ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

H Mαρία Λαζαράκη διηγείται στη “δ” συγκλονιστικές ιστορίες από τη νεότερη ιστορία του Kαστελλορίζου όπως τις έζησε ως παιδί

Μαίρη Φώτη 1 λεπτό ανάγνωση
μαρια λαζαρακη

Η κυρία Μαρία Λα­ζα­ρά­κη, έζησε ως παιδί, τις πιο συ­γκλο­νι­στι­κές στιγ­μές της νε­ό­τε­ρης ιστο­ρί­ας του Κα­στελ­λο­ρί­ζου.

Το πρω­ι­νό της 13 Σε­πτεμ­βρί­ου 1943 είδε να κα­τα­πλέ­ει υπε­ρή­φα­νο το αντι­τορ­πι­λι­κό “Ναύ­αρ­χος Κου­ντου­ριώ­της” στο λι­μά­νι, φέρ­νο­ντας το μή­νυ­μα της Ελευ­θε­ρί­ας…

Είδε το Κα­στελ­λό­ρι­ζο να γί­νε­ται πο­λε­μι­κός στό­χος των Γερ­μα­νών και στις 17 Οκτω­βρί­ου του 1943 να το βομ­βαρ­δί­ζουν χωρίς οίκτο σκο­τώ­νο­ντας 40 άτομα.

Μπήκε στο πλοίο και πε­ρι­πλα­νώ­με­νη πήρε το δρόμο της προ­σφυ­γιάς μαζί με συγ­γε­νείς και φί­λους φτά­νο­ντας μέχρι την Πα­λαι­στί­νη, ζώ­ντας τρία χρό­νια σε στρα­τό­πε­δα και κα­ταυ­λι­σμούς.

Στο πλοίο για τον επα­να­πα­τρι­σμό, είδε στο «Empire Patrol», λίγο μετά τον από­πλου να ξεσπά φωτιά. Αλλοι έπε­σαν στη θά­λασ­σα, άλ­λους τους χτυ­πού­σε το κύμα στις πυ­ρω­μέ­νες λα­μα­ρί­νες, άλλοι πε­ρί­με­ναν στο φλε­γό­με­νο πλοίο, να ξε­κι­νή­σει η επι­χεί­ρη­ση διά­σω­σης. 33 πρό­σφυ­γες δεν μπό­ρε­σαν να ζή­σουν τη χαρά της επι­στρο­φής στα πά­τρια εδάφη.

Επι­στρέ­φο­ντας στο αγα­πη­μέ­νο της νησί, τον Οκτώ­βριο του 1945, μαζί με μόλις 900 κα­τοί­κους, τη χαρά δια­δέ­χθη­κε η από­γνω­ση και η θλίψη.

Αντί­κρι­σαν ερεί­πια και κα­μέ­να και λε­η­λα­τη­μέ­να σπί­τια… Και άτα­φους τους νε­κρούς των βομ­βαρ­δι­σμών, τους οποί­ους κή­δε­ψαν ύστε­ρα από τρία χρό­νια.

Η αφή­γη­σή της σε όλη τη διάρ­κεια της συ­νέ­ντευ­ξης είναι κα­θη­λω­τι­κή… Θυ­μά­ται τα πάντα με λε­πτο­μέ­ρειες, σαν να ήταν χθες. «Φο­βά­στε αυτά που γί­νο­νται σή­με­ρα με τον Ερ­ντο­γάν;», τη ρωτάω για να απα­ντή­σει ορθά και κοφτά «όχι», ανα­πο­λώ­ντας τις στιγ­μές που Τούρ­κοι και Κα­στελ­λο­ρι­ζιοί δια­σκέ­δα­ζαν μαζί μετά τον πό­λε­μο σε με­γά­λες γιορ­τές και μοι­ρά­ζο­νταν μαζί τις χαρές τους, πότε από την μια μεριά και πότε από την άλλη…

Συ­νέ­ντευ­ξη στη

Μαίρη Φώτη

• Κυρία Μαρία, πόσων χρο­νών είστε;

Εχω γεν­νη­θεί το 1931, είμαι 89 χρο­νών.

