού­λη «Ψηλά τα Χέρια Χί­τλερ» (1963), με συ­μπρω­τα­γω­νι­στή τον Βα­σί­λη Δια­μα­ντό­που­λο. Στην ται­νία αυτή ο Μαν­θού­λης ανέ­βα­σε κι άλλο την μπάρα της ποιό­τη­τας, για να πε­ρά­σει όλη η ατμό­σφαι­ρα και η αυ­θε­ντι­κό­τη­τα της Κα­το­χής, με απο­τέ­λε­σμα, εκτός από τα βρα­βεία των κρι­τι­κών που πήρε τότε, να παί­ζε­ται σαν «εθνι­κή» ται­νία στις εθνι­κές επε­τεί­ους.

Το επό­με­νο βήμα ήταν μια προ­σω­πι­κή ται­νία. Το έναυ­σμα το έδω­σαν τα Ιου­λια­νά. Το «Ψηλά τα Χέρια Χί­τλερ» ήταν μια πρώτη πο­λι­τι­κή ται­νία, αλλά το «Πρό­σω­πο με Πρό­σω­πο», (1966) θα είναι πε­ρισ­σό­τε­ρο πο­λι­τι­κή και καυ­στι­κή. Μέσα από την κα­ρι­κα­τού­ρα της αναρ­ρι­χό­με­νης νε­ό­πλου­της τάξης των εφο­πλι­στών και των κα­τα­σκευα­στών, που γκρέ­μι­ζαν και ασχή­μαι­ναν την Αθήνα, έπρε­πε να ση­μειω­θούν οι δι­κτα­το­ρι­κές τά­σεις που απει­λού­σαν την πο­λι­τι­κή νο­μι­μό­τη­τα και τις ελευ­θε­ρί­ες, που με τόσο κόπο μόλις είχαν αρ­χί­σει να επι­στρέ­φουν στην Ελ­λά­δα. Μια τέ­τοια ται­νία δεν ήταν εύ­κο­λο να γυ­ρι­στεί γιατί με­ρι­μνού­σε και η Λο­γο­κρι­σία. Πολ­λοί συ­νέ­βα­λαν με μι­κρές χρη­μα­τι­κές συμ­με­το­χές ή με την ερ­γα­σία τους. Σε­νά­ριο δεν υπο­βλή­θη­κε στη Λο­γο­κρι­σία και το γύ­ρι­σμα άρ­χι­σε με την άδεια για ένα προη­γού­με­νο ντο­κι­μα­ντέρ. Η κόπια πρό­λα­βε να βγει από το ερ­γα­στή­ριο για να πάρει μέρος στο Φε­στι­βάλ Θεσ­σα­λο­νί­κης 1966, μια με­γά­λη χρο­νιά με πολύ καλές ται­νί­ες. Εκεί ξε­σή­κω­σε την φοι­τη­τι­κή νε­ο­λαία, εντυ­πω­σί­α­σε τους ξέ­νους κρι­τι­κούς και πήρε το Χρυσό Βρα­βείο Σκη­νο­θε­σί­ας, όπως το έλε­γαν τότε. Οι υπο­γρα­φές της κρι­τι­κής επι­τρο­πής είναι εντυ­πω­σια­κές: Γιάν­νης Τσα­ρού­χης, Μάνος Χα­τζι­δά­κις, Έλλη Λα­μπέ­τη… Για πρώτη ίσως φορά, το κοινό που πε­ρί­με­νε τον σκη­νο­θέ­τη στην έξοδο, τον σή­κω­σε στους ώμους, σαν ολυ­μπιο­νί­κη, και τον πήγε στους έκ­πλη­κτους Γάλ­λους κρι­τι­κούς που τον πε­ρί­με­ναν στο κα­φε­νείο για να του πά­ρουν συ­νέ­ντευ­ξη.

