Απόφαση «βόμβα» του Εφετείου Δωδεκανήσου θέτει, όπως και στην περίπτωση της νήσου Μεγίστης, «φραγμό» στις παράλογες διεκδικήσεις του Ελληνικού Δημοσίου επί ιδιωτικών εκτάσεων στη Σύμη.
Το θέμα, όπως έγραψε ξανά η «δημοκρατική», είναι εξαιρετικά σοβαρό κι έχει οδηγήσει κατοίκους ακριτικών νησιών σε αδιέξοδα με εμπλοκή τους σε πολυέξοδους πολυετείς δικαστικούς αγώνες για να αποδείξουν τα αυτονόητα.
Πιο συγκεκριμένα το Εφετείο Δωδεκανήσου, που συγκροτήθηκε από τους Δικαστές κ.κ. Θωμαΐτσα Πατρώνα, Πρόεδρο Εφετών, Πέτρο Πρέκα (Εισηγητή), Δημοσθένη Βλάχο, Εφέτες και από τη Γραμματέα κ. Ιωάννα Διμέλλη δίκασε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους κ. Μαρία Ελευθερίου κατά μιας κατοίκου της Σύμης που εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο κ. Κωνσταντίνο Σαρή.
‏‏Οπως αναφέρεται στην απόφαση, η θέση του ελληνικού δημοσίου, σύμφωνα με την οποία σε ό,τι ο ιδιώτης δεν μπορεί να αποδείξει νόμιμα ότι έχει ιδιοκτησία, τεκμαίρεται ότι αυτή είναι ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, στηρίζεται σε ερμηνεία της Συνθήκης των Παρισίων, που επικυρώθηκε με το Ν.Δ. 423/1947, στο άρθρο 14 της οποίας ορίζεται ότι (παρ. 1): «Η Ιταλία εκχωρεί εις την Ελλάδα εν πλήρει κυριαρχία τας νήσους της Δωδεκανήσου τα κατωτέρω ‏απαριθμουμένας, ήτοι: Αστυπάλαιαν, Καστελλόριζον, ως και τας παρακείμενας ‏νησίδας».
Είναι όμως σαφές, με βάση και τις ιδιάζουσες συνθήκες (πρόκειται για διακρατική συνθήκη με την οποία μεταβάλλεται το κυριαρχικό καθεστώς σε συγκεκριμένα εδάφη), ότι η «πλήρης κυριαρχία» στο ανωτέρω κείμενο, δεν ταυτίζεται εννοιολογικά με την «ιδιοκτησία».
Η κυριαρχία ενός κράτους επί συγκεκριμένων εδαφών σηματοδοτεί την εξουσία του, το απόλυτο δηλαδή δικαίωμα μιας πολιτείας να είναι εξωτερικά ανεξάρτητη και εσωτερικά κυρίαρχη, χωρίς αυτό κατ’ ανάγκη να σημαίνει ότι για να υπάρχει κυριαρχία, πρέπει να υφίσταται και το εμπράγματο δικαίωμα της ιδιοκτησίας (κυριότητας) επί των εδαφών.
Κατά συνέπεια, το ελληνικό δημόσιο με την παραπάνω συνθήκη απέκτησε μεν την κυριαρχία, με την έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω, δεν απέκτησε όμως αναγκαστικά και την κυριότητα επί ολοκλήρου του νησιού της Σύμης, αλλά απέκτησε την κυριότητα σε συγκεκριμένα ακίνητα που αποτελούν την δημόσια και ιδιωτική του περιουσία, όπως αυτά αναφέρονται στο Παράρτημα της εν λόγω Συνθήκης, χωρίς τα παραπάνω να αλλοιώνουν το εμπράγματο δικαίωμα της ιδιοκτησίας που υπήρχε και διατηρήθηκε υπέρ ιδιωτών στα υπόλοιπα ακίνητα. Διαφορετική θεώρηση της σχέσης μεταξύ των ‏εννοιών «κυριαρχία» και «ιδιοκτησία» (και απόπειρα ταύτισής τους), θα είχε ως αποτέλεσμα το άτοπο (εκτός από το αυτονοήτως αβάσιμο της μη ύπαρξης ιδιωτικής ακίνητης περιουσίας), να καθίσταται ανενεργός (στην ουσία να χάνεται) η κυριαρχία του ελληνικού κράτους, σε περίπτωση που κάποιος αλλοδαπός αποκτήσει με νόμιμο τρόπο ακίνητο σε ελληνικό έδαφος, στη συνέχεια δε, επικαλούμενος την ιδιοκτησία του, να μπορεί να ισχυριστεί ότι, ελλείπουσας της κυριαρχίας του ελληνικού κράτους στο ακίνητό του (αφού ελλείπει πλέον η ιδιοκτησία, δεν υφίσταται και κυριαρχία, σύμφωνα με την αποκρουόμενη εδώ θεώρηση), δεν θα δεσμεύεται λ.χ, από τις πολεοδομικές διατάξεις και θα μπορεί να οικοδομήσει κατά το δοκούν.
Η ερμηνεία συνεπώς της ανωτέρω Συνθήκης δεν μπορεί, κατά την άποψη του δικαστηρίου τούτου, να είναι ότι με την υπογραφή της, το ελληνικό δημόσιο κατέστη ιδιοκτήτης των νήσων που αναφέρονται σε αυτή, στην πραγματικότητα δε, όταν τίθεται ζήτημα κυριότητας στη μη δορυάλωτη Δωδεκάνησο, δεν θα πρέπει να θεωρείται υφιστάμενο άνευ ετέρου το τεκμήριο κυριότητας του ελληνικού δημοσίου, για τους λόγους που αναφέρθηκαν, αλλά πρέπει να ερευνάται κατά περίπτωση κατά πόσο υφίστατο προηγουμένως ιδιωτική ιδιοκτησία.
Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι το επιχείρημα του ελληνικού δημοσίου, σύμφωνα με το οποίο εάν ήθελε γίνει δεκτή η ανωτέρω θέση για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των νήσων της Δωδεκανήσου, τότε δεν θα είχε λόγο ύπαρξης ο Ν. 2100/ 1952, με τον άρθρο 9 του οποίου μετατράπηκε το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης επί δημοσίων γαιών (τεσσαρούφ) σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, δεν ευσταθεί, καθώς όπως σημειώθηκε η ανωτέρω θέση δεν αφορά σε όλα τα νησιά της Δωδεκανήσου, η δε προαναφερόμενη διάταξη έτυχε πλήρους εφαρμογής στα ακίνητα των μεγαλυτέρων νήσων του συμπλέγματος, ήτοι της Ρόδου και της Κω.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