• Κι έχετε ζήσει όλα σας τα χρό­νια στο Κα­στελ­λό­ρι­ζο;

Ναι. Μόνο μετά τον πό­λε­μο πήγα στη Ρόδο και δού­λε­ψα στο Ορ­φα­νο­τρο­φείο Αρ­ρέ­νων, στου Κόβα. Τότε ήταν οι Ιτα­λί­δες κα­λο­γριές, κι ύστε­ρα δού­λε­ψα άλλα τρία χρό­νια με τους Ελ­λη­νες. Το 1953 γύ­ρι­σα στο Κα­στελ­λό­ρι­ζο. Το 1956 πα­ντρεύ­τη­κα, το 1957 γέν­νη­σα τον με­γά­λο μου γιο. Υστε­ρα, έπια­σαν οι Τούρ­κοι τον άντρα μου, έκανε τρία χρό­νια φυ­λα­κή στο Αρ­μα­λί, εκεί που γυ­ρί­στη­κε το Εξ­πρές του Με­σο­νυ­κτί­ου.

Το μωρό, ήταν τότε 30 ημε­ρών και όταν γύ­ρι­σε το βρήκε τριών χρο­νών. Πλη­ρώ­σα­με τότε 4.500 τουρ­κι­κές λίρες, πρό­στι­μο. Το ‘σκασε από τις φυ­λα­κές του Σουλ­τάν Αχμέτ και πήγε στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη όπου τον βο­ή­θη­σε ο πρό­ξε­νός μας, μαζί με την κόρη του. Ηταν κι άλλα δύο άτομα, τους έκρυ­ψαν τρεις μέρες, τότε ήταν το Μπαϊ­ρά­μι, και με την πρώτη ευ­και­ρία τους έβα­λαν σε ένα κα­ρά­βι και πήγαν στο Βόλο, από το Βόλο στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, από εκεί στη Ρόδο και μετά στο Κα­στελ­λό­ρι­ζο.

• Γιατί τον έπια­σαν οι Τούρ­κοι;

Για αστείο λόγο, τότε τα λι­μά­νια ήταν κλει­στά και τον έπια­σαν για δύο τσου­βα­λά­κια καφέ που αντάλ­λα­ξε με έναν Τούρ­κο. Η φυ­λα­κή αυτή που τους κρα­τού­σαν, παλιά ήταν αρ­μέ­νι­κη εκ­κλη­σία που οι Τούρ­κοι την έκα­ναν φυ­λα­κή και μέσα εκεί είχε φο­νιά­δες και εγκλη­μα­τί­ες.

• Τρία χρό­νια που έλει­πε ο σύ­ζυ­γος, πώς τα βγά­λα­τε πέρα με ένα μωρό παιδί τριά­ντα ημε­ρών;

Κου­βα­λού­σα κλα­διά από τα βουνά, δύο γο­μά­ρια την ημέρα, και τα που­λού­σα. Κα­θά­ρι­ζα σπί­τια του νη­σιού. Αλλη μου έδινε 5 δραχ­μές, άλλη μου έδινε 10 δραχ­μές, άλλη μου έδινε μισό κιλό ρύζι, ή ένα κουτί γάλα για το μωρό… Ετσι τα έβγα­λα πέρα, τυ­ραν­νή­θη­κα πολύ.

• Σκλη­ρή ζωή κυρία Μαρία.

Πολύ, αλλά εκεί­να τα χρό­νια έτσι ήταν.

• Με τους Τούρ­κους, που ζουν απέ­να­ντι, τι σχέση εί­χα­τε όλα αυτά τα χρό­νια;

Οταν τε­λεί­ω­σε ο πό­λε­μος, οι Τούρ­κοι έρ­χο­νταν εδώ, δια­σκε­δά­ζα­με μαζί, κά­να­με γιορ­τές… Και πριν τον πό­λε­μο ερ­χό­ντου­σαν, αλλά όταν ήρθαν οι Ιτα­λοί μας έκλει­σαν το λι­μά­νι. Ομως πρό­βλη­μα μαζί τους δεν εί­χα­με όλα αυτά τα χρό­νια. Μετά ο Αν­δρέ­ας Πα­παν­δρέ­ου, μας έκανε το λι­μά­νι, μας έκανε το αε­ρο­δρό­μιο, ήταν πιο εύ­κο­λα τα πράγ­μα­τα. Ερ­χο­νταν πολ­λοί Τούρ­κοι. Τώρα λόγω της αρ­ρώ­στιας το λι­μά­νι έκλει­σε πάλι, αλλά όταν ανοί­ξει τα δύο βα­πο­ρά­κια θα ξε­κι­νή­σουν τα δρο­μο­λό­για από απέ­να­ντι, έρ­χο­νται δύο φορές την ημέρα.