Τον επό­με­νο χρόνο το «Πρό­σω­πο με Πρό­σω­πο» κλή­θη­κε να πάρει μέρος σε διά­φο­ρα φε­στι­βάλ, αρχής γε­νο­μέ­νης από το Διε­θνές Φε­στι­βάλ Νέου Κι­νη­μα­το­γρά­φου στην πόλη Υέρ της νό­τιας Γαλ­λί­ας. Κατ’ εξαί­ρε­ση και εκτός δια­γω­νι­σμού, γιατί το Φε­στι­βάλ έκανε δε­κτές μόνο πρώ­τες ται­νί­ες σκη­νο­θε­τών, ενώ αυτή ήταν η 4η του Μαν­θού­λη. Το Φε­στι­βάλ έκανε έναρ­ξη με το «Πρό­σω­πο με Πρό­σω­πο» την 21η Απρι­λί­ου 1967, ημέρα που έγινε το χου­ντι­κό πρα­ξι­κό­πη­μα στην Ελ­λά­δα! Η ται­νία βέ­βαια ήταν προ­φη­τι­κή, αλλά τέ­τοια σύμ­πτω­ση δεν μπο­ρού­σε να την πε­ρι­μέ­νει κα­νείς. Θα είναι μάλ­λον και η πρώτη αντι­χου­ντι­κή εκ­δή­λω­ση που έγινε στο εξω­τε­ρι­κό. Με δε­κά­δες δη­μο­σιο­γρά­φους, κά­με­ρες και μι­κρό­φω­να. Οι συ­νε­ντεύ­ξεις του Μαν­θού­λη με­τα­δό­θη­καν το ίδιο βράδυ από πολλά ευ­ρω­παϊ­κά ρα­διό­φω­να και από την «Φωνή της Αλή­θειας» που ήταν στο «Πα­ρα­πέ­τα­σμα». Την επό­με­νη εβδο­μά­δα το Φε­στι­βάλ Κανών ορ­γά­νω­σε μια ει­δι­κή προ­βο­λή, αδια­φο­ρώ­ντας για τις δια­μαρ­τυ­ρί­ες της χού­ντας. Φυ­σι­κά, η ται­νία απα­γο­ρεύ­τη­κε στην Ελ­λά­δα «καθ’ άπα­σαν την επι­κρά­τειαν, δια λό­γους γε­νι­κο­τέ­ρας θέ­σε­ως», το δια­βα­τή­ριο του σκη­νο­θέ­τη ακυ­ρώ­θη­κε, η αστυ­νο­μία επι­σκέ­φτη­κε το σπίτι του, το όνομά του μπήκε στην μαύρη λίστα που δεν έπρε­πε να ανα­φέ­ρει ο τύπος. Όμως την σκυ­τά­λη της εκ­δί­κη­σης την πήρε το «Ψηλά τα χέρια Χί­τλερ». Κατά την προ­βο­λή του στις σκο­τει­νές αί­θου­σες οι θε­α­τές, μόλις άκου­γαν το τρα­γού­δι των Χρι­στο­δού­λου-Θε­ο­δω­ρά­κη, ξέ­σπα­γαν σε συν­θή­μα­τα κατά της χού­ντας.

Είναι η αρχή της εξο­ρί­ας στο εξω­τε­ρι­κό. Η ται­νία παί­ζε­ται στο Πα­ρί­σι, οι κρι­τι­κές είναι θριαμ­βευ­τι­κές, η γαλ­λι­κή τη­λε­ό­ρα­ση καλεί τον Μαν­θού­λη σε συ­νερ­γα­σία. Του ανα­θέ­τει την σκη­νο­θε­σία ενός πρω­τό­τυ­που προ­γράμ­μα­τος που θα γυ­ρί­ζε­ται σε διά­φο­ρες χώρες (τα­ξί­δευε, τότε, με προ­σφυ­γι­κό δια­βα­τή­ριο «απά­τρι­δος»), ερευ­νώ­ντας τις πο­λι­τι­κές και κοι­νω­νι­κές ρίζες του θε­ά­μα­τος, της μου­σι­κής και του τρα­γου­διού. Είναι η εποχή της pop generation, της γε­νιάς που αντι­τί­θε­ται στον πό­λε­μο του Βιετ­νάμ και στις κα­τε­στη­μέ­νες αξίες γε­νι­κό­τε­ρα και που, στη Γαλ­λία, θα κα­τα­λή­ξει στον Μάη του ’68.

