Με βούλευμα, που εξέδωσε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου, αποφασίστηκε να μην γίνει κατηγορία εις βάρος ενός κατοίκου του Βελγίου και δύο κατοίκων του Παραδεισίου για την πράξη της απόπειρας απάτης από κοινού με περιουσιακό όφελος ή προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, πράξη που φέρεται να τελέστηκε στη Ρόδο εντός του έτους 2015.

Η έρευνα για την υπόθεση κινήθηκε τον Ιούλιο του 2015 μετά την υποβολή κοινής εγκλήσεως από έναν κάτοικο Παραδεισίου κι έναν κάτοικο Αυστραλίας εις βάρος των κατηγορούμενων.
Οι εγκαλούντες και η δεύτερη των κατηγορουμένων τυγχάνουν αδέλφια και ταυτόχρονα συγκληρονόμοι του αποβιώσαντος το 2004 πατρός τους. Στις 24 Ιουνίου 2015, σε συνέχεια προφορικής ειδοποίησης από Δικαστικό Επιμελητή που έλαβε χώρα την προηγούμενη ημέρα, επιδόθηκε Έκθεση Κατάσχεσης και Περίληψη Κατασχετήριας Έκθεσης, δια των οποίων οι εγκαλούντες πληροφορήθηκαν, το πρώτον σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, ότι στις 19 Φεβρουαρίου 2015, η αδελφή τους είχε παραλάβει εν αγνοία τους για λογαριασμό τους και ειδικότερα με την ιδιότητα της συνοίκου και συνεργάτη σε ξενοδοχείο, αντίγραφο Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου με παραπόδας αυτής επιταγή προς εκτέλεση, δια της οποίας ο πρώτος κατηγορούμενος επέσπευδε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος τους, επιδιώκοντας την είσπραξη συνολικού ποσού 240.127,18 € και δη εις ολόκληρον από έκαστο των κληρονόμων του πατέρα τους, ήτοι απαίτησης έχουσας ως γενεσιουργό αιτία τρεις συναλλαγματικές εκδόσεως του, με ημερομηνίες λήξης την 30-9-1993 και 30-9-1994 αντίστοιχα, ποσού 9.000.000 δρχ εκάστη, με αποδέκτρια αμφοτέρων την ξενοδοχειακή εταιρεία. Στην ανωτέρω ενέργεια προέβη σύμφωνα με τους εγκαλούντες η δεύτερη κατηγορουμένη, ενώ γνώριζε ότι οι ίδιοι δεν είχαν την παραμικρή σχέση με το ξενοδοχείο, ούτε κατοικούσαν σε αυτό, τελούσα η ίδια και ο γιος της σε συμπαιγνία με τον κάτοικο του Βελγίου, προκειμένου ο τελευταίος να ικανοποιηθεί από την περιουσία των εγκαλούντων και όχι από την περιουσία της ξενοδοχειακής εταιρείας, συμφερόντων της οικογένειας. Στη συνέχεια οι εγκαλούντες εκθέτουν ότι, ενόσω οι ίδιοι αγνοούσαν την επισπευδόμενη σε βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση, η αδελφή τους και ο υιός της έδωσαν εντολή σε δικηγόρο της εκλογής τους να ασκήσει ανακοπή και αίτηση αναστολής κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής και κατά της επιταγής προς εκτέλεση, εμφανίζοντας στα δικόγραφα ως ανακόπτοντες- αιτούντες την εταιρεία, την δεύτερη κατηγορουμένη, τον έτερο αδελφό τους και τον πρώτο εγκαλούντα, εν αγνοία του τελευταίου και χωρίς τη συναίνεσή του, παραλείποντας όμως τον δεύτερο εγκαλούντα.
Αναφέρουν ακόμη ότι ο δικηγόρος άσκησε πράγματι την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής και της επιταγής προς εκτέλεση ανακοπή την οποία όμως οι ίδιοι θεωρούν προσχηματική, με σκοπό τη συγκάλυψη της αληθούς πρόθεσης των κατηγορούμενων.
Στο δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι ο πρώτος ουδεμία πράξη εξαπάτησης τέλεσε κατά τον επίδικο χρόνο, αφού ουδέν ψευδές προκύπτει ότι παρέστησε σε οποιονδήποτε, ούτε άλλωστε φαίνεται να απέκρυψε ή να παρασιώπησε κάποιο γεγονός που γνώριζε και που όφειλε να είχε γνωστοποιήσει σε κάποιον από τους εγκαλούντες ή σε άλλο εμπλεκόμενο πρόσωπο, περιλαμβανομένου και του δικαστικού επιμελητή. Επιπλέον διότι ουδεμία ένδειξη υπάρχει περί παρανόμου χαρακτήρα του σκοπούμενου από τον ίδιο περιουσιακού οφέλους. Περαιτέρω, αναφορικά με τυχόν διάπραξη του διερευνώμενου εγκλήματος από τους λοιπούς κατηγορουμένους, κρίθηκε ότι ελλείπουν οι σχετικές προς τούτο ενδείξεις. Ειδικότερα, καθίσταται εξαιρετικά αμφίβολο το εάν οι εγκαλούντες πράγματι αγνοούσαν τις γενόμενες προς αυτούς επιδόσεις της διαταγής πληρωμής από το Δικαστικό Επιμελητή ή αν αντίθετα γνώριζαν και αποδέχονταν το γεγονός ότι η δεύτερη κατηγορουμένη παρέλαβε τα προοριζόμενα για αυτούς έγγραφα κατόπιν προηγούμενης συνεννόησης με εκείνους και με σκοπό να αναλάβει εκείνη και ο τρίτος κατηγορούμενος το βάρος και την ευθύνη της δικονομικής άμυνας έναντι του κάτοικου της αλλοδαπής. Την υπόθεση χειρίστηκε ο δικηγόρος κ. Δήμος Μουτάφης.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