• Αυτά που γί­νο­νται σή­με­ρα με τον Ερ­ντο­γάν, όλα αυτά που λέει για στο Κα­στελ­λό­ρι­ζο, σας ανη­συ­χούν, σας φο­βί­ζουν; Θυ­μά­στε να έχουν ξα­να­γί­νει;

Οχι, τέ­τοια πράγ­μα­τα δεν έχουν ξα­να­γί­νει. Ούτε και φο­βό­μα­στε. Καλές σχέ­σεις εί­χα­με εμείς με τους αν­θρώ­πους απέ­να­ντι. Πη­γαί­να­με κι εμείς, έρ­χο­νταν κι εκεί­νοι. Πολ­λές φορές πη­γαί­να­με απέ­να­ντι για να αγο­ρά­σου­με πράγ­μα­τα, ήταν πιο εύ­κο­λο απ’ ότι να πάμε στη Ρόδο, δεν είχε και πολλά κα­ρά­βια τότε… Για να κα­τα­λά­βε­τε πόσο κοντά είναι, εμείς βλέ­που­με τα αυ­το­κί­νη­τα απέ­να­ντι, βλέ­που­με τα ζώα τους.

• Πρό­σφα­τα γιορ­τά­σα­τε και τα 77 χρό­νια από την απε­λευ­θέ­ρω­ση του Κα­στελ­λο­ρί­ζου. Τη θυ­μά­στε εκεί­νη την ημέρα;

Βέ­βαια. Ηταν αυγή, 4 η ώρα το πρωί. Ακού­με στρα­τό να βγαί­νει κάτω στον Νίφτη, κοντά στο νε­κρο­τα­φείο. Ηρθε το με­γά­λο το πα­πό­ρι, το “Κου­ντου­ριώ­της” και αρά­ζει στο Δια­κού­ρι, δεν εί­χα­με λι­μά­νι τότε. Η μαμά μου με έστει­λε εμένα, 9 χρο­νών τότε, με άλλα κο­ρι­τσά­κια το πρωί, κα­τε­βή­κα­με στο λι­μά­νι. Βλέ­πα­με το στρα­τό. Πή­γα­νε πάνω στο κά­στρο και κα­τε­βά­σα­νε την ιτα­λι­κή ση­μαία και ανε­βά­σα­νε την ελ­λη­νι­κή και την αγ­γλι­κή. Ο στρα­τός ήταν εγ­γλέ­ζι­κος. Μα­ζέ­ψα­νε 300 παι­διά Ιτα­λούς, τους βά­λα­νε στο σχο­λείο και ήρθε ένα κα­ρα­βά­κι την άλλη μέρα τους έστει­λαν στη Χάιφα, στη Πα­λαι­στί­νη και από εκεί στην Ιτα­λία.

• Στο Κα­στελ­λό­ρι­ζο τότε είχε πολ­λούς κα­τοί­κους;

Το 1937 εί­χα­με 15.000 κα­τοί­κους. Επει­τα άρ­χι­σαν να φεύ­γουν στην Αυ­στρα­λία γιατί δεν μπο­ρού­σαν να ζή­σουν εδώ, δεν υπήρ­χαν δου­λειές. Και τε­λευ­ταία απο­μεί­να­με πε­ρί­που 200.

• Για πείτε μας για τους βομ­βαρ­δι­σμούς του Οκτω­βρί­ου του 1943 από τους Γερ­μα­νούς. Τι θυ­μά­στε από εκεί­νη την ημέρα που έχει γρα­φτεί με μαύρα γράμ­μα­τα στην ιστο­ρία του νη­σιού;

Στις 17 Οκτω­βρί­ου, ήρθαν γερ­μα­νι­κά στού­κας από τα Μα­ρι­τσά από τη Ρόδο, φορ­τω­μέ­να μπό­μπες. Εγώ ήμουν με άλλα 80 παι­δά­κια στον Αγιο Κων­στα­ντί­νο, λει­τουρ­γού­σε ο αρ­χι­μαν­δρί­της μας. Και εί­χα­με τέσ­σε­ρις δα­σκά­λους και τέσ­σε­ρις δα­σκά­λες. Ρί­χνουν την πρώτη μπό­μπα, πάει στο πε­ρι­βό­λι μέσα, δεν παίρ­νει φωτιά. Στην αρχή ρί­ξα­νε τρεις μπό­μπες, πήγαν όλες στο πε­ρι­βό­λι και δεν έσπα­σε καμιά. Μετά φεύ­γουν από εκεί, πάνε στο λι­μά­νι, ρί­χνουν τρεις μπό­μπες σκο­τώ­νουν 40 άτομα.