Στο πρό­γραμ­μα, που είχε τίτλο «Στην Αφίσα του Κό­σμου», γύ­ρι­σε πολ­λούς διά­ση­μους καλ­λι­τέ­χνες, όπως τον Ζακ Μπρελ, την Τζόαν Μπαέζ, τους Ρό­λινγκ Στό­ουνς με τον Κιθ Ρί­τσαρντς και τον Μικ Τζά­γκερ, τον Τζον Μα­γιάλ, τον Σάνρα, την Μά­ριον Ουί­λιαμς, τον Τζόνι Χα­λι­ντέι, τον Ζορζ Μου­στα­κί, τον Νου­ρέ­γιεβ και πολ­λούς άλ­λους. Για το ίδιο πρό­γραμ­μα γύ­ρι­σε ντο­κι­μα­ντέρ με την Με­λί­να, τον Μίκη Θε­ο­δω­ρά­κη και τη Μαρία Φα­ρα­ντού­ρη για την κα­τά­στα­ση στην Ελ­λά­δα. Η «Αφίσα του Κό­σμου» αγα­πή­θη­κε τόσο από το κοινό όσο και από την κρι­τι­κή, η οποία της έδωσε το ετή­σιο βρα­βείο της κα­λύ­τε­ρης γαλ­λι­κής εκ­πο­μπής του 1969. «Μια μόνο σκηνή του Ρο­βή­ρου Μαν­θού­λη, οι ακρο­βά­τες που εκτε­λούν τα νού­με­ρά τους πάνω από τις ρου­λέ­τες σ’ ένα κα­ζί­νο του Λας Βέ­γκας, έφτα­νε για να στεί­λει το προη­γού­με­νο πρό­γραμ­μα στον κά­λα­θο των αχρή­στων» έγρα­φε η Le Monde (22-3-1969). «Χρω­στά­με στην “Αφίσα του Κό­σμου” μια στιγ­μή σπά­νια. Τον Νου­ρέ­γιεβ σε πρόβα, να χο­ρεύ­ει με την Κλερ Μοτ και να μας μι­λά­ει για τη ζωή και τον θά­να­το. Εξαί­ρε­τες στιγ­μές, στο ύψος εκεί­νου που τις ενέ­πνευ­σε» γρά­φει η L’Union (13-12-1969). «Πρέ­πει να πούμε ότι η συ­νά­ντη­ση του Ζωρζ Μου­στα­κί με τον Μίκη Θε­ο­δω­ρά­κη ξε­πέ­ρα­σε κάθε μας πρό­βλε­ψη. Ο Ρο­βή­ρος Μαν­θού­λης κα­τά­φε­ρε με με­γά­λη δε­ξιο­τε­χνία να μας δεί­ξει την προ­σή­λω­ση του Θε­ο­δω­ρά­κη (σαν να διά­βα­ζε τη σκέψη του) στο να πε­ρά­σει τη μου­σι­κή του στον Μου­στα­κί. Μια δη­μιουρ­γία βα­θύ­τα­τα συ­γκι­νη­τι­κή. Μετά από ένα τέ­τοιο φιλμ, είναι προ­φα­νές ότι αυτά που ακο­λού­θη­σαν ήταν αδύ­να­το να μας εν­δια­φέ­ρουν» γρά­φει η L’Humanité (21-5-1970).

Το απο­τέ­λε­σμα αυτής της επι­τυ­χί­ας ήταν να του ανα­θέ­σει το 3ο κα­νά­λι, που στο με­τα­ξύ ετοι­μά­ζο­νταν να εκ­πέμ­ψει, την σκη­νο­θε­σία ενός ντoκι­μα­ντέρ για τα μπλουζ. Ο Μαν­θού­λης γύ­ρι­σε το «Ανε­βαί­νο­ντας τον Μι­σι­σι­πή» στην Αμε­ρι­κή και με το φιλμ αυτό έκανε εγκαί­νια το κα­νά­λι στις 3 Ια­νουα­ρί­ου 1973. Πα­ράλ­λη­λα, γύ­ρι­σε στο Χάρ­λεμ την ται­νία με­γά­λου μή­κους «Μπλουζ με σφιγ­μέ­να δό­ντια», που παί­χτη­κε την ίδια χρο­νιά στους κι­νη­μα­το­γρά­φους και απέ­σπα­σε εν­θου­σιώ­δεις κρι­τι­κές. Η ται­νία προ­βλή­θη­κε σε διά­φο­ρα φε­στι­βάλ και στο τμήμα Κα­λύ­τε­ρες Ται­νί­ες της Χρο­νιάς του Φε­στι­βάλ Λον­δί­νου. Κα­λύ­τε­ρη Ται­νία της Χρο­νιάς επε­λέ­γη επί­σης από τους Βέλ­γους κρι­τι­κούς (μαζί με τον «Γάμο της Μα­ρί­ας Μπρά­ουν» του Φα­σμπί­ντερ και «Το Κο­πά­δι» του Γκιου­νέι).

Τότε αρ­χί­ζει και η σειρά των πο­λι­τι­στι­κών ντο­κι­μα­ντέρ με τον γε­νι­κό τίτλο «Μια χώρα, μια μου­σι­κή», που έφερε τον Μαν­θού­λη σε πολ­λές χώρες των 5 ηπεί­ρων (Ιρ­λαν­δία, Ουγ­γα­ρία, Αί­γυ­πτο, Υε­μέ­νη, ΗΠΑ, Σι­κε­λία, Κούβα, Αρ­γε­ντι­νή, Βρα­ζι­λία, Κα­να­δά, Αυ­στρα­λία, Ισ­ρα­ήλ κλπ., και Ελ­λά­δα όταν έπεσε η χού­ντα). Προη­γου­μέ­νως, είχε «σκη­νο­θε­τή­σει» από τη­λε­φώ­νου τις σκη­νές που γύ­ρι­σε ο Φώτης Με­σθε­ναί­ος στην Ελ­λά­δα κατά την διάρ­κεια της δι­κτα­το­ρί­ας για την ται­νία «Κραυ­γή της σιω­πής».

Στο με­τα­ξύ, η Με­λί­να εν­θου­σιά­ζε­ται με το φιλμ που της γύ­ρι­σε ο Μαν­θού­λης για την «Αφίσα του Κό­σμου» και του προ­τεί­νει μια ται­νία αμε­ρι­κα­νι­κής πα­ρα­γω­γής με πα­ρα­γω­γό τον Ντα­σέν, με τίτλο «Lilly’s Story». Ο Μαν­θού­λης γρά­φει το σε­νά­ριο (με τον Γιώρ­γο Σε­βα­στί­κο­γλου) και στέλ­νει ένα γαλ­λι­κό συ­νερ­γείο να γυ­ρί­σει κρυφά σκη­νές στην Αθήνα, όπου όμως συλ­λαμ­βά­νε­ται έξω από την Ασφά­λεια της οδού Μπου­μπου­λί­νας. Τε­λι­κά, το φιλμ δεν γυ­ρί­στη­κε γιατί την πα­ρα­μο­νή του γυ­ρί­σμα­τος δια­λύ­θη­κε η πα­ρα­γω­γός εται­ρία. Και δεν μπό­ρε­σε να γυ­ρι­στεί ούτε στη Ρου­μα­νία γιατί το απα­γό­ρευ­σε ο Τσα­ου­σέ­σκου, ο οποί­ος είχε υπο­γρά­ψει τις μέρες εκεί­νες εμπο­ρι­κή συμ­φω­νία με τη χού­ντα.