Είχα κι ένα κου­νια­δά­κι 22 χρο­νών, κα­τέ­βα­ζε ψάρια για να τα που­λή­σει, κι εγί­νη­κε κομ­μα­τά­κια… Είχε μια κο­πέ­λα αρ­ρα­βω­νια­σμέ­νη. Βγαί­νει η κο­πέ­λα πάνω στο μπαλ­κό­νι, λέει του αρ­ρα­βω­νια­στι­κού της που ήταν από κάτω “αυτά τα αε­ρο­πλά­να είναι δικά μας, είναι συμ­μα­χι­κά”, τε­λι­κά σκο­τω­θή­κα­νε και οι δύο. Μια κόρη είχε η μάνα της…

• Και από εκεί αρ­χί­ζει ο δρό­μος της προ­σφυ­γιάς κυρία Μαρία;

Μετά τους βομ­βαρ­δι­σμούς, οι Αγ­γλοι μάς είπαν ότι θα μας πά­ρουν στο νησί της Κυράς της Ρω, όπου ήταν και η ίδια εκεί με την μάνα της. Το με­ση­μέ­ρι μπή­κα­με οι μισοί σε ένα κα­ρα­βά­κι εγ­γλέ­ζι­κο και μας είπαν να μην πά­ρου­με τί­πο­τα πράγ­μα­τα μαζί μας. Φύ­γα­με με τα ρούχα που φο­ρού­σα­με, οι μισοί το με­ση­μέ­ρι και οι άλλοι μισοί το βράδυ σε άλλο πα­πό­ρι. Στο πα­πό­ρι που φύ­γα­με εμείς, ήμα­σταν 750 άτομα. Συ­νο­λι­κά πρέ­πει να φύ­γα­με πάνω από 2.000 άτομα εκεί­νη την ημέρα.

Τε­λι­κά τα­ξι­δεύ­α­με χωρίς να ξέ­ρου­με πού πη­γαί­να­με… Ξη­με­ρώ­νει και φτά­νου­με στην Κύπρο, στη Λε­με­σό. Το άλλο κα­ρά­βι πήγε στη Δε­κέ­λεια. Από τη Λε­με­σό, τα­ξι­δεύ­α­με από τις 6 το πρωί, μέχρι τις 6 το από­γευ­μα μέχρι που φτά­σα­με σε ένα ψηλό βουνό. Βγαί­να­νε κάθε τόσο οι οδη­γοί του εγ­γλέ­ζι­κου στρα­τού, Αφρι­κά­νοι, Ινδοί, και κό­βα­νε στα­φύ­λια για να φάμε. Μετά μας βά­λα­νε στην κα­ρα­ντί­να, κά­να­με μπά­νιο, μας έδω­σαν από ένα κου­πά­κι του για­ουρ­τιού σούπα, μια φρυ­γα­νιά και ένα κλω­να­ρά­κι στα­φύ­λι. Κά­τσα­με στο βουνό τρεις μέρες.

Μετά από τρεις μέρες, μας κα­τέ­βα­σαν σε ένα πα­ρα­θα­λάσ­σιο μέρος με πα­ρά­γκες. Μεί­να­με εκεί. Οι Κύ­πριοι μας μα­γεί­ρευαν, μας φρό­ντι­σαν καλά. Υστε­ρα έγινε ανε­μο­στρό­βι­λος, μας πλά­κω­σαν οι πα­ρά­γκες, έπε­σαν πάνω μας… Μας έβγα­λαν οι Αγ­γλοι, μας βά­λα­νε μέσα στα λε­ω­φο­ρεία, τα­ξι­δεύ­α­με δυο ώρες και φτά­σα­με σε ένα χωριό, όπου μέ­να­με ανά τρεις οι­κο­γέ­νειες στα στρα­τιω­τι­κά τα σπί­τια. Εί­χα­νε φύγει οι στρα­τιώ­τες και μπή­κα­με εμείς οι πρό­σφυ­γες.

Κά­τσα­με δυο μήνες. Από εκεί μας κα­τε­βά­σα­νε σε ένα άλλο χωριό, στο Ξερό, εκεί κά­τσα­με 6 μήνες. Οι Κα­στελ­λο­ρι­ζιοί του εξω­τε­ρι­κού, έμα­θαν ότι άδεια­σε το Κα­στελ­λό­ρι­ζο και ήμα­σταν πρό­σφυ­γες, και μας έστελ­ναν λεφτά για να μας μα­γει­ρεύ­ουν οι Κύ­πριοι και να έχου­με να κι­νη­θού­με. Το 1944, ένα πρω­ι­νό, μας ενη­μέ­ρω­σαν ότι θα φύ­γου­με από την Κύπρο. Μπή­κα­με σε ένα τρένο και μας πήγαν στην Αμ­μό­χω­στο, μπή­κα­με σε κα­ρά­βια.

Το πρωί ξη­μέ­ρω­νε Πρω­το­χρο­νιά, του Αγίου Βα­σι­λεί­ου. Μας πή­ρα­νε στη Χάιφα. Μας βά­λα­νε στα λε­ω­φο­ρεία και μας πή­γα­νε σε έναν στρα­τό­πε­δο που είχε κι εκεί σπι­τά­κια, πάλι ανά τρεις οι­κο­γέ­νειες. Εκεί κά­τσα­με δυο μήνες. Είχε Σα­μιώ­τες, είχε Θρα­κιώ­τες, είχε Θεσ­σα­λο­νι­κιούς, είχε στρα­τιώ­τες Ελ­λη­νες… Ως παι­διά εμάς τότε μας πρό­σε­χαν πάρα πολύ, μας έβγα­ζαν βόλτα, παί­ζα­με όλοι μαζί. Εγώ ήμουν 9 χρο­νών. Μετά μας βά­λα­νε στο τρένο και πή­γα­με στην Πα­λαι­στί­νη, πάλι σε στρα­τό­πε­δο. Στην αρχή μας βά­λα­νε μέσα σε θα­λά­μους και μετά μας δώ­σα­νε σκη­νές όπου σε κάθε μια μεί­να­με τρεις οι­κο­γέ­νειες. Οι νη­σιώ­τες, μέ­να­με όλοι μαζί σε έναν κα­ταυ­λι­σμό προ­σφύ­γων.

Δια­σω­θέ­ντες ναυα­γοί στο H.M.S. Trouncer/ φωτο EPT

• Πόσα χρό­νια συ­νο­λι­κά λεί­πα­τε από το Κα­στελ­λό­ρι­ζο;

Τρία χρό­νια. Οσο λεί­πα­με, πή­γαι­ναν τα κα­ΐ­κια τα επί­τα­κτα και αδειά­ζαν τα σπί­τια μας. Πήρε φωτιά ένα σπίτι, οι Αγ­γλοι δεν έσβη­σαν τη φωτιά, τα σπί­τια ήταν κοντά το ένα με το άλλο, και έτσι πήρε φωτιά όλη η πόλη…

• Πότε γυ­ρί­σα­τε στο νησί σας;

Οταν τε­λεί­ω­σε ο πό­λε­μος, μας κα­τέ­βα­σαν στο Πορτ Σάιντ με τρένο. Μας βά­λα­νε στο κα­ρά­βι ημέρα Πα­ρα­σκευή. Ηρθε ο Σύλ­λο­γός μας από το Κάιρο μάς μοί­ρα­σε τρό­φι­μα, ήρθε ο πρω­θυ­πουρ­γός της Αι­γύ­πτου… Το πρωί του Σαβ­βά­του, φά­γα­με το πρω­ι­νό μας, και μας ανα­κοί­νω­σαν ότι ανα­χω­ρού­με για το Κα­στελ­λό­ρι­ζο… Πάμε μέσα στο πλοίο. Στη 1 το με­ση­μέ­ρι, πήγε μια γυ­ναί­κα να κάνει για το μωρό της γάλα, πήρε φωτιά η κα­μπί­να… Δεν μπό­ρε­σε να σβή­σει τη φωτιά. Κα­ή­κα­νε ζω­ντα­νές οι γριές όλες μέσα στις κα­μπί­νες.