Λίγο μετά την πτώση της χού­ντας η κυ­βέρ­νη­ση πρό­τει­νε στον Μι­χά­λη Κα­κο­γιάν­νη να ανα­λά­βει την Τη­λε­ό­ρα­ση (1975). Εκεί­νος αρ­νή­θη­κε και υπέ­δει­ξε τον Μαν­θού­λη. Ο Κα­ρα­μαν­λής του ανα­θέ­τει την καλ­λι­τε­χνι­κή διεύ­θυν­ση της ΕΡΤ, που στο με­τα­ξύ είχε γίνει ανώ­νυ­μη εται­ρία δη­μο­σί­ου δι­καί­ου. Ο Μαν­θού­λης δέ­χτη­κε για ένα χρόνο. Στο διά­στη­μα αυτό προ­σπά­θη­σε να συ­νε­φέ­ρει το πρό­γραμ­μα, με συ­νερ­γά­τες του τον Γιάν­νη Μπα­κο­γιαν­νό­που­λο, τον Πέτρο Μάρ­κα­ρη, την Τώνια Μαρ­κε­τά­κη και άλ­λους. Έφερε τον Γάλλο μο­ντέρ του Ντο­μι­νίκ Κο­λο­νά για να ξε­κι­νή­σει μια σειρά ανά­λο­γη μ’ αυτές που γύ­ρι­ζε στη Γαλ­λία. Την βά­φτι­σε «Πα­ρα­σκή­νιο» και την ανέ­θε­σε σε άξιους νέους σκη­νο­θέ­τες όπως ο Πα­πα­στά­θης και ο Χα­τζό­που­λος.

Πα­ράλ­λη­λα, έφτια­ξε με­ση­με­ρια­νό πρό­γραμ­μα, το «Κάθε με­ση­μέ­ρι», που από την πρώτη μέρα αγα­πή­θη­κε από το κοινό, επέ­βα­λε τα ζω­ντα­νά προ­γράμ­μα­τα, που δεν υπήρ­χαν ακόμη τότε από τον φόβο των Ιου­δαί­ων, δη­μιούρ­γη­σε το «Μια ται­νία, μια συ­ζή­τη­ση», έφερε τα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά συ­νερ­γεία στην τη­λε­ό­ρα­ση και γυ­ρί­στη­καν τα πρώτα σή­ριαλ σε φιλμ, όπως «Ο φω­το­γρά­φος του χω­ριού» και η «Η δα­σκά­λα με τα χρυσά μάτια», ανα­μόρ­φω­σε το «Θέ­α­τρο της Δευ­τέ­ρας» (που είχε 90 % θέαση), εγκαι­νί­α­σε τις «Μου­σι­κές Βρα­διές» με τον Γιώρ­γο Πα­πα­στε­φά­νου, αρ­χί­ζο­ντας με μια βρα­διά Ζορζ Μου­στα­κί και πε­ριό­ρι­σε το αμε­ρι­κα­νι­κό πρό­γραμ­μα φέρ­νο­ντας ευ­ρω­παϊ­κά σί­ριαλ, όπως το γαλ­λι­κό «Μαύρο ψωμί», το ιτα­λι­κό «Πι­νό­κιο» και άλλα από τις βαλ­κα­νι­κές χώρες (και βέ­βαια δέ­χτη­κε δια­μαρ­τυ­ρί­ες από την αμε­ρι­κα­νι­κή πρε­σβεία…).