Ο για­τρός ο Πε­τρί­δης, που μετά έγινε δή­μαρ­χος στη Ρόδο, ήταν μαζί μας. Παίρ­νει τον ασύρ­μα­το μαζί με έναν άλλο Κα­στελ­λο­ρι­ζιό, ει­δο­ποιούν για τη φωτιά, πρό­λα­βαν να φύ­γουν και πέντε-εξι βάρ­κες με μωρά παι­διά και τις μα­νά­δες τους…

• Εσείς ήσα­σταν μαζί με τα πρώτα παι­διά που έφυ­γαν;

Οχι, εγώ ήμουν στο κα­ρά­βι που και­γό­ταν. Ηρθε ένα με­γά­λο πλοίο που πή­γαι­νε για την Αμε­ρι­κή και στις 6 το από­γευ­μα του Σαβ­βά­του, έριξε βάρ­κες και μας μά­ζευε λί­γους λί­γους. Δε­νό­μα­σταν με ένα σκοι­νί και κα­τε­βαί­να­με από το κα­ρά­βι που και­γό­ταν, μπαί­να­με στις βάρ­κες για να πάμε στο με­γά­λο κα­ρά­βι. Τε­λευ­ταία, μια γριού­λα, την κα­τέ­βα­σαν και ίσα ίσα που πρό­λα­βε. Μέσα σε λίγα λεπτά το κα­ρά­βι βρέ­θη­κε στην πάτο της θά­λασ­σας! Πή­γα­με στο με­γά­λο πα­πό­ρι… εκεί μας κοι­τά­ξαν καλά. Ηταν πια Σάβ­βα­το βράδυ. Δευ­τέ­ρα πρωί πή­γα­με πάλι στο Πορτ Σάιντ. Εκεί ήρθε ο Σύλ­λο­γος, μάς μοί­ρα­σε ρούχα, μας έδωσε φα­γη­τό. Κά­τσα­με εκεί μια εβδο­μά­δα. Υστε­ρα μας πήραν κοντά στο Σουέζ όπου μεί­να­με δυο-τρεις μήνες.

Μετά ήρθε ένα άλλο πα­πό­ρι που λε­γό­ταν “Κο­ρυ­τσά”, μας βά­λα­νε μέσα και πή­γα­με πάλι στο Πορτ Σάιντ και από εκεί στο Κα­στελ­λό­ρι­ζο. Φτά­σα­με αυγές… Και τι να δούμε… Τα σπί­τια μας, κα­μέ­να, λε­η­λα­τη­μέ­να… Το νησί μας μαύρο, κα­τά­μαυ­ρο. Δεν εί­χα­με σπίτι να μεί­νου­με. Μα­ζευ­τή­κα­με στην αγορά, μας βά­λα­νε σε μια πα­ρά­γκα και μας έδι­ναν οι Αγ­γλοι αυγά, τυρί, ξηρά τροφή… Οταν γυ­ρί­σα­με από την Πα­λαι­στί­νη, θά­ψα­με και τους νε­κρούς μας. Αυ­τούς που είχαν σκο­τω­θεί στον βομ­βαρ­δι­σμό, ό,τι είχε απο­μεί­νει από αυ­τούς.

• Ηταν άτα­φοι τρία χρό­νια;

Ναι. Μέσα στις πέ­τρες, στα σο­κά­κια και στα ερεί­πια βρή­κα­με τα κόκ­κα­λά τους και τους θά­ψα­με χωρίς να ξέ­ρου­με ποιος ήταν ποιος. 40 φέ­ρε­τρα βά­λα­με μέσα στον Αγιο Κων­στα­ντί­νο…

• Αυτά πότε;

Το 1945. Οταν γυ­ρί­σα­με ήμουν 12 χρο­νών. Ηρθαν μα­ρα­γκοί και τε­χνί­τες από τη Ρόδο και σιγά σιγά φτιά­ξα­με τα σπί­τια. Με αρ­γούς ρυθ­μούς από το 1945 και μετά αρ­χί­σα­με να φτιά­χνου­με το Κα­στελ­λό­ρι­ζο, με αγώνα και με δου­λειά πολλή. Μέχρι που φτά­σα­με στο σή­με­ρα.

• Σή­με­ρα σκέ­φτε­στε αυτά που έχετε πε­ρά­σει, τα φέρ­νε­τε στο μυαλό σας;

Πολ­λές φορές. Ξε­χνιού­νται αυτά;

Aνδρες του H.M.S. Trouncer δια­σώ­ζουν ναυα­γούς πρό­σφυ­γες/ φωτο EPT

 

 

 

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.