Ανά­με­σα στ’ άλλα κα­τά­φε­ρε να πεί­σει τον θυ­μω­μέ­νο με την κυ­βέρ­νη­ση Μάνο Χα­τζι­δά­κι, που ετοί­μα­ζε πα­ραί­τη­ση, να πα­ρα­μεί­νει στο Τρίτο Πρό­γραμ­μα. Στις μέρες του επί­σης ιδρύ­θη­κε η ΕΡΤ της Θεσ­σα­λο­νί­κης (ση­με­ρι­νή ΕΡΤ-3). Όταν ο Μαν­θού­λης ανέ­λα­βε την ΕΡΤ, η ΥΕΝΕΔ, το τη­λε­ο­πτι­κό κα­νά­λι του υπουρ­γεί­ου Άμυ­νας, είχε το 75% της θέ­α­σης και η ΕΡΤ το 25%. Όταν έφυγε τα πο­σο­στά είχαν αντι­στρα­φεί με απο­τέ­λε­σμα να κα­τη­γο­ρη­θεί από τον υπουρ­γό Αμύ­νης (Ευ. Αβέ­ρωφ) στο Υπουρ­γι­κό Συμ­βού­λιο για αθέ­μι­το συ­να­γω­νι­σμό. Όταν, τέλος, διο­ρί­στη­καν με­ρι­κοί υπάλ­λη­λοι της ΚΥΠ στην ΕΡΤ και άρ­χι­σαν να σα­μπο­τά­ρουν το πρό­γραμ­μα, ο Μαν­θού­λης πα­ραι­τή­θη­κε.

Ο Μαν­θού­λης συ­νέ­χι­σε τα τα­ξί­δια του για την γαλ­λι­κή τη­λε­ό­ρα­ση και, επι­στρέ­φο­ντας από την Ταϊτή, η νέα κυ­βέρ­νη­ση του Αν­δρέα Πα­παν­δρέ­ου τον καλεί να ανα­λά­βει την ΥΕΝΕΔ, αλλά δεν δέ­χε­ται. Στη συ­νέ­χεια του ζη­τά­ει να βρει έναν τρόπο να διορ­θω­θεί το χάος που δη­μιουρ­γή­θη­κε στην ΕΡΤ γιατί ήταν έτοι­μη να κλεί­σει. Έγινε κι’ αυτό, η ΕΡΤ συ­νήλ­θε και ζη­τά­νε από τον Μαν­θού­λη να ανα­λά­βει την καλ­λι­τε­χνι­κή διεύ­θυν­ση κατά την με­τα­τρο­πή της ΥΕΝΕΔ, που στο με­τα­ξύ πέ­ρα­σε στην αρ­μο­διό­τη­τα του υπουρ­γεί­ου Προ­ε­δρί­ας, σε ΕΡΤ-2. Έκανε ό,τι μπό­ρε­σε με συ­νερ­γά­τες του τον Λε­ω­νί­δα Ζε­νά­κο, τον Βα­σί­λη Βαφέα και τον Νίνο Μι­κε­λί­δη ώσπου πα­ραι­τή­θη­κε για να γυ­ρί­σει τις «Ακυ­βέρ­νη­τες πο­λι­τεί­ες» (1983-1986) του Τσίρ­κα, μια τη­λε­ο­πτι­κή σειρά με γαλ­λι­κή συ­μπα­ρα­γω­γή, που κρά­τη­σε τρία χρό­νια. Το σή­ριαλ αυτό με­τα­δό­θη­κε μόνο τρεις φορές από τότε στην Ελ­λά­δα και 50 ακρι­βώς φορές από τη γαλ­λι­κή τη­λε­ό­ρα­ση. Δεν υπάρ­χει Γάλ­λος που δεν έχει δει του­λά­χι­στον ένα επει­σό­διο από τις «Ακυ­βέρ­νη­τες πο­λι­τεί­ες». «Μια από τις πιο κα­τα­πλη­κτι­κές και συ­ναρ­πα­στι­κές ται­νί­ες που είδα στην τη­λε­ό­ρα­ση τα τε­λευ­ταία χρό­νια», γρά­φει σε μια επι­φυλ­λί­δα της στο πε­ριο­δι­κό L’Évènement du Jeudi η Φραν­σουάζ Σα­γκάν. Φέτος ετοι­μά­ζε­ται ένα θε­α­τρι­κό έργο, δια­σκευή του σί­ριαλ «Ακυ­βέρ­νη­τες Πο­λι­τεί­ες» (που είναι δια­σκευή του βι­βλί­ου…).

Το 1991, ο Μαν­θού­λης εκλέ­χτη­κε πρό­ε­δρος της Ελ­λη­νι­κής Κοι­νό­τη­τας Πα­ρι­σιού, την οποία προ­σπά­θη­σε να κάνει ένα ελ­λη­νι­κό πο­λι­τι­στι­κό κέ­ντρο. Ίδρυ­σε εκεί κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή λέσχη, εγκαι­νί­α­σε ένα πε­ριο­δι­κό και ορ­γά­νω­σε σε­μι­νά­ρια με πα­νε­πι­στη­μια­κούς, σαν ένα λαϊκό πα­νε­πι­στή­μιο. Πα­ράλ­λη­λα, γύ­ρι­σε μια σειρά ται­νιών πάνω στους Έλ­λη­νες του Πα­ρι­σιού. Πα­ρου­σί­α­σε στα μέλη της κοι­νό­τη­τας πολ­λούς Έλ­λη­νες πο­λι­τι­κούς (Κώστα Κα­ρα­μαν­λή, Αλέκα Πα­πα­ρή­γα, Νίκο Κων­στα­ντό­που­λο, Γιώρ­γο Πα­παν­δρέ­ου κ.ά.). Ύστε­ρα από δέκα χρό­νια πα­ραι­τή­θη­κε από την κοι­νό­τη­τα, αφού πρώτα ορ­γά­νω­σε μια ελ­λη­νι­κή εβδο­μά­δα με τίτλο «Η Ελ­λά­δα στον Ση­κουά­να», σε συ­νερ­γα­σία με τον δήμο Πα­ρι­σιού, πα­ρου­σιά­ζο­ντας τους Έλ­λη­νες που με­τέ­χουν στις πο­λι­τι­στι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες της Γαλ­λί­ας (Κώστα Γαβρά, Βα­σί­λη Αλε­ξά­κη, Γιάν­νη Κόκκο, Αντι­γό­νη Ιο­νά­του, τον ζω­γρά­φο Παύλο). Για πρώτη φορά στην ιστο­ρία ο δή­μαρ­χος δε­ξιώ­θη­κε ξένη κοι­νό­τη­τα. Δυο χι­λιά­δες μέλη της ελ­λη­νι­κής πα­ροι­κί­ας πέ­ρα­σαν ένα βράδυ στις κα­τα­στό­λι­στες αί­θου­σες της δη­μαρ­χί­ας του Πα­ρι­σιού που άρ­χι­σε μ’ ένα ρε­σι­τάλ της σο­πρά­νο Αλε­ξάν­δρας Πα­πα­τζιά­κου και του πια­νί­στα Γιάν­νη Βα­κα­ρέ­λη. (Κά­ποιος είπε: «η τε­λευ­ταία φορά που έγινε κάτι τέ­τοιο ήταν η συ­ναυ­λία του Ρο­σί­νι για την υπο­στή­ρι­ξη της Επα­νά­στα­σης του 1821…»). Το δη­μο­τι­κό συμ­βού­λιο του απέ­νει­με το Με­τάλ­λιο της Πό­λε­ως του Πα­ρι­σιού για την πο­λι­τι­στι­κή δράση του στη Γαλ­λία.

Την ίδια εποχή, ο Μαν­θού­λης εν­δια­φέ­ρε­ται για τον ρόλο της τη­λε­ό­ρα­σης στην δια­μόρ­φω­ση των νε­α­ρών τη­λε­θε­α­τών, γυ­ρί­ζει την ται­νία «Η Τη­λε­ό­ρα­ση των μπό­μπι­ρων» και πεί­θει την υπουρ­γό Μέσων Μα­ζι­κής Επι­κοι­νω­νί­ας να ιδρύ­σει το ιν­στι­τού­το Ιού­λιος Βερν για την ενί­σχυ­ση των μορ­φω­τι­κών προ­γραμ­μά­των. Ο υπουρ­γός Πο­λι­τι­σμού Ζακ Λανγκ του ανα­θέ­τει ένα φιλμ για τον Κα­θε­δρι­κό Ναό της Ρεμς, το οποίο προ­βάλ­λε­ται ένα βράδυ στο ναό και πεί­θει τους πα­ρα­γω­γούς σα­μπά­νιας, που είχαν προ­σκλη­θεί να ενι­σχύ­σουν με 100 εκα­τομ­μύ­ρια φρά­γκα την ανα­στή­λω­ση του ναού και την συ­ντή­ρη­ση των 2.000 αγαλ­μά­των που τον στο­λί­ζουν.

Το γαλ­λι­κό υπουρ­γείο Πο­λι­τι­σμού ανα­θέ­τει στον Βα­σί­λη Αλε­ξά­κη να κα­λέ­σει Έλ­λη­νες συγ­γρα­φείς στη Γαλ­λία και στον Μαν­θού­λη τους θε­α­τρι­κούς συγ­γρα­φείς. Θα έρ­θουν ο Ιά­κω­βος Κα­μπα­νέ­λης, η Λούλα Ανα­γνω­στά­κη και ο Γιώρ­γος Μα­νιώ­της τους οποί­ους ο Μαν­θού­λης πα­ρου­σιά­ζει στο Θέ­α­τρο των Πο­λι­τι­σμών του Κό­σμου μαζί με απο­σπά­σμα­τα από έργα τους παιγ­μέ­να στα γαλ­λι­κά. Αυτό θα οδη­γή­σει στην πα­ρου­σί­α­ση από τον Μαν­θού­λη του έργου του Μα­νιώ­τη «Η Κοινή Λο­γι­κή» στο Φε­στι­βάλ Αβι­νιόν, πα­ρου­σία του συγ­γρα­φέα. Η πα­ρά­στα­ση θα με­τα­δο­θεί από το κρα­τι­κό ρα­διό­φω­νο France-Culture.

Στο με­τα­ξύ, ο Μαν­θού­λης στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως σε ελ­λη­νι­κά θέ­μα­τα και γυ­ρί­ζει τον «Ελ­λη­νι­κό Εμ­φύ­λιο Πό­λε­μο» και την «Δι­κτα­το­ρία των Συ­νταγ­μα­ταρ­χών» για το γαλ­λι­κό πο­λι­τι­στι­κό κα­νά­λι ΑRΤΕ (σε συ­μπα­ρα­γω­γή με την FR-3 και τη ΝΕΤ) καθώς και την ται­νία με­γά­λου μή­κους «Lilly’s Story» (με θέμα το πώς δεν γυ­ρί­στη­κε η παλιά ται­νία με την Με­λί­να), η οποία επε­λέ­γη από το Φε­στι­βάλ Βε­νε­τί­ας ως επί­ση­μη συμ­με­το­χή το 2000. Η ται­νία γυ­ρί­στη­κε στο Πα­ρί­σι, στην Ελ­λά­δα, την Σλο­βε­νία και την Ουγ­γα­ρία (γιατί ένα από τα επει­σό­δια της ανα­φέ­ρε­ται στον εξό­ρι­στο εκεί Δη­μή­τρη Χατζή). Στο διά­στη­μα αυτό εξέ­δω­σε 4 και­νού­ρια βι­βλία (το προη­γού­με­νο ήταν το Κρά­τος της Τη­λε­ό­ρα­σης) αυτή τη φορά από τις εκ­δό­σεις Εξά­ντας: το Αρ­χαίο Ερω­τι­κό Λε­ξι­λό­γιο, για την αργκό της αρ­χαί­ας ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας, Μι­μί­αμ­βοι του Αλε­ξαν­δρι­νού κω­μω­διο­γρά­φου Ηρών­δα σε με­τά­φρα­ση και σχό­λια, το βιω­μα­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα Lilly’s Story και πρό­σφα­τα το Μπλουζ με Σφιγ­μέ­να Δό­ντια, χρο­νι­κό του γυ­ρί­σμα­τος της ται­νί­ας και Το Ημε­ρο­λό­γιο του Εμ­φυ­λί­ου Δι­χα­σμού, 1900-1974 (εκ­δό­σεις Κα­στα­νιώ­τη).

Με πλη­ρο­φο­ρί­ες από ΕΡΤ

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